Την ώρα που παραπέμπεται σε δίκη ένας πρώην εισαγγελέας για την λίστα Lagarde στο ακροατήριο, ο οποίος μάλιστα συνέδεδε το όνομά του με την εξάρθρωση της 17 Νοέμβρη και την περίοδο 2011 – 2012 διετέλεσε ειδικός γραμματέας του ΣΔΟΕ, χρήσιμο είναι να εξετάσουμε την φορολογική ουσία αυτής της περιβόητης υπόθεσης, ως προς το φορολογικό της μόνο αντικείμενο.
Η Λίστα Λαγκάρντ είναι ένας κατάλογος Ελλήνων καταθετών στην τράπεζα HSBC της Ελβετίας, που ήταν προϊόν υποκλοπής, πλην όμως περιήλθε στις μυστικές υπηρεσίες της Γαλλίας και δι’ αυτών στο γαλλικό Υπουργείο Οικονομικών και ο οποίος στη συνέχεια, κατά το μέρος που αφορούσε Έλληνες καταθέτες, διαβιβάστηκε στον Έλληνα υπουργό Οικονομικών. Η λίστα αποτυπώνει σε οριζόντιες στήλες ονόματα, επαγγέλματα και ένα ποσό το οποίο φέρεται να είναι το χρηματικό υπόλοιπο σε λογαριασμό αυτής της τράπεζας των φερόμενων ως δικαιούχων κατά την ημερομηνία υποκλοπής.
Εν μέσω πολιτικών αντιπαραθέσεων, εξεταστικών επιτροπών για την αποδιδόμενη αλλοίωση του περιεχομένου της, και μομφών περί συγκάλυψης και αδράνειας των αρμοδίων, οι ελληνικές φορολογικές αρχές προσπαθούν να θεμελιώσουν πράξεις επιβολής φόρου και προστίμων στα πρόσωπα της λίστας.
Αν και η σύλληψη και φορολόγηση αδήλωτου πλούτου είναι επιθυμητή και σκόπιμη, πρέπει να γίνεται με βάση τους ισχύοντες νόμους και το Σύνταγμα.
Η πρώτη ευχερής άμυνα των φορολογούμενων που φέρονται ως καταθέτες της HSBC σε αυτήν την λίστα είναι ότι η λίστα αυτή, ως προϊόν υποκλοπής και υπεξαγωγής, δεν μπορεί νομίμως να καταστεί αντικείμενο επεξεργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 9Α του Συντάγματος που προστατεύει τον καθένα από την συλλογή, επεξεργασία και χρήση των προσωπικών του δεδομένων και ότι η χρήση των ως αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και του άρθρου 9, απαγορεύεται κατά την διάταξη της παρ. 3 άρθρου 19 του Συντάγματος. Μάλιστα, εκτός του ότι είναι προϊόν υποκλοπής και υπεξαγωγής, τα στοιχεία της λίστας αποδεδειγμένα παραποιήθηκαν, αλλοιώθηκαν, νοθεύθηκαν παραμορφώθηκαν ως έγγραφα. Για τους ανωτέρω λόγους, απόφαση Εφετείου του Παρισιού, που επικυρώθηκε από το Γαλλικό Ακυρωτικό Δικαστήριο και με δύο ακόμη αποφάσεις του των ετών 2010 και 2011, έκρινε ότι η «λίστα Λαγκάρντ» είναι μη νόμιμο αποδεικτικό στοιχείο. Επομένως προκύπτει ότι η αξιοποίηση τέτοιου παράνομου υλικού θα παραβίαζε τις διατάξεις περί αποδεικτικής διαδικασίας με κίνδυνο να ακυρωθεί τελικά η όλη προσπάθεια.
Για να μην βασιστούν σε σαθρά θεμέλια, οι ελληνικές φορολογικές αρχές ζήτησαν, με έναυσμα της λίστα, στοιχεία χρηματικών κινήσεων των ίδιων προσώπων από ελληνικές τράπεζες, με την ελπίδα ότι θα συλλάβουν φορολογητέα ύλη (είτε σχετιζόμενη είτε όχι με τα χρηματικά υπόλοιπα της λίστας), με χρήση στοιχείων πρόσφατων και νομίμως αναζητηθέντων. Από το σημείο αυτό και μετά όσοι από τους καταθέτες της λίστας παρουσίαζαν «ενδιαφέρον» μπήκαν σε μια διαδικασία παρόμοια με αυτήν των προσώπων που ελέγχονται για εμβάσματα στο εξωτερικό, αλλά … παρεμπιπτόντως ερωτώνται και για τα υπόλοιπα της λίστας, ίσως σε μια λογική «ρίχνω άδεια για να πιάσω γεμάτα».
