Του Μάριου Ροζάκου

Δημοσιονομικό κόστος που μπορεί να φθάσει συνολικά τα 4,4-5,5 δισ. ευρώ τη διετία 2019-2020 έχουν οι παροχές Τσίπρα, όπως προκύπτει από αναλυτικό πίνακα που περιλαμβάνεται στην 3η έκθεση ενισχυμένης μεταμνημονιακής εποπτείας. Σύμφωνα με την έκθεση, που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το συνολικό κόστος των μέτρων στη διετία θα είναι μόλις 2,3 δισ. ευρώ.

Την ανησυχία του για τις παροχές Τσίπρα εξέφρασε ο Αντιπρόεδρος της Κομισιόν Βλάντις Ντομπρόβσκις, καθώς η Επιτροπή εκτιμά ότι τα μέτρα κινούνται σε λάθος κατεύθυνση και απειλούν την ανάπτυξη και ανοίγει «τρύπα» στους δημοσιονομικούς στόχους.

Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί επισημαίνουν στην εισαγωγή της έκθεσης ότι το δημοσιονομικό κόστος των παροχών και των ρυθμίσεων οφειλών σε έως 120 δόσεις ξεπερνά το 1% του ΑΕΠ (1,9 δισ. ευρώ) φέτος και τα επόμενα χρόνια. Ωστόσο, αναλυτικός πίνακας που ακολουθεί ανεβάζει τον λογαριασμό στα 4,4-5,5 δισ. ευρώ σε επίπεδο διετίας, καθώς βλέπει:

· Δημοσιονομικό κόστος 1,1%-1,4% του ΑΕΠ φέτος (2,1-2,6 δισ. ευρώ)

· Δημοσιονομικό κόστος 1,2%-1,5% του ΑΕΠ το 2020 (2,3 – 2,9 δισ. ευρώ).

Αναλυτικότερα:

· Οι ρυθμίσεις οφειλών εκτιμάται από τους θεσμούς ότι θα έχουν δημοσιονομικό κόστος 0,3%-0,6% του ΑΕΠ (570 εκατ. ευρώ – 1,14 δισ. ευρώ) φέτος και το 2020

· Οι μειώσεις ΦΠΑ θα κοστίσουν στον προϋπολογισμό 0,3% του ΑΕΠ (570 εκατ. ευρώ) φέτος και 0,4% του ΑΕΠ (760 εκατ. ευρώ) το 2020

· Η 13η σύνταξη και οι αλλαγές στις συντάξεις χηρείας θα έχουν δημοσιονομικό κόστος 0,5% του ΑΕΠ (950 εκατ. ευρώ) ετησίως.

metraaaa.PNG

Επιπλέον στην έκθεση τονίζεται ότι, σύμφωνα με τις προβολές των ευρωπαϊκών θεσμών, τα μέτρα αυτά «θέτουν σε κίνδυνο την επίτευξη του συμφωνηθέντος στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2019 και τα επόμενα χρόνια» και σημειώνεται ότι η έκταση της απόκλισης θα εξαρτηθεί από την πορεία των ρυθμίσεων οφειλών και θα αποτιμηθεί εκ νέου το φθινόπωρο.

fiscal1.PNG

Όσον αφορά στις πρόσθετες παροχές που εξήγγειλε η κυβέρνηση για το 2020, οι θεσμοί σημειώνουν ότι η κυβέρνηση έχει δώσει μια μερική εκτίμηση για δημοσιονομικό αντίκτυπο ύψους 1,2 δισ. ευρώ ή 0,6% του ΑΕΠ, αλλά δεν έχει γίνει οριστική αποτίμηση των μέτρων αυτών, καθώς δεν έχουν νομοθετηθεί.realgdp.PNG

«Στις 15 Μαΐου, μετά την υποβολή του Προγράμματος Σταθερότητας, οι αρχές υιοθέτησαν ένα πακέτο μόνιμων δημοσιονομικών μέτρων τα οποία εκτιμάται από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς ότι θα έχουν δημοσιονομικό κόστος άνω του 1% του ΑΕΠ το 2019 και εξής. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν νέες ρυθμίσεις για χρέη προς την εφορία, τα ασφαλιστικά ταμεία και τους δήμους, μειώσεις σε επιλεγμένους συντελεστές ΦΠΑ, την εισαγωγή 13ης σύνταξης και την ακύρωση της προηγούμενης μεταρρύθμισης στις συντάξεις χηρείας», υπογραμμίζεται στην έκθεση.

