Της Μαριάννας Τζάννε
Στην αποκαθήλωση του συστήματος μειοδοσίας προχώρησαν χθες οι ισχυρές τεχνικές εταιρείες, στέλνοντας σαφές μήνυμα στην κυβέρνηση που ετοιμάζει θεσμικές παρεμβάσεις στα δημόσια έργα χωρίς όμως να ανατρέπει το υφιστάμενο καθεστώς.
Οι εργολάβοι “πυροβολούν” τις μεγάλες εκπτώσεις και χθες σε ημερίδα του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Ανώτατης Τάξης (ΣΤΕΑΤ), παρουσία της αφρόκρεμας του κλάδου αλλά και μεσαίων και μικρών εργοληπτών, προσπάθησαν να καταδείξουν με στοιχεία την παθογένεια του συστήματος που όπως υποστηρίζουν σε αρκετές περιπτώσεις φτάνει να εκτινάσσει το κόστος ακόμη και πάνω από τον αρχικό προϋπολογισμό. Με τον χαρακτηριστικό τίτλο “το Φθηνό είναι και ακριβό” η μελέτη που παρουσίασε ο οικονομολόγος κ. Ιωάννης Γιάνναρος, απέδειξε ότι πλήθος έργων άνω των 10 εκ., ευρώ καταλήγουν στο δημόσιο υπερκοστολογημένα μέσω συμπληρωματικών συμβάσεων, εργολαβιών σκούπα και αυξημένου χρηματοοικονομικού κόστους.
Η μελέτη βασίστηκε σε δείγμα 706 έργων που δημοπρατήθηκαν την τελευταία 15ετία και αποδεικνύει ότι ένα στα τρία έργα ανατέθηκε με έκπτωση από 40% έως 60%. Ο κ. Γιάνναρος παρουσίασε το παράδειγμα ομάδας τεσσάρων οδικών έργων προϋπολογισμού δημοπράτησης 526 εκατ. ευρώ τα οποία ανατέθηκαν με κόστος 384,2 εκατ. ευρώ. Ωστόσο μέσω δύο εργολαβιών – «σκούπα», το τελικό κόστος για το δημόσιο εκτοξεύθηκε στα 555,7 εκατ. ευρώ. Αν προστεθεί και το επιπλέον χρηματοδοτικό κόστος για το δημόσιο τότε η συνολική δαπάνη αγγίζει τα 593 εκατομμύρια, χωρίς να έχει ολοκληρωθεί το έργο. Το ξεχείλωμα του κόστος συνοδεύεται απαραιτήτως και με ξεχείλωμα του χρονοδιαγράμματος. Σε άλλη περίπτωση σιδηροδρομικού έργου ύψους 250 εκατ. ευρώ, το αρχικό συμβατικό κόστος ήταν 110 εκατ. ευρώ με έκπτωση 56%. Το έργο χωρίς να έχει ολοκληρωθεί έχει κοστίσει μέχρι σήμερα 348 εκατ. Ευρώ και από 44 μήνες που ήταν ο εκτιμώμενος χρόνος υλοποίησης έχει φτάσει τους 171 μήνες!
«Μπάζει νερά» το σύστημα παραγωγής έργων
Ο κ. Γιάνναρος υποστήριξε ότι το σύστημα παραγωγής δημοσίων έργων παρουσιάζει διαρθρωτικά προβλήματα και ότι δεν καλύπτει τις σύγχρονες απαιτήσεις. Επισημάνθηκε δε ότι το πρόβλημα αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στην έλλειψη ορθολογικού σχεδιασμού (στοχοθεσία – προδιαγραφές – τιμές – μελέτες) και στο γεγονός ότι οι Αναθέτουσες Αρχές δεν είχαν επαρκή τεκμηρίωση του κόστους. «Η μειοδοσία, χωρίς υποστήριξη με κατάλληλα εργαλεία, επιδείνωσε το πρόβλημα. Η αυξημένη εγγυοδοσία δεν αντιμετώπισε της υπέρμετρες εκπτώσεις, αντίθετα παρουσιάστηκαν : υπερβάσεις κόστους – συμπληρωματικές συμβάσεις, που χρησιμοποιούνταν για να καλυφθούν ατέλειες – προβλήματα σχεδιασμού (απαλλοτριώσεις, γεωτεχνικές – αρχαιολογικές έρευνες, αδειοδότηση χώρων εναπόθεσης προϊόντων, καθαιρέσεων & εκσκαφών, κλπ)».
