Η Ελλάδα καταφέρνει να περιορίζει τις πιέσεις στο κόστος δανεισμού της, παρά τη μεγάλη αναταραχή που σαρώνει τις διεθνείς αγορές κρατικών ομολόγων και έχει οδηγήσει τις αποδόσεις σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν σχεδόν δύο δεκαετίες. Τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, η ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και οι θετικές αξιολογήσεις των διεθνών οίκων λειτουργούν ως βασική ασπίδα για τα ελληνικά ομόλογα, σε μια περίοδο κατά την οποία οι επενδυτές επανατιμολογούν τον κίνδυνο διεθνώς.
Στο επίκεντρο των πιέσεων βρίσκονται οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς ομολόγου άγγιξε την Πέμπτη το 5%, ενώ εκείνη του 30ετούς εκτινάχθηκε στο 5,3%, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007. Συνολικά, οι αποδόσεις των κρατικών τίτλων παγκοσμίως κινήθηκαν σε υψηλό 19 ετών, σύμφωνα με τον σχετικό δείκτη του Bloomberg.
Ισχυρές πιέσεις στα ευρωπαϊκά ομόλογα
Το κύμα των ρευστοποιήσεων έχει περάσει με ένταση και στην Ευρώπη. Στη Γερμανία, όπου τα κρατικά ομόλογα αποτελούν το βασικό σημείο αναφοράς για την Ευρωζώνη, η απόδοση του 10ετούς αυξήθηκε κατά 34 μονάδες βάσης μέσα σε έναν μήνα, στο 3,5%, επίπεδο που αποτελεί υψηλό 17 ετών.
Ακόμη μεγαλύτερες είναι οι μεταβολές σε άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Η απόδοση του γαλλικού 10ετούς αυξήθηκε κατά 46 μονάδες βάσης, στο 4,44%, ενώ του αντίστοιχου ιταλικού τίτλου ενισχύθηκε κατά 43 μονάδες βάσης, στο 4,38%. Στη Βρετανία, η απόδοση του 10ετούς σημείωσε άνοδο 41 μονάδων βάσης, φτάνοντας στο 5,37%, το υψηλότερο επίπεδο μεταξύ των χωρών της G7.
Μέσα σε αυτό το ιδιαίτερα δυσμενές περιβάλλον, τα ελληνικά ομόλογα εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Η απόδοση του ελληνικού 10ετούς αυξήθηκε κατά 40 μονάδες βάσης σε διάστημα ενός μήνα, στο 4,24%, σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg. Η αύξηση είναι μικρότερη από εκείνη που καταγράφεται σε μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες, όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Βρετανία.
Καθοριστικό ρόλο παίζει η έντονα πτωτική τροχιά του ελληνικού δημόσιου χρέους, σε συνδυασμό με τη δημοσιονομική εικόνα της χώρας. Οι επιδόσεις αυτές έχουν οδηγήσει σε διαδοχικές θετικές κινήσεις από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης.
Την περασμένη Παρασκευή, η DBRS αναβάθμισε σε θετικές από σταθερές τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας στη βαθμίδα ΒΒΒ, εκτιμώντας ότι η αποκλιμάκωση του χρέους θα συνεχιστεί, παρά την άνοδο των αποδόσεων στις διεθνείς αγορές.
Η «βόμβα» του αμερικανικού χρέους
Πίσω από την παγκόσμια άνοδο των αποδόσεων βρίσκονται κυρίως δύο παράγοντες: η αναζωπύρωση του πληθωρισμού και η επιδείνωση των δημοσιονομικών μεγεθών σε ορισμένες από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου.
Η μεγαλύτερη πηγή ανησυχίας είναι οι ΗΠΑ, όπου τα πολύ υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα συνεχίζονται χρόνια μετά την πανδημία. Το 2026 το έλλειμμα κινείται κοντά στο 6% του ΑΕΠ, ενώ το δημόσιο χρέος έφτασε τον περασμένο μήνα τα 40 τρισ. δολάρια, περίπου στο 126% του ΑΕΠ.
Η εξέλιξη προκαλεί αυξανόμενη ανησυχία στις αγορές, καθώς οι ΗΠΑ χρηματοδοτούν μεγάλο μέρος των αναγκών τους μέσω της αγοράς ομολόγων, το μέγεθος της οποίας έχει φτάσει περίπου στα 32 τρισ. δολάρια.
Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ έχει επιχειρήσει να υποβαθμίσει τους φόβους, υποστηρίζοντας ότι η ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας θα οδηγήσει σταδιακά σε μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Οι αγορές, ωστόσο, εμφανίζονται περισσότερο επιφυλακτικές.
