© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Είναι ίσως η πιο δημοφιλής και διαδεδομένη μορφή έμμεσης αύξησης των καθαρών αποδοχών για εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα διεθνώς, μετά τις φοροελαφρύνσεις που ανακοινώνει μια κυβέρνηση.
Οι διατακτικές σίτισης (τα γνωστά «κουπόνια» ή, πλέον, και κάρτες σε ηλεκτρονική μορφή) αποτελούν εδώ και δεκαετίες έναν διαδεδομένο τρόπο πληρωμών τον οποίο «λατρεύουν» εργοδότες και εργαζόμενοι σε όλο τον κόσμο. Ωστόσο, στην Ελλάδα της ακρίβειας, η αξία τους παραμένει καθηλωμένη σε επίπεδα… δραχμής, καθιστώντας τη χώρα μας τον φτωχό συγγενή της Ευρώπη – και σε αυτόν τον τομέα.
Ωστόσο, μελέτη της PwC για λογαριασμό της Edenred (εταιρείας που ειδικεύεται στην έκδοση τέτοιων λύσεων πληρωμών) έρχεται να ποσοτικοποιήσει τι θα σήμαινε για τα ταμεία του κράτους -αλλά και την τσέπη του εργαζόμενου- αν το αφορολόγητο ημερήσιο όριο ανέβαινε από τα 6 στα 8 ευρώ. Και δείχνει ότι το δημοσιονομικό κόστος θα ήταν διαχειρίσιμο.
Τι είναι οι διατακτικές και γιατί τις αγαπά η αγορά
Για τους μυημένους οι διατακτικές σίτισης δεν είναι απλώς «εκπτωτικά κουπόνια». Είναι ουσιαστικά μια παροχή σε είδος (αντί απευθείας σε χρήμα), την οποία δίνει ο εργοδότης στον εργαζόμενο για την κάλυψη της διατροφής του κατά την εργάσιμη ημέρα. Καλύπτει δηλαδή ένα πάγιο έξοδο του εργαζόμενου στο οποίο υποβάλλεται καθημερινά στο πλαίσιο της εργασίας τους – όπως π.χ. και τα έξοδα μετακίνησης.
Για τον εργαζόμενο είναι ένα καθαρό πρόσθετο εισόδημα, για το οποίο δεν φορολογείται. Σήμερα, με το όριο να παραμένει στα 6 ευρώ τη μέρα, ένας εργαζόμενος μπορεί να λάβει περίπου 132 ευρώ τον μήνα (για 22 εργάσιμες) αφορολόγητα, αν τα λάβει σε κουπόνια αντί σε μετρητά. Αυτό μεταφράζεται σε ετήσια αύξηση της τάξεως των 1.500 ευρώ τον χρόνο, δηλαδή έναν ή και δύο επιπλέον μισθούς, καθαρά και αφορολόγητα.
Για την επιχείρηση (εργοδότη) από την άλλη, το ποσό εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα και, κυρίως, δεν επιβαρύνεται με εργοδοτικές εισφορές. Αποτελεί μέσο επιβράβευσης στο προσωπικό, αλλά είναι και ο μόνος τρόπος να δώσει μια εταιρεία αύξηση, χωρίς το κράτος να ζητάει «μερίδιο» σε φόρους και εισφορές.

Ελλάδα 2004 VS Ευρώπη 2024
Στην Ελλάδα προβλέπεται φορολογική έκπτωση για την παροχή αυτή, εδώ και πάνω από 30 χρόνια, ορίζοντας ότι η παροχή σίτισης δεν είναι μισθός. Το πρόβλημα είναι ότι το ελληνικό κράτος έχει «ξεχάσει» να αναπροσαρμόσει φορολογικά το όριο που έχει τεθεί εδώ και τουλάχιστον 20 χρόνια. Στην Ελλάδα το αφορολόγητο ποσό διατακτικής παραμένει σταθερό στα 6 ευρώ ημερησίως (δηλαδή το αντίστοιχο με 2.000 δραχμές παλαιότερα) από το 2004.
Την ίδια ώρα, στην υπόλοιπη Ευρώπη τα ποσά καλπάζουν για να καλύψουν τον πληθωρισμό. Σύμφωνα με τη μελέτη:
■ Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος της ονομαστικής αξίας έχει φτάσει τα 9,2 ευρώ ανά ημέρα.
■ Στη Ρουμανία η αξία αυξήθηκε κατά 314% από το 2017, φτάνοντας τα 8,04 ευρώ.
■ Στη Γαλλία το ποσό αγγίζει τα 14,36 ευρώ.
■ Χώρες που συγκρίνονται εισοδηματικά με την Ελλάδα όπως η Σλοβακία την έχουν ξεπεράσει προ πολλού, με αξίες άνω των 8 ευρώ.
■ Σε χώρες όπως η Τσεχία προβλέπεται αύξηση του ποσού της διατακτικής κάθε φορά που οι τιμές ανεβαίνουν κατά 20% λόγω πληθωρισμού, διατηρώντας με αυτόν τον τρόπο την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων.
Πού οδηγεί αυτό; Στην Ελλάδα, η μηνιαία παροχή αναλογεί μόλις στο 13,6% του κατώτατου μισθού, όταν ο μέσος όρος στις υπό εξέταση άλλες χώρες ήταν 21% το 2024. Επιπλέον στη χώρα μας, όμως, εδώ και δεκαετίες αυξήσεις βλέπουν κυρίως όσοι αμείβονται με τον κατώτατο μισθό, ενώ εργαζόμενοι με μεσαίες και υψηλότερες αποδοχές δεν βλέπουν ούτε άμεσες αυξήσεις στον μισθό τους ούτε όμως και αύξηση στις παροχές σίτισης από τον εργοδότη τους.