Οι θεσμοί διατυπώνουν επίσης την ένστασή τους για την «ποιότητα» των μέτρων που ανακοίνωσε η ελληνική κυβέρνηση, επισημαίνοντας ότι ακυρώνουν μνημονιακές μεταρρυθμίσεις στο πεδίο των συντάξεων και του ΦΠΑ. Οι βασικές ενστάσεις που διατυπώνονται στην έκθεση είναι οι εξής:

· «Η διάρκεια των νέων ρυθμίσεων οφειλών είναι πολύ μεγάλη (120 μηνιαίες δόσεις) και οι ρυθμίσεις περιλαμβάνουν περιορισμένες μόνο προβλέψεις για να αξιολογηθεί η δυνατότητα πληρωμής των οφειλετών».

· «Οι χαμηλότεροι συντελεστές ΦΠΑ για τρόφιμα, εστίαση, ηλεκτρισμό και φυσικό αέριο έρχονται σε αντίθεση με ένα σημαντικό μέτρο που υιοθετήθηκε τον Ιούλιο του 2015, ενώ αφήνουν αμετάβλητο τον πολύ υψηλό βασικό συντελεστή 24% και αυξάνουν περαιτέρω το χάσμα στον ΦΠΑ, που είναι ήδη το δεύτερο υψηλότερο στην Ε.Ε.».

· Η 13η σύνταξη και οι αλλαγές στα κριτήρια χορήγησης των συντάξεων χηρείας αλλάζουν εν μέρει μέτρα που υιοθετήθηκαν το 2012 και το 2016 αντιστοίχως, θα αυξήσουν τη συνταξιοδοτική δαπάνη, που είναι ήδη η υψηλότερη στην Ε.Ε. ως ποσοστό του ΑΕΠ, και έρχονται σε αντίθεση με μέτρα που υιοθετήθηκαν στον προϋπολογισμό του 2019 ώστε να διατεθεί υψηλότερο μερίδιο δαπανών για κοινωνικά επιδόματα προς τους νέους και τους εργαζόμενους που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο φτώχειας.

· «Τα μέτρα που υιοθετήθηκαν για τις συντάξεις και τον ΦΠΑ στοχεύουν στην κατανάλωση και θα απορροφήσουν σημαντικό μέρος του δημοσιονομικού χώρου που προβλεπόταν στα νομοθετημένα μέτρα του 2017 να διατεθεί για μειώσεις ασφαλιστικών εισφορών και μειώσεις στη φορολογία των επιχειρήσεων οι οποίες θα ενίσχυαν την ανάπτυξη».

Πιθανός αντίκτυπος από τις παροχές και στο χρέος

Οι παροχές ενδέχεται να προκαλέσουν παρενέργειες και στη μείωση του δημοσίου χρέους, όπως προειδοποιούν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί. «Δεν είναι ακόμα εφικτό να ενσωματωθούν πλήρως τα πρόσφατα δημοσιονομικά μέτρα στην ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, καθώς απαιτείται περαιτέρω ανάλυση σχετικά με την επίδρασή τους στην ανάπτυξη και χρειάζεται μεγαλύτερη σαφήνεια σχετικά με την κατεύθυνση των πολιτικών σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Ωστόσο, πολιτικές που επηρεάζουν αρνητικά το πρωτογενές πλεόνασμα και την αναπτυξιακή δυναμική θα έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην πορεία του χρέους», αναφέρεται στην 3η έκθεση ενισχυμένης εποπτείας. Σημειώνεται επίσης ότι το χρέος παραμένει σε πτωτική τροχιά στο βασικό σενάριο, αλλά εξακολουθεί να ξεπερνά το 100% του ΑΕΠ έως το 2048. Οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας θα κινούνται περί το 10% του ΑΕΠ έως το 2032.