Η μεγάλη διαφορά σε σχέση με την περίοδο της πανδημίας είναι το κόστος του χρήματος. Τα σχεδόν μηδενικά επιτόκια έχουν δώσει τη θέση τους σε πολύ υψηλότερες αποδόσεις, με αποτέλεσμα η εξυπηρέτηση του χρέους να επιβαρύνει ολοένα περισσότερο τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Οι δαπάνες για τόκους έχουν ξεπεράσει το 1 τρισ. δολάρια το 2026 και αποτελούν πλέον το μεγαλύτερο κονδύλι του αμερικανικού προϋπολογισμού.
Γαλλία και Βρετανία υπό πίεση
Ανάλογο πρόβλημα αντιμετωπίζουν η Βρετανία και η Γαλλία, οι οποίες πλέον δαπανούν περισσότερα για την εξυπηρέτηση του χρέους τους απ’ ό,τι για την άμυνα.
Στη Βρετανία, το δημοσιονομικό έλλειμμα διαμορφώθηκε στο 4,3% του ΑΕΠ το 2025, ενώ το δημόσιο χρέος βρίσκεται περίπου στο 94% του ΑΕΠ.
Στη Γαλλία, οι πιέσεις ενισχύονται και από την πολιτική αβεβαιότητα. Ο φόβος ότι μπορεί να μην εγκριθεί ο προϋπολογισμός του επόμενου έτους, σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα οδεύει προς εκλογές τον Απρίλιο και τον Μάιο, διατηρεί τις αγορές σε επιφυλακή.
Η Γαλλία βρίσκεται στο μικροσκόπιο των επενδυτών ήδη από τις εκλογές του 2024, οι οποίες οδήγησαν σε μια κατακερματισμένη Εθνοσυνέλευση και σε παρατεταμένη πολιτική αστάθεια. Το δημοσιονομικό έλλειμμα παραμένει κοντά στο 5% του ΑΕΠ το 2026, ενώ το δημόσιο χρέος πλησιάζει το 120%.
Ο πόλεμος ΗΠΑ-Ιράν και η νέα πίεση στον πληθωρισμό
Το περιβάλλον γίνεται ακόμη δυσκολότερο εξαιτίας του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν και της επανάληψης των εχθροπραξιών στον Περσικό Κόλπο. Η παράταση της σύγκρουσης ενισχύει τις προσδοκίες ότι το ενεργειακό σοκ θα έχει μεγαλύτερη διάρκεια, κρατώντας τον πληθωρισμό σε υψηλότερα επίπεδα και υποχρεώνοντας τις κεντρικές τράπεζες να διατηρήσουν πιο περιοριστική νομισματική πολιτική.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αύξησε την Πέμπτη για δεύτερη φορά φέτος το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων κατά 25 μονάδες βάσης, στο 2,5%, εκτιμώντας ότι οι επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή θα κρατήσουν τον πληθωρισμό της Ευρωζώνης πάνω από τον στόχο του 2% και το 2027.
Σύμφωνα με τις νεότερες προβλέψεις της ΕΚΤ, ο πληθωρισμός αναμένεται να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 3% το 2026 και στο 2,5% το 2027, πριν υποχωρήσει στο 2,1% το 2028.
Παράλληλα, οι αγορές αποδίδουν αυξημένες πιθανότητες σε νέα αύξηση επιτοκίων και από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, η οποία έχει διατηρήσει το βασικό επιτόκιο στο 3,5%-3,75% από τις αρχές του 2026.
Και η κούρσα της AI πιέζει τις αποδόσεις
Στο ήδη βαρύ σκηνικό προστίθεται ένας ακόμη παράγοντας: η πρωτοφανής επενδυτική κούρσα γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη.
Μεγάλες επιχειρήσεις που επενδύουν στην AI στρέφονται μαζικά στις κεφαλαιαγορές για να χρηματοδοτήσουν επενδυτικά προγράμματα ύψους εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων σε data centers, υπολογιστικές υποδομές και ενεργειακά δίκτυα. Η αυξημένη προσφορά εταιρικού χρέους ανταγωνίζεται την τεράστια έκδοση κρατικών τίτλων για τα κεφάλαια των επενδυτών, συμβάλλοντας στις ανοδικές πιέσεις των αποδόσεων.
Έτσι, σε μια περίοδο κατά την οποία ΗΠΑ και μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες βρίσκονται αντιμέτωπες με υψηλά ελλείμματα, αυξανόμενες δαπάνες τόκων και νέο πληθωριστικό σοκ, η Ελλάδα διαφοροποιείται χάρη στη δημοσιονομική της εικόνα και στην ταχεία αποκλιμάκωση του χρέους. Αυτό δεν την αφήνει ανεπηρέαστη από το διεθνές sell-off στα ομόλογα, περιορίζει όμως μέχρι στιγμής την έκταση των πιέσεων στο κόστος δανεισμού της.
Διαβάστε ακόμη
Τριπλή ενεργειακή παγίδα στον δρόμο για τον χειμώνα
Ανησυχητική σύμπνοια: Άλτμαν, Αμοντέι και Μασκ ζητούν να μπει«φρένο» στην κούρσα της AI
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
