Οι πτωχεύσεις δίχως άλλο καταδεικνύουν πάντα την κορύφωση του προβλήματος του κύκλου μιας οικονομίας. Μιας οικονομίας που δείχνει για μία ακόμη φορά ότι είναι σε καθοδική τροχιά καθώς πέντε φορείς, συμπεριλαμβανομένων του ΙΟΒΕ, του S&P και τμημάτων τραπεζών, προβλέπουν ύφεση μέχρι και 1% για τη χρονιά που διανύουμε. Μπορεί να μιλάμε και να αναφέρουμε προσδοκίες για ανάκαμψη, σύμφωνα μάλιστα και με τα όσα λέει ακόμα και το ΔΝΤ για το 2017, όμως για μία ακόμη χρονιά είμαστε χειρότερα από την προηγούμενη.
Ο οίκος αξιολόγησης S&P εμφανίστηκε πολύ προσεκτικός, επιφυλακτικός και πάντως όχι αισιόδοξος για την πορεία των τραπεζών. Η ανάλυσή του δημοσιοποιήθηκε το απόγευμα που ανακοινώθηκε και η πτώχευση της Ηλεκτρονικής Αθηνών. Η πτώχευση εγείρει πολλά ζητήματα, καθώς πρόκειται για μεγάλη ελληνική εταιρεία, παραμονή μάλιστα της εφαρμογής του πλαισίου για τα κόκκινα δάνεια. Ποιον συνέφερε η πτώχευση; Τις τράπεζες που θα χάσουν άλλα 48 εκατ. ευρώ, εκτός αν υπολογίζουν στην εκποίηση ακινήτων, τον επιχειρηματία ή τους εργαζομένους; Θεωρητικά η απάντηση είναι κανέναν.
Ωστόσο, σε μια διαδικασία που άρχισε να τραβά σε μάκρος μετά τα capital controls, το δεδομένο, όπως προκύπτει από τη σχετική έρευνα, είναι ότι οι τράπεζες αρνήθηκαν να χρηματοδοτήσουν το υπολειπόμενο ποσό που προέκυπτε από το μνημόνιο συνεργασίας που είχαν υπογράψει με την επιχείρηση, κατά το οποίο ο ίδιος ο επιχειρηματίας είχε καταβάλει τα χρήματα για τα οποία είχε δεσμευτεί. Σύμφωνα επίσης με όσα προκύπτουν από την έρευνα, οι τράπεζες δεν έκαναν δεκτή τη χρήση πιστωτικών καρτών για αγορές εμπορευμάτων της επιχείρησης με δόσεις, την ώρα που τα capital controls ήταν σε ισχύ. Προφανώς το έκαναν λόγω του αυξανόμενου κινδύνου, όμως κατ’ ουσίαν καθόρισαν έτσι και την τελική ευθεία της επιχείρησης. Και αυτό γιατί το 50% των πωλήσεων γινόταν την περίοδο αυτή με κάρτες. Οπως αναφέρεται στην απόφαση πτώχευσης στα τέλη Φεβρουαρίου η μία από τις τρείς συστημικές τράπεζες – πιστωτές κατήγγειλε τη σύμβαση πίστωσης και ζήτησε την νομιμότοκη εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου ύψους 16,3 εκατ. ευρώ.
Το διαπραγματευτικό παιχνίδι όμως σε επιχειρηματικό επίπεδο μπορεί να έχει πολλές εξελίξεις. Ετσι ο Γιάννης Στρούτσης, ιδιοκτήτης της εταιρείας, αποφάσισε να πτωχεύσει με κάλυψη απέναντι στο Δημόσιο και τους εργαζομένους, γεγονός που έγινε, με αποτέλεσμα οι τράπεζες να χάσουν τα λεφτά τους. Στην απόφαση της πτώχευσης αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι η περιουσία της εταιρείας ύψους 16,17 εκατ., που αντιστοιχεί στην αντικειμενική αξία των ακινήτων της και το απόθεμα εμπορευμάτων ύψους 8 εκατ., θα είναι τα αναγκαία για την κάλυψη της πτωχευτικής διαδικασίας.
Οι τράπεζες αποδίδουν τη χρεοκοπία στην αδυναμία της επιχείρησης να πληρώσει προμηθευτές, καθώς μάλιστα το άνοιγμα σε βασικό προμηθευτή ξεπερνούσε τα 20 εκατ., κάτι που δεν αμφισβητεί η πλευρά του πτωχεύσαντος. Οπως επίσης ότι ήδη είχαν γίνει κουρέματα στα δάνεια. Τα ερωτήματα που προκύπτουν όμως είναι: θα μπορούσε με μια μικρή χρηματοδότηση να κρατηθεί εν ζωή η εταιρεία ωσότου βρεθεί οριστική λύση με κουρέματα δανείων, αναδιαρθρώσεις και ενδεχομένως αλλαγή ιδιοκτησιακού καθεστώτος; Πώς θα γίνει η διαχείριση κόκκινων δανείων και αναδιάρθρωσης επιχειρηματικών σχημάτων στην κρίσιμη περίοδο που επέρχεται;
Οι τράπεζες γύρισαν πίσω λεφτά από τα διαθέσιμα 25 δισ. για τις ανακεφαλαιοποιήσεις. Εκαναν χρήση μόνο 5,4 δισ. και το πλεονέκτημα γι’ αυτές ήταν ότι ξέφυγαν από τον έλεγχο του ΤΧΣ. Μήπως τελικά όμως αυτό γίνεται σε βάρος των αναγκών της πραγματικής οικονομίας, καθώς εμφανίζουν δυστοκία στο να ρίξουν χρήμα στην αγορά όπου χρειάζεται;
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.