Θέμα του Eurogroup η μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων

Σχετικά με το… bypass στους στόχους για το πρωτογενές πλεόνασμα που επιχείρησε η κυβέρνηση μεταφέροντας 5,5 δισ. ευρώ από το «μαξιλάρι» διαθεσίμων σε ειδικό λογαριασμό, η 3η έκθεση ενισχυμένης εποπτείας παραπέμπει το θέμα στο Eurogroup, το οποίο όμως έχει υπογραμμίσει ήδη την ανάγκη να τηρηθούν οι συμφωνημένοι στόχοι για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ.

«Οποιαδήποτε πρόταση τροποποιεί τη συμφωνία που επετεύχθη με τους Ευρωπαίους εταίρους τον Ιούνιο του 2018 θα πρέπει να συζητηθεί στο Eurogroup στο πλαίσιο μιας επικαιροποιημένες ανάλυσης βιωσιμότητας του χρέους».

Κίνδυνος από δικαστικές αποφάσεις – εξαιρέσεις από το Ενιαίο Μισθολόγιο

Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί τονίζουν για άλλη μια φορά ότι «τα δημόσια οικονομικά της Ελλάδας εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικούς δημοσιονομικούς κινδύνους σε σχέση με εν εξελίξει δικαστικές υποθέσεις και την πιθανή διεύρυνση των εξαιρέσεων από το Ενιαίο Μισθολόγιο στο Δημόσιο» και διαμηνύουν εκ νέου ότι «εάν υπάρξουν δικαστικές αποφάσεις που ανατρέπουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις-κλειδιά, οι οποίες είχαν συμφωνηθεί στη διάρκεια του προγράμματος, οι δημοσιονομικές επιπτώσεις τέτοιων αποφάσεων θα πρέπει να αντιμετωπιστούν σε μεγάλο βαθμό με δράσεις στον ίδιο τομέα πολιτικής».

Στην έκθεση σημειώνονται ακόμα τα εξής: «Δεν υπήρξαν νεότερες πληροφορίες για τις εκκρεμείς υποθέσεις για τις συντάξεις μετά την έκδοση της 2ης έκθεσης ενισχυμένης εποπτείας και η έκδοση της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας για τη συνταγματικότητα των περικοπών των δώρων στο Δημόσιο δεν έχει εκδοθεί ακόμα. Επιπλέον, έχουν αρχίσει ήδη να γίνονται πραγματικότητα οι κίνδυνοι για την ακεραιότητα του Ενιαίου Μισθολογίου και παραμένουν πηγή ανησυχίας. Οι κίνδυνοι αυτοί πηγάζουν κυρίως από την απόφαση να εξαιρεθούν ορισμένοι υπάλληλοι του Υπουργείου Οικονομικών από το Ενιαίο Μισθολόγιο τον Οκτώβριο του 2018, απόφαση η οποία επεκτάθηκε στη συνέχεια και σε άλλους δημόσιους φορείς. Ενώ το κόστος του συγκεκριμένου μέτρου είναι σχετικά περιορισμένο, αυξάνει την πιθανότητα νομικών διεκδικήσεων από άλλες ομάδες δημοσίων υπαλλήλων ή/και άλλων εξαιρέσεων».

Κίτρινες και κόκκινες κάρτες για καθυστερήσεις

Η σημερινή έκθεση των θεσμών δείχνει πολλές κίτρινες και κόκκινες κάρτες στην κυβέρνηση για καθυστερήσεις στην υλοποίηση βασικών μεταμνημονιακών δεσμεύσεων, όπως ανέφερε το protothema.gr από το πρωί (https://www.protothema.gr/economy/article/896913/diadohika-hastoukia-stin-kuvernisi-apo-elstat-kai-europaikous-thesmous/). Μεταξύ άλλων:

1. Χαρακτηρίζει «απογοητευτική» την πρόοδο σχετικά με τη μείωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου (στο τέλος Μαρτίου ήταν μειωμένα κατά 300 εκατ. ευρώ σε σχέση με το τέλος του 3ου Μνημονίου τον Αύγουστο, αλλά παρέμεναν στα 1,4 δισ. ευρώ, δηλαδή στα ίδια επίπεδα με τον Δεκέμβριο του 2018, υποδεικνύοντας συσσώρευση νέων υποχρεώσεων).

2. Διαπιστώνει ότι δεν έχει προχωρήσει το ενδιάμεσο βήμα του 2019 αναφορικά με την προσέγγιση αντικειμενικών – εμπορικών αξιών (εξομοίωση το 2020), ενώ η στελέχωση της ΑΑΔΕ προχωρά με αργούς ρυθμούς και η συλλογή των φορολογικών εσόδων είναι «ασθενέστερη» από τους στόχους.

3. Σημειώνει πως οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά ενέργειας καθυστερούν.

4. Στο Δημόσιο καταγράφεται υπέρβαση των προσλήψεων συμβασιούχων κατά 1.550 άτομα και ζητείται ισάριθμη μείωση προσωπικού.

5. Τα «κόκκινα» δάνεια παραμένουν σε πολύ υψηλά επίπεδα και ζητείται από την κυβέρνηση να εντείνει τις προσπάθειες προώθησης και έγκρισης των σχεδίων που επεξεργάστηκαν το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) και η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ).

6. Αποκαλύπτει ότι η ηλεκτρονική πλατφόρμα για την προστασία της Α΄ κατοικίας προβλέπεται να ενεργοποιηθεί έως το τέλος Ιουλίου (αντί για το τέλος Ιουνίου) και προειδοποιεί ότι η καθυστέρηση δεν πρέπει να οδηγήσει σε παράταση της ισχύος του νέου πλαισίου, που λήγει στο τέλος του έτους.

«Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια σημαντική στιγμή όσον αφορά τις επιλογές πολιτικής που απαιτούνται για την επίτευξη μιας σταθερής και μόνιμης οικονομικής ανάκαμψης», τονίζει με νόημα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και προσθέτει: «Ενώ υπάρχουν μερικοί τομείς πολιτικής όπου η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων συνεχίζεται (π.χ. ορισμένα ζητήματα που σχετίζονται με το Κτηματολόγιο, το Ελληνικό), υπάρχει ο κίνδυνος το μεγαλύτερο μέρος των 15 ειδικών δεσμεύσεων έως τα μέσα του 2019 να μην ολοκληρωθούν σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως οι μεταρρυθμίσεις στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας (αξιολογήσεις αναπηριών), στη Δημόσια Διοίκηση (τοποθέτηση μόνιμων γενικών γραμματέων) και στην ενέργεια (εφαρμογή του target model), υπάρχει κίνδυνος οι καθυστερήσεις αυτές να διαρκέσουν αρκετούς μήνες».

Επιμένει το ΥΠΟΙΚ

 Υψηλόβαθμοι παράγοντες του υπουργείου Οικονομικών έσπευσαν την Τετάρτη να διαψεύσουν τις ανησυχίες που εξέφραζαν λίγες ώρες νωρίτερα οι κ.κ. Ντομπρόφσκις και Μοσκοβισί, κατηγορώντας την Κομισιόν πως κάνει λάθος στις εκτιμήσεις της και λέγοντας σχετικά με την 3η έκθεση ενισχυμένης εποπτείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τα εξής:

· Η Επιτροπή διατυπώνει επιφυλάξεις για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, όπως έχει κάνει πολλές φορές στο παρελθόν, χωρίς ωστόσο να επαληθευθεί. Αναγνωρίζει, μάλιστα, ότι θα πρέπει να επανεκτιμήσει τα δεδομένα το Φθινόπωρο.

· Το υπουργείο Οικονομικών εμμένει στην πρόβλεψή του ότι το πρωτογενές αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης για το έτος 2019 θα διαμορφωθεί στο 4,1% του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας έτσι τον στόχο κατά 0,6% (του ΑΕΠ) και δημιουργώντας αντίστοιχο δημοσιονομικό χώρο.

Και καταλήγουν με έμφαση στο συμπέρασμα ότι «με δεδομένο ότι τα ψηφισθέντα μέτρα έχουν κοστολογηθεί στο 0,6 % του ΑΕΠ (σσ: από το υπουργείο Οικονομικών), το υπουργείο Οικονομικών είναι βέβαιο ότι ο στόχος του 2019 θα επιτευχθεί» και άρα δεν απειλείται το πρωτογενές πλεόνασμα από τις παροχές που εξαγγέλλονται ή και όποιες άλλες έρθουν.