Στο τέλος της κουβέντας μας του λέω ότι θα ήθελα να μιλάω μαζί του για ώρες. Ο Χάρης Φραγκούλης είναι από τα πιο γοητευτικά πλάσματα που έχω γνωρίσει. Και δεν αναφέρομαι φυσικά σε κάποια εξωτερική γοητεία.
Μιλάω γι’ αυτή την εσωτερική ορμή, αυτό το παιδί μέσα του που δεν λέει να ησυχάσει, αυτή τη μίξη ειλικρίνειας και αγνότητας που σε κάνει να σαστίζεις. Ο Χάρης μοιάζει με δίνη που χωρίς να το καταλάβεις σ’ έχει αρπάξει και σε στροβιλίζει. Oπως εκείνο το καρουζέλ που ετοιμάζεται να στήσει στη σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κυκλάδων με αφορμή τη σκηνοθεσία του στην παράσταση «Ο Aρντεν πρέπει να πεθάνει», στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών (2-6 και 8-12 Ιουνίου).
«Ημουν ταραγμένο παιδί. Μπορεί να είμαι και ακόμα. Δεν είμαι διαταραγμένος. Είμαι ταραγμένος με την έννοια της ενέργειας που δεν ξέρεις τι να την κάνεις. Εβγαινα πολύ, έπινα, είχα κάνει ναρκωτικά για ένα διάστημα, πήγαινα στο γήπεδο, έκανα πυγμαχία, έμπλεκα σε καβγάδες», μου λέει για τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια. Στα δώδεκα χρόνια του, ο διευθυντής του Αρσάκειου Σχολείου, στο οποίο πηγαίνει, του λέει ότι είναι το σάπιο κλαδί του δέντρου και θα το κόψει. «Και μ’ έκοψε!» μου λέει ο Χάρης κι ακόμα τον νιώθεις τραυματισμένο.

Εχοντας αποβληθεί οριστικά από το Αρσάκειο, συνεχίζει στο δημόσιο σχολείο. Παραμένει όμως πιστός στον ρόλο του ατίθασου, υπερενεργητικού εφήβου. «Ανταποκρίθηκα σε αυτόν τον ρόλο. Και βολεύτηκα. Εγκλωβίστηκα μέσα σε μία συνθήκη που τη συντηρούσα», παραδέχεται και σπεύδει να προσθέσει: «Δέχτηκα πολλή βία και επέστρεψα πολλή βία».
Αν έχει καταλήξει σε κάτι σήμερα όσον αφορά σε αυτό το κομμάτι, είναι ότι ποτέ η εκπαίδευση δεν μπορεί να γίνει με βία.
«Τα πράγματα μαθαίνονται μόνο μέσα από την ελευθερία και τη χαρά. Δεν νοείται εκπαίδευση μέσα από τον ψυχαναγκασμό», παρατηρεί.
Η απίστευτη αυτή ταραχή μέσα του τον εξωθεί σε ακρότητες, αλλά παράλληλα του κάνει κι ένα μεγάλο δώρο. Τον οδηγεί στο θέατρο. Η είσοδός του στη Δραματική Σχολή του Εθνικού στα 21 του χρόνια φέρνει τα πάνω κάτω. «Στη Δραματική υπήρξε ένας κόσμος που με έκανε να καταλάβω ότι για να διατηρεί κάποιος την ατομικότητα και τη δημιουργικότητά του δεν χρειάζεται να είναι μαλάκας. Μπορεί να είναι και ωραίος τύπος. Γνώρισα ανθρώπους πολύ απενοχοποιημένους, που με έσπρωχναν προς τη χαρά και τη διεκδίκηση αυτών που θέλω μέσα από μία ελευθερία. Εκεί είπα ότι “εδώ είμαστε μαζί!”. Μέχρι τότε η εξέλιξή μου γινόταν αντιληπτή σε μένα μόνο μέσα από την κόντρα», μου εξομολογείται.
Κάπου εκεί η συζήτησή μας πηγαίνει στους μεγάλους δασκάλους. Αναρωτιέμαι αν η έννοια του μεγάλου δασκάλου κρύβει μέσα της και ένα υπερμέγεθες Εγώ, που συνοδεύεται από έναν αυταρχισμό. «Αν είναι γενναιόδωρος δεν είναι αυταρχικός. Και τότε είναι και πιο μεγάλος. Το θέμα δεν είναι να υπάρχει ένας μεγάλος δάσκαλος που να τρέφεται μέσα από μία σχέση εξάρτησης και εξουσίας. Διότι υπάρχει πάρα πολύ αυτό. Το θέμα είναι να εμπνέεσαι από έναν άνθρωπο και μετά να σου λέει ο ίδιος “πέτα!”. Δυστυχώς όμως υπάρχουν τέτοιου είδους συμπλεγματικές σχέσεις εξουσίας και σε μεγάλους σκηνοθέτες και σε ομάδες», μου εξηγεί.
