Αντοχές φαίνεται να δείχνει προς το παρόν η ελληνική αγορά λιπασμάτων, παρά τα προβλήματα που παρουσιάζονται με τις τιμές σε παγκόσμιο επίπεδο, λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, καθώς σε μια ιδιαίτερη κρίσιμη περίοδο για τις αγορές λιπασμάτων από τους αγρότες, έχουν παρατηρηθεί μεταβολές στις τιμές, το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και συνολικά η κυβέρνηση, εξετάζουν το ενδεχόμενο παρέμβασης ακόμα και μέσα στην εβδομάδα, είτε με την επιβολή πλαφόν, είτε με κάποια επιδότηση προς τους παραγωγούς.
Τα παραπάνω γνωστοποίησε ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Κώστας Τσιάρας, μιλώντας τη Δευτέρα στον ραδιοφωνικό σταθμό του ΣΚΑΙ.
«Οι κατευθύνσεις στις οποίες μπορεί να κινηθεί κανείς είναι δύο: η μία είναι το πλαφόν και η άλλη είναι οι γενικότερες ενισχύσεις που δίνονται κατά καιρούς». «Αυτό που μπορώ να σας πω είναι ότι εντός της εβδομάδας θα ληφθούν αποφάσεις για το συγκεκριμένο ζήτημα», συμπλήρωσε.
Εξήγησε ακόμα, ότι η αύξηση στις τιμές των λιπασμάτων συνδέεται άμεσα με την άνοδο του κόστους της ενέργειας και ειδικότερα του πετρελαίου, επισημαίνοντας ότι η εξέλιξη αυτή έχει ήδη αρχίσει να δημιουργεί πιέσεις στην αγροτική παραγωγή.
Όλα αυτά, σε μια περίοδο, που οι αγρότες τώρα αγοράζουν λιπάσματα, χωρίς τα οποία δεν μπορούν να έχουν ούτε το ποσοτικό, ούτε το ποιοτικό επιθυμητό αποτέλεσμα.
Υπενθυμίζεται, πως εξαιτίας της κρίσης στη Μέση Ανατολή, ήδη έχει επιβληθεί πλαφόν στις τιμές σε βασικά είδη πρώτης ανάγκης και στα καύσιμα.
Επάρκεια λιπασμάτων σε Ελλάδα και Ευρώπη, αλλά η αβεβαιότητα προβληματίζει
Μιλώντας στο newmoney, ο κ. Ελευθέριος Ρουμελιώτης, Managing Director της Yara Ελλάς (θυγατρικής της Yara International – κολοσσός παγκοσμίως στα αζωτούχα λιπάσματα), επιβεβαιωνει μεν πως υπάρχει πίεση στην αγορά λόγω των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή, ωστόσο δεν παρατηρούνται σημαντικές διαταραχές στον εφοδιασμό της ελληνικής αγοράς.
”Η υφιστάμενη γεωπολιτική αστάθεια ασκεί, όντως, έντονες πιέσεις στις αγορές λιπασμάτων, καθώς η αύξηση του κόστους ενέργειας και των πρώτων υλών οδηγεί σε σημαντική άνοδο του κόστους παραγωγής σε διεθνές επίπεδο”, σημειώνει.
”Παρότι η Ελλάδα εισάγει σημαντικές ποσότητες λιπασμάτων, δεν παρατηρούνται, επί του παρόντος, σοβαρές διαταραχές στον εφοδιασμό. Παρ’ όλα αυτά, το ευρύτερο περιβάλλον δημιουργεί ουσιαστική αβεβαιότητα και για τους Έλληνες παραγωγούς και για ολόκληρη την αγροδιατροφική αλυσίδα.
Τα λιπάσματα δεν αποτελούν ένα απλό εμπορεύσιμο αγαθό, δεδομένου ότι η μισή παγκόσμια παραγωγή τροφίμων εξαρτάται από αυτά και από τη διασφάλιση σταθερών και αξιόπιστων αλυσίδων εφοδιασμού”, τονίζει ο κ. Ρουμελιώτης.
Όπως διευκρινίζει βέβαια, ”η Yara έχει περιορισμένη έκθεση στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και βρίσκεται σε ισχυρή θέση για να διαχειριστεί την αστάθεια μέσω του παγκόσμιου συστήματος εφοδιασμού της, το οποίο μας παρέχει την απαιτούμενη ευελιξία καθώς εξελίσσεται η κατάσταση.
Προς το παρόν, δεν εξετάζουμε το ενδεχόμενο περιορισμού της παραγωγής στην Ευρώπη. Όμως η τρέχουσα αστάθεια υπογραμμίζει πόσο αναγκαία είναι μια ανθεκτική αλυσίδα αξίας λιπασμάτων για την Ελλάδα και την Ευρώπη, ειδικά σε περιόδους αβεβαιότητας”, καταλήγει.
Τη διαθεσιμότητα λιπασμάτων στην ευρωπαϊκή αγορά, παρά την κρίση στη Μέση Ανατολή, επιβεβαιώνει και η Fertilizers Europe.
