Του Κωστή Πλάντζου

«Πάγωμα» από 70 μέρες ή έως και για πάνω από 6 μήνες, αλλά ακόμα και ακύρωση μέτρων είσπραξης και πλειστηριασμών σε βάρος οφειλετών που θα ενταχθούν στον εξωδικαστικό συμβιβασμό προβλέπουν οδηγίες που εξέδωσε η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, σχετικά με τη συμμετοχή του Δημοσίου ως πιστωτή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών του ν. 4469/2017, ενόψει της ενάρξεώς της από την Πέμπτη 3 Αυγούστου.

Η εγκύκλιος της ΑΑΔΕ περιγράφει περιπτώσεις όπου κάποιος οφειλέτης χρωστά όχι μόνο στο δημόσιο αλλά και σε τρίτους (τράπεζες, προμηθευτές, εργαζομένους κλπ), οι οποίοι διαπραγματεύονται συναποφασίζουν για την τύχη των χρεών του οφειλέτη.

Ωστόσο προβλέπεται και δυνατότητα λήψης μέτρων, σε περίπτωση που ο οφειλέτης κρίνεται «ύποπτος» για δόλια προσπάθεια μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων του σε τρίτους κλπ.

Σε κάθε περίπτωση, η ρύθμιση χάνεται αν δεν πληρωθούν τρεις δόσεις ή παραλείψει να υποβάλει τρεις δηλώσεις ΦΠΑ.

36 δόσεις για χρέη έως 3.000 ευρώ

Εφόσον το συνολικό ύψος της βασικής βεβαιωμένης έως τις 31.12.2016 οφειλής προς το Δημόσιο είναι έως 3.000 ευρώ (στο οποίο δεν προσμετρώνται