Ακόμα όμως και αν ξεφύγουμε από την επιχειρηματολογία περί παράνομων αποδεικτικών μέσων, προστασίας απορρήτου, νόθευσης εγγράφου κλπ., και πάλι η θεμελίωση πράξεων επιβολής φόρου και η επιβολή προστίμων μπορεί να στερείται νομιμότητας και για τις δύο περιπτώσεις (Λίστα Λαγκάρντ και εμβάσματα).
Η νομική θεμελίωση της επιβολής φόρου για τις περιπτώσεις της Λίστας Λαγκαρντ και των εμβασμάτων στο εξωτερικό συνοψίζεται ως εξής:
Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 15 του ν. 3888/2010 (30.9.2010), με την οποία προστέθηκε εδάφιο στην παράγραφο 3 του άρθρου 48 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος ν.2238/1994, «Σε προσαύξηση περιουσίας που προέρχεται από άγνωστη ή μη διαρκή ή μη σταθερή πηγή ή αιτία, ο φορολογούμενος μπορεί να κληθεί να αποδείξει είτε την πραγματική πηγή ή αιτία προέλευσής της είτε ότι φορολογείται από άλλες διατάξεις είτε ότι απαλλάσσεται από το φόρο με ειδική διάταξη, προκειμένου αυτό να μην φορολογηθεί ως εισόδημα από υπηρεσίες ελευθερίων επαγγελμάτων της χρήσης κατά την οποία επήλθε η προσαύξηση…» σε συνδυασμό με τις διατάξεις της ΠΟΛ 1095/2011 «Σε περίπτωση που οι αποδείξεις δεν είναι ικανοποιητικές, η οποιαδήποτε προσαύξηση της περιουσίας χαρακτηρίζεται και φορολογείται ως εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα».
Στην πράξη, όσα χρηματικά υπόλοιπα (με προσθαφαιρέσεις αναλήψεων και καταθέσεων) δεν είχαν ήδη δηλωθεί νομίμως ως εισόδημα από τον ελεγχόμενο, θα φορολογηθούν ως εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα κατά την χρήση που προέκυψαν, με τις ανάλογες προσαυξήσεις.
Τι γίνεται όμως αν τα χρηματικά υπόλοιπα ή οι τραπεζικές κινήσεις τοποθετούνται χρονικά πριν την ψήφιση του ν. 3888/2010 ή ακόμα και σε χρήση για την οποία οι υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος έχουν παραγραφεί? Αν δηλαδή ένας φορολογούμενος, αποταμίευε χρήματα από νόμιμα και φορολογηθέντα εισοδήματα π.χ. από το 1970 έως το 2000 οπότε και βρέθηκε με ένα μεγάλο χρηματικό ποσό σε Ελβετική τράπεζα, πως μπορεί να αποδείξει την προέλευση αυτού του ποσού? Γιατί έχει το βάρος της απόδειξης για τα εισοδήματα αυτά την στιγμή που το ίδιο το κράτος του δίνει το δικαίωμα να καταστρέψει τα φορολογικά του στοιχεία και οι τράπεζες δεν τηρούν σχετικό αρχείο?
Κατά τις γενικές αρχές του δικαίου και τις συνταγματικές διατάξεις (άρθρο 2 ΑΚ, 78 παρ.2 του Συντάγματος), «ο νόμος ορίζει περί του μέλλοντος και δεν έχει αναδρομική δύναμη». «φόρος ή άλλο οποιοδήποτε βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε». Η δε απαγόρευση της αναδρομικότητας αφορά και την διαδικασία και την μέθοδο εξεύρεσης της φορολογητέας ύλης.
Επομένως πέρα από τα τυχόν μεμονωμένα επιχειρήματα που αφορούν τον κάθε ελεγχόμενο χωριστά, η επιβολή φόρων και προστίμων με βάση τραπεζικά υπόλοιπα και κινήσεις μόνο είναι εξαιρετικά δύσκολο να θεμελιωθεί νομικά και όποιες πράξεις εκδοθούν υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να ακυρωθούν από τα δικαστήρια.
Γι’ αυτό η πρόταση των οικονομικών εισαγγελέων να επιβληθεί φόρος ύψους 10% επί όλων των καταθετών της λίστας και να ερευνηθούν μόνον όσοι δεν επιθυμούν να ελεγχθούν πρέπει να ληφθεί υπόψη σοβαρά.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.