Ο ίδιος αυτή την εξουσία, που του χαρίζει αναπόφευκτα η θέση του σκηνοθέτη στις παραστάσεις του, την κάνει στην άκρη. Δεν είναι αυτό το ζητούμενό του. Δεν είναι αυτό το απωθημένο του. «Μέσα από τη σκηνοθεσία εμβαθύνω στην προσωπική μου σχέση με το θέατρο. Ολα ξεκινούν από μία ερωτική ορμή προς το έργο και τα πρόσωπα με τα οποία συνεργάζομαι. Η λογική μου είναι ότι θέλω να κάνω αυτό το έργο με αυτούς τους συνεργάτες», μου λέει και συνεχίζει: «Θεωρώ, ας πούμε, ότι ο Γιάννος (Περλέγκας) έχει κάποια χρώματα που δεν τα βλέπω συνήθως σε παραστάσεις που παίζει. Θέλω να τα δω. Θέλω να ανακαλύψω τον πλούτο του και χρησιμοποιώ το θέατρο για να δω την ψυχή του που με αφορά. Δεν σκηνοθετώ γενικά. Πιο πολύ παίζω γενικά».
Η σκηνοθεσία ικανοποιεί μία βαθιά του ανάγκη. Να διατηρήσει ζωντανό το παιδί μέσα του. «Να κρατήσω ένα δικό μου αγνό, παιδικό και ευαίσθητο κομμάτι μέσα σ’ ένα πράγμα δύσκολο που λέγεται ζωή», μου επισημαίνει. «Πολλοί αυτό το πυρηνικό τους κομμάτι το σκοτώνουν. Ή το μικραίνουν όλο και πιο πολύ, που πια δεν το ακούν. Κάποτε όμως υπήρξε μέσα τους και ήθελε να δει, να μάθει, να φάει τα πάντα. Θυμάσαι αυτό το παιδάκι που ρωτούσε όλο περιέργεια συνεχώς “τι είναι αυτό;” και “τι είναι αυτό;” και το βλέπεις μετά στα 40 του, που δεν έχει περιέργεια για τίποτα. Θέλω να το δω αυτό το παιδί μέσα από την παράσταση που θα κάνω. Και θα το δω. Ανεξάρτητα αν είναι καλή ή κακή, αν αρέσει ή όχι».
Ο Χάρης είναι τρελά ερωτευμένος με αυτό που κάνει. Οχι με μία θεωρητική ιδέα. Με την ίδια τη θεατρική πράξη, με την πρόβα, με τους ανθρώπους που συνεργάζεται για να φτιάξουν όλοι μαζί «μια παραμύθα», όπως μου λέει. Σε αυτό δεν χωράνε συμβιβασμοί, δεν χωράνε υποχωρήσεις, έστω κι αν αυτές θεωρούνται αναγκαίες από κάποιους στο πλαίσιο του επαγγέλματος. «Θέλω οι άνθρωποι με τους οποίους συνεργάζομαι να μου κάνουν κάτι. Να με ιντριγκάρουν. Και θέλω να ζω έτσι, ώστε αυτό να με νοιάζει πάντα. Γιατί όταν ζεις αλλιώς, κάποια στιγμή μαθαίνεις σε αυτόν τον τρόπο και σταματάει και η ανάγκη σου να σε ‘τριπάρει’ ο άλλος. Κι αυτό είναι η απελπισία. Βλέπω ανθρώπους που δεν έχουν πια ανάγκη να τους συμβαίνει αυτό. Είναι ‘εντάξει’. Μα πώς γίνεται; Πώς γίνεται να μην έχεις ανάγκη να δεις, να γνωρίσεις πράγματα που θα σε ταράξουν; Θετικά ή αρνητικά;» αναρωτιέται έχοντας ανάψει.
«Τα μεγάλα έργα είναι γραμμένα από ταραγμένα μυαλά. Από ανθρώπους σε πορνεία, μέσα στην πανούκλα… Τα έχουν γράψει χέρια ταραγμένα. Πώς γίνεται να τα λένε καθωσπρέπει άνθρωποι; Κάνει μπαμ ότι ο άνθρωπος που έγραψε το “Ο Αρντεν πρέπει να πεθάνει” είδε μέσα του την άβυσσο, ότι έχει βουτήξει κάπου πολύ βαθιά», συνεχίζει και μου λέει όλο πάθος γι’ αυτό το καρουζέλ, που θα είναι το σκηνικό της παράστασης και θα γυρίζει ασταμάτητα, γιατί «το έργο το διαβάζεις και είναι μία δίνη».
Περισσότερα εδώ

Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.