Το σενάριο των 8 ευρώ: Kόστος και οφέλη
Η μελέτη εξετάζει το σενάριο αύξησης του αφορολόγητου ορίου κατά 2 ευρώ, από 6 στα 8 ευρώ ανά ημέρα.
Σύμφωνα με την PwC, το καθαρό κόστος για το κράτος (δημοσιονομικό αποτέλεσμα) εκτιμάται σε απώλειες 26 εκατ. ευρώ, από τον δεύτερο χρόνο εφαρμογής του μέτρου. Οι συνολικές απώλειες για το Δημόσιο εκτιμώνται σε περίπου 47,6 εκατ. ευρώ. Απορρέουν κυρίως από το γεγονός ότι πολλές επιχειρήσεις, αντί να δίνουν μισθολογικές αυξήσεις, θα προτιμούσαν να δώσουν αύξηση μέσω αφορολόγητων διατακτικών. Τότε το κράτος θα χάσει: (α) φόρο από τα κέρδη των επιχειρήσεων -καθώς αυτά μειώνονται δίνοντας τέτοιες παροχές, (β) φόρους εισοδήματος εργαζομένων για παροχές που μένουν αφορολόγητες και (γ) ασφαλιστικές εισφορές που θα επιβάρυναν τις παροχές αν δίνονταν άμεσα στον μισθό ως αύξηση.
Από την άλλη, η παροχή αυτή οδηγεί σε άμεση αύξηση της κατανάλωσης. Ετσι, μέσα σε έναν-τρεις μήνες, το πολύ, επιστρέφουν στο Δημόσιο αυξημένα έσοδα από έμμεσους φόρους κατανάλωσης.
Με βάση τη μελέτη της PwC, υπολογίζονται πρόσθετα έσοδα περίπου 21,6 εκατ. ευρώ από τον ΦΠΑ (καθώς οι εργαζόμενοι ξοδεύουν αυτά τα χρήματα στην αγορά) και τη φορολογία των επιχειρήσεων εστίασης και σούπερ μάρκετ που θα αυξήσουν τον τζίρο τους.
Ψηφιοποίηση και παραοικονομία
Το κράτος θα κέρδιζε επιπλέον 5,4 εκατ. ευρώ τον χρόνο, σύμφωνα με τη μελέτη, αν επέλθει πλήρης ψηφιοποίηση της παροχής (δηλαδή ηλεκτρονική κάρτα σίτισης ως μέσω πληρωμής αντί «χάρτινες» διατακτικές) μέσω της καταπολέμησης της παραοικονομίας, περιορίζοντας το καθαρό κόστος για το Δημόσιο σε 20 εκατ. ευρώ τον χρόνο.
Σήμερα εκτιμάται ότι κυκλοφορούν «χάρτινα» κουπόνια αξίας 135 εκατ. ευρώ, τα οποία αλλάζουν χέρια χωρίς αυστηρή παρακολούθηση και περιορισμούς στη χρήση τους.
Εδώ κρύβεται όμως μια «γκρίζα ζώνη» της ψηφιοποίησης: διασφαλίζει μεν ότι τα χρήματα θα πηγαίνουν αποκλειστικά σε τρόφιμα και εστίαση -όπως είναι το δημοσιονομικά ορθό-, δυσκολεύει όμως μια μερίδα χρηστών που ενδεχομένως καλύπτει και άλλες ανάγκες (π.χ. για εξαργύρωση σε καύσιμα).
Ο ελέφαντας στο δωμάτιο: Γιατί διστάζει η κυβέρνηση
Θεωρητικά, λόγω ακρίβειας, η αύξηση της ονομαστικής αξίας των διατακτικών φαντάζει ως ώριμο φρούτο και στη χώρα μας. Θα τόνωνε την κατανάλωση και το ΑΕΠ, θα στήριζε το εισόδημα των εργαζομένων και θα έφερνε την Ελλάδα πιο κοντά στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα.
Οσο η κυβέρνηση ζυγίζει τον φόβο των δημοσιονομικών ανοιγμάτων περισσότερο από την ενίσχυση του εισοδήματος, η Ελλάδα θα παραμένει κολλημένη… σε τιμές 2004.
Ωστόσο, αν το κόστος είναι μόλις 20 ή 26 εκατ. ευρώ -ενώ τα οφέλη στην αγοραστική δύναμη σημαντικά και πολλαπλασιαστικά- τότε γιατί το οικονομικό επιτελείο διστάζει να αυξήσει το όριο χρήσης;
Η απάντηση ενδεχομένως δεν κρύβεται στους φόρους που χάνει, αλλά στις κρατικές δαπάνες. Σιωπηρός κίνδυνος θεωρείται ο φόβος της επέκτασης. Αν το όριο των 8 ευρώ καθιερωθεί ως πρότυπο στον ιδιωτικό τομέα, είναι θέμα χρόνου ίσως να αποτελέσει διεκδίκηση και για ΔΕΚΟ, οργανισμούς ή φορείς του ευρύτερου Δημοσίου, επιβαρύνοντας τον Προϋπολογισμό, ματαιώνοντας σχέδια και εισηγήσεις.
Διαβάστε ακόμη
Ψηφιακή επαλήθευση ηλικίας για πρώτη φορά μέσω Gov.gr Wallet και Kids Wallet – Πώς λειτουργεί (vid)
Golden Goose: Το Κατάρ εξετάζει την εξαγορά του 10% της εταιρείας sneakers
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.