Τέλος, «η μη ολοκλήρωση εργολαβιών σε αρκετές περιπτώσεις οδηγεί σε νέες συμβάσεις τύπου “σκούπα”, με σημαντικές αυξήσεις στο τελικό κόστος, ξεπερνώντας συνήθως τον προϋπολογισμό και με χρόνους υλοποίησης σημαντικά μεγαλύτερους από τους προγραμματισμένους. Η διάρθρωση του ΜΕΕΠ και ο τρόπος ελέγχου – διατήρησης των εταιρειών δεν εκσυγχρονίστηκε. Πλήθος εταιρειών κατέληξε με προβλήματα οικονομικά μέχρι διάλυσης τους».
Ο κακός σχεδιασμός δημιουργεί περιττά έργα και καταπίνει πολύτιμους πόρους
Το μοντέλο του μαθηματικού τύπου που απέσυραν οι προηγούμενες κυβερνήσεις ως προϊόν “στησίματος” των έργων, φάνηκε να προκρίνει έμμεσα στην ομιλία του ο κ. Σέργιος Λαμπρόπουλος, πρώην γενικός γραμματέας του ΥΠΕΧΩΔΕ και τέως καθηγητής του ΕΜΠ. Ο κ. Λαμπρόπουλος επέκρινε το μοντέλο μειοδοσίας λέγοντας ότι οδήγησε σε “δραματικές” καταστάσεις και υποστήριξε ότι “υπήρξε εταιρεία που σάρωνε όλα τα έργα και στην συνέχεια κατέρρευσε”. Υπογράμμισε ότι ο μειοδότης κατά τον υπολογισμό της προσφοράς του όχι μόνο έχει μηδενίσει το κέρδος του, αλλά ούτε καν έχει προβλέψει την πλήρη κάλυψη των γενικών εξόδων του, ελπίζοντας ότι με συμπληρωματικές συμβάσεις και διαπραγμάτευση θα επιτύχει βελτίωση των οικονομικών δεδομένων.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε από τον τέως ΓΓ και στο σχεδιασμό των έργων, που εμμέσως πλην σαφώς απέδειξε ότι υπηρετεί μικροπολιτικούς σκοπούς χωρίς να υπολογίζει το κόστος και την απαξίωση άλλων υποδομών, στις οποίες έχουν δαπανηθεί εκατομμύρια ευρώ αλλά και χωρίς τη στοιχειώδη συνεργασία των δημοσίων υπηρεσιών. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε την περίπτωση του αυτοκινητοδρόμου Ε65 (Λαμία-Ξυνιάδα). Όπως είπε πρόσφατα ολοκληρώθηκε το Λαμία Στυλίδα- Λάρισα μήκους 150 χλμ. Ωστόσο ως σύμβαση παραχώρησης κατασκευάζεται ο Ε65 ενώ από την Περιφερεια Θεσσαλίας υλοποιείται το τμήμα Σοφάδες -Λάρισα ως οδός ταχείας κυκλοφορίας.
Ο κ. Λαμπρόπουλος ανέφερε ότι ο Ε65 μαζί με το Σοφάδες Λάρισα εξασφαλίζουν αποτελεσματικά την σύνδεση Λαμίας -Λάρισας. “Κατά συνέπεια τα 150 χλμ του αυτοκινητοδρόμου θα μπορούσαν να είχαν αναβληθεί και ο Ε65 να κατασκευαστεί ως δημόσιο έργο”. Ο κ. Λαμπρόπουλος τάχθηκε υπέρ της εγκατάλειψης των “ισοπεδωτικών φθηνών τιμών” και ζήτησε να συνδυαστεί ο ανταγωνισμός της επιτυχούς κατασκευής με την τιμή, το χρονοδιάγραμμα και την εγγυημένη συντήρηση του έργου.

Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.