Όπως τονίζεται στην ανακοίνωση της βιομηχανίας λιπασμάτων της ΕΕ, προς το παρόν δεν υπάρχουν προβλήματα με τη διαθεσιμότητα στην ευρωπαϊκή αγορά, δεδομένης της σχετικά υψηλής παραγωγής των Ευρωπαίων παραγωγών και των πολύ υψηλών επιπέδων εισαγωγών στο δ’ τρίμηνο του 2025.
Ωστόσο τονίζεται, ότι εάν η κατάσταση επιμείνει ή επιδεινωθεί περαιτέρω, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο ενίσχυσης της βοήθειας και της αρωγής προς τους Ευρωπαίους αγρότες, υποστηρίζοντας παράλληλα την ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας λιπασμάτων.
Βαριά εκτεθειμένη η Ασία – Ανησυχία για παγκόσμιο σοκ στα τρόφιμα
Παρά την σχετικά ήπια επίδραση που παρατηρείται μέχρι στιγμής στην ευρωπαϊκή αγορά, η εικόνα δεν είναι ίδια σε παγκόσμιο επίπεδο και ιδιαίτερα σε ασιατικές χώρες, που εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από το LNG των χωρών του Κόλπου.
Δεν είναι λίγοι οι αναλυτές, που υποστηρίζουν ότι αν επιδεινωθεί η κατάσταση στη Μέση Ανατολή, το σοκ που θα προκληθεί στα τρόφιμα, θα είναι χειρότερο από εκείνο που προκάλεσε η έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία.
Οι ιρανικές επιθέσεις σε χώρες του Κόλπου, έχουν θέσει εκτός λειτουργίας σημαντικό μέρος της παραγωγής ουρίας στη Μέση Ανατολή — του πιο διαδεδομένου αζωτούχου λιπάσματος παγκοσμίως — ενώ ταυτόχρονα η έλλειψη φυσικού αερίου έχει αναγκάσει παραγωγούς λιπασμάτων σε ολόκληρη τη Νότια Ασία να περιορίσουν την παραγωγή τους, αναφέρουν σε πρόσφατο ρεπορτάζ τους οι Financial Times.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας δεδομένων Kpler, από τα 2,1 εκατ. τόνους ουρίας, που κανονικά θα είχαν φορτωθεί για εξαγωγή τις τελευταίες δύο εβδομάδες, περίπου οι μισοί έχουν επηρεαστεί ή δεν έχουν διακινηθεί. Την ίδια στιγμή, περισσότεροι από 1,1 εκατ. τόνοι λιπασμάτων και πρώτων υλών για την παραγωγή τους, συμπεριλαμβανομένων 570.000 τόνων ουρίας, παραμένουν «εγκλωβισμένοι» στον Περσικό Κόλπο — είτε βρίσκονται στη διαδικασία φόρτωσης είτε ήδη πάνω σε πλοία.
Τα αζωτούχα λιπάσματα, τα οποία στηρίζουν περίπου το 50% της παγκόσμιας παραγωγής τροφίμων, παράγονται από αμμωνία με τη χρήση φυσικού αερίου — η τιμή του οποίου έχει εκτιναχθεί από την έναρξη του πολέμου.
Όλα αυτά την ίδια στιγμή που βρισκόμαστε σε περίοδο σποράς, με την ανησυχία για χαμηλότερες αποδόσεις σε βασικές καλλιέργειες να μεγαλώνει.
Οι τιμές των θρεπτικών στοιχείων για καλλιέργειες έχουν ήδη εκτοξευθεί, με το κόστος της ουρίας να έχει αυξηθεί κατά περισσότερο από 40% από την έναρξη της σύγκρουσης, σύμφωνα με την εταιρεία ανάλυσης αγορών πρώτων υλών CRU.
Η παγκόσμια αγορά ουρίας ανέρχεται περίπου στους 196 εκατ. τόνους ετησίως, εκ των οποίων μόλις 57 εκατ. τόνοι διακινούνται μέσω διεθνούς εμπορίου. Αυτό σημαίνει ότι διαταραχές στις εξαγωγές από μία μόνο περιοχή μπορούν να μεταδοθούν ταχύτατα σε ολόκληρη την αγορά λιπασμάτων, προειδοποιεί ο αναλυτής της CRU, Κρις Λόσον.
Όπως σημείωσε, η κατάσταση ενδέχεται να επιδεινωθεί σύντομα, καθώς οι παραγωγοί μπορούν να συνεχίσουν τη λειτουργία τους μόνο όσο διαθέτουν αποθηκευτικό χώρο για τα απούλητα φορτία.
Παρατεταμένες διακοπές μπορεί να οδηγήσουν σε κλείσιμο περισσότερων μονάδων, ενδεχομένως και μόνιμο. Η επανεκκίνηση εγκαταστάσεων αμμωνίας και ουρίας απαιτεί εβδομάδες, καθώς προϋποθέτει αυστηρό έλεγχο θερμοκρασίας και πίεσης.
Διαβάστε ακόμη
Νέα δυναμική στην επενδυτική αγορά – Τι αλλάζει το deal Euroxx – Optima
Κρίση στη Μέση Ανατολή: Πώς βλέπουν την επόμενη μέρα στην ενέργεια οι ισχυροί managers του κλάδου
Συμφωνία Ιράκ και Κουρδιστάν για επανεκκίνηση εξαγωγών πετρελαίου μέσω Τουρκίας
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.