Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Οι έλεγχοι κεφαλαίων δεν επιτρέπονται σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΕ και θα απαιτούσαν έγκριση από την ΕΕ. Έτσι, η ΕΕ θα μπορεί να ασκήσει περαιτέρω πιέσεις στην Ελλάδα για την αποδοχή ενός προγράμματος.

Ο κίνδυνος να “ξεμείνουν” οι ελληνικές τράπεζες από ρευστό, μπορεί να αναγκάσει την Ελλάδα να ενδώσει στα αιτήματα του Eurogroup. Διαφορετικά, ο κίνδυνος του Grexit μπορεί να αυξηθεί δραματικά, αναφέρει η HSBC σε σημερινή της ανάλυση.

Η HSBC διαπιστώνει ότι το Eurogroup και η Ελλάδα απέτυχαν για ακόμα μια φορά να βρουν κοινό έδαφος για το μέλλον του τρέχοντος προγράμματος χρηματοδοτικής βοήθειας που λήγει στις 28 Φεβρουαρίου.

Στη συνέντευξη Τύπου, ο επικεφαλής του Eurogroup, Γερούν Ντάισλεμπλουμ, είπε ότι για να καταλήξουν σε συμφωνία, η Ελλάδα θα πρέπει πρώτα να ζητήσει την παράταση του τρέχοντος προγράμματος, το οποίο θα επιτρέψει στις δύο πλευρές να συζητήσουν στη συνέχεια τους όρους ενός πιθανού νέου προγράμματος.

Σύμφωνα με τον Ντάισελμπλουμ, σαφώς οι δημοσιονομικοί στόχοι δεν μπορούν να αλλάξουν: οποιαδήποτε μέτρα θα πρέπει να είναι δημοσιονομικά ουδέτερα και η εφαρμογή του προγράμματος θα πρέπει να παραμείνει «σε γενικές γραμμές» πίστη.

Η Ελλάδα έχει απορρίψει την παράταση του τρέχοντος προγράμματος, καθώς και νέα χρηματοδότηση.

Ο υπουργός, Γιάνης Βαρουφάκης, επανέλαβε τη θέση του σήμερα, τονίζοντας ότι η νέα ελληνική κυβέρνηση είχε εκλεγεί με την εντολή να τελειώσει το προηγούμενο πρόγραμμα. Η επέκταση του, με τη δυνατότητα κάποιας υφιστάμενης ευελιξίας, δεν θα ήταν αρκετή.

Όπως ανέφερε, το προηγούμενο κείμενο ανέφερε “μια επέκταση του τρέχοντος προγράμματος” μέσω ενός 4μηνου μεταβατικού προγράμματος” κατά τη διάρκεια του οποίου θα μπορούσε να συμφωνηθεί ένα νέο πρόγραμμα οικονομικής βοήθειας. Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, η Ελλάδα θα δεσμευόταν να μην αναλάβει καμία δράση που να εκτροχιάζει το τρέχον πρόγραμμα η την οικονομική σταθερότητα της χώρας. Σε αντάλλαγμα η Τρόικα δεν θα ζητούσε περαιτέρω περικοπές σε χαμηλοσυνταξιούχους ή αύξηση ΦΠΑ.

Τα σημεία διαφωνίας

Η HSBC, “βλέπει” τρία σημεία διαφωνίας:

– Σαφή άρνηση από την πρόσφατα εκλεγμένη ελληνική κυβέρνηση να ζητήσει και να αποδεχθεί μια απλή επέκταση του τρέχοντος προγράμματος, όπου το μόνο περιθώριο ελιγμών είναι η ενσωματωμένη ευελιξία της υφιστάμενης συμφωνίας δανειοδότησης.
– Απροθυμία από το Eurogroup να δεχθεί μια χαλάρωση των δημοσιονομικών στόχων για το 2015.
Οι περικοπές των συντάξεων ή η αύξηση του ΦΠΑ, ήταν μερικά από τα μέτρα τα οποία η τρόικα είχε προτείνει τον περασμένο χρόνο για να γεφυρώσει το χάσμα των 2 δισ. ευρώ στον προϋπολογισμό του 2015 για την επίτευξη του στόχου του 3% του ΑΕΠ στο έλλειμμα της, και το οποίο η προηγούμενη ελληνική κυβέρνηση είχε ήδη απορρίψει από την αρχή του Δεκέμβρη του 2014.
– Διαφωνία σχετικά με το ποιος πρέπει να κάνει το πρώτο βήμα.

Το Eurogroup πιστεύει ότι η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να αναφέρει ποια μέτρα προτίθεται να αλλάξει από το προηγούμενο πρόγραμμα και ποιο θα είναι το κόστος.

Η Ελλάδα θέλει να απελευθερωθεί από το προηγούμενο πρόγραμμα και θα ήθελε το Eurogroup να καθορίσει τι εννοεί με τον όρο ευελιξία. Το Eurogroup φάνηκε να είναι πολύ ενωμένο στην απόφασή του να μην προσφέρει στην ελληνική κυβέρνηση κάθε παραχώρηση. Τα πολιτικά ζητήματα έπαιξαν κάποιο ρόλο στον καθορισμό της σκληρής στάσης και του μηνύματος προς την Ελλάδα.Δεν ήταν τυχαίο το γεγονός ότι πριν μιλήσει για την Ελλάδα, ο Ντάισελμπλουμ m χρειάστηκε χρόνο για να επαινεί την επιτυχία του προγράμματος της Πορτογαλίας, η οποία χάρη στην ταχεία εφαρμογή του βρέθηκε σε θέση να προχωρήσει σε πρόωρες εξοφλήσεις προς το ΔΝΤ. Ήταν μια κίνηση ώστε να ενισχύσει το μήνυμα προς την Ελλάδα με τη γραμμή ότι “όπως και η Ιρλανδία, έτσι και η Πορτογαλία αποδεικνύει πόσο γρήγορα μια χώρα μπορεί να σταθεί μόνη της στα πόδια της, μετά από ένα επιτυχημένο πρόγραμμα προσαρμογής, υπό τον όρο της δέσμευσης για συνεχείς μεταρρυθμίσεις”.

Προθεσμίες: Ημερομηνίες – κλειδιά

Ο Ντάισελμπλουμ και ο Μοσκοβισί ξεκαθάρισαν ότι ο μόνος τρόπος για να προχωρήσουν θα ήταν η Ελλάδα να ζητήσει παράταση του τρέχοντος προγράμματος, η οποία λήγει στις 28 Φεβρουαρίου.

Ο Ντάισελμπλουμ είπε ότι η Ελλάδα έχει μια εβδομάδα για να το πράξει και ότι μια άλλη συνάντηση του Eurogroup θα μπορούσε να οριστεί την Παρασκευή.

Εν τω μεταξύ, την Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου, η ΕΚΤ θα επανεξετάσει τους όρους χρήσης του μηχανισμού παροχής επείγουσας ρευστότητας (ELA), που επιτρέπει στην εθνική κεντρική τράπεζα να παράσχει στις ελληνικές τράπεζες κεφάλαια. Η ΕΚΤ έχει ήδη θέσει το όριο στα 65 δισ. ευρώ.

Σύμφωνα με τις τελευταίες εξελίξεις, η ΕΚΤ μπορεί να ξεκινήσει μια συζήτηση σχετικά με το αν πρέπει ή όχι να αυξήσει το ποσό χρήσης του ELA. Εάν η ΕΚΤ δεν αυξήσει το ανώτατο όριο τότε θα μπορούσε να υπάρξει περαιτέρω πίεση στις τράπεζες από τις εκροές καταθέσεων.

Η πραγματική προθεσμία για το πότε το τρέχον πρόγραμμα λήγει είναι εκείνη της 28ης Φεβρουαρίου, ημερομηνία κατά την οποία το Eurogroup επιβεβαίωσε ότι η Ελλάδα θα χάσει επίσης την πρόσβαση στο υπόλοιπο των 10,8 δισ. ευρώ, από τα κεφάλαια ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών.

Η Ελλάδα, ωστόσο, δεν αντιμετωπίζει επικείμενες χρηματοδοτικές ανάγκες, πέραν της αποπληρωμής του 1,1 δισ. ευρώ προς το ΔΝΤ το Μάρτιο. Ως εκ τούτου, η Ελλάδα θα μπορούσε να μπει στον πειρασμό να αποφύγει να υποστεί την ταπείνωση του να ζητήσει παράταση του τρέχοντος προγράμματος, αφήνοντας το πρόγραμμα να λήξει και, στη συνέχεια, να ζητήσει ένα νέο.

Θα μπορούσαν να υπάρχουν δύο στοιχεία που κινούνται ενάντια σε αυτό το σενάριο:

α) ο Ντάισελμπλουμ έκανε σαφές ότι κάθε νέο πρόγραμμα θα πρέπει να βασίζεται σε αυστηρές προϋποθέσεις και με την ίδια αρχή της δημοσιονομικής βιωσιμότητας, της οικονομικής ανταγωνιστικότητας και του σταθερού χρηματοπιστωτικού τομέα.

β) εάν οι εκροές καταθέσεων αυξηθούν ως αποτέλεσμα της αβεβαιότητας, οι ελληνικές τράπεζες θα μπορούσε να μείνουν χωρίς ρευστότητα, ακόμη και αν η ΕΚΤ συνεχίζει να παρέχει πρόσβαση στον ELA. Αυτό θα καθιστούσε επίσης δύσκολο για τις τράπεζες να αγοράσουν πιθανά πρόσθετα έντοκα γραμμάτια.

Ακόμα και μετά την κατάρρευση των συνομιλιών, ο Βαρουφάκης επέμεινε ότι η Ελλάδα είναι και θα παραμείνει μέλος της Ευρωζώνης. Ωστόσο, με δεδομένο το ισχυρό μήνυμα που δόθηκε από το Eurogroup, θα μπορούσε να αναγκαστεί στο τέλος να δεχτεί πολύ δύσκολους όρους, αν θέλει να καταλήξει σε μια συμφωνία με την ευρωζώνη.

Αν ο Έλληνας ΥΠΟΙΚ περιμένει, η κατάσταση του τραπεζικού τομέα θα μπορούσε σύντομα να επιδεινωθεί, εξέλιξη που μπορεί να καταστήσει επιβεβλημένους τους ελέγχους κεφαλαίων, οι οποίοι δεν επιτρέπονται σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΕ και ως εκ τούτου θα απαιτούσαν έγκριση από την ΕΕ. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΕ θα ασκήσει περαιτέρω πιέσεις στην Ελλάδα για την αποδοχή ενός προγράμματος.

Εάν οδηγηθεί σε αυτό το σημείο η κατάσταση, αυξάνεται η πιθανότητα η Ελλάδα τελικά να αποφασίσει ότι οι όροι που επιβάλλονται είναι πολύ σκληροί και να αναγκαστεί να εξετάσουν άλλες επιλογές: μια εξ αυτών θα ήταν και η έξοδος από το ευρώ, καταλήγει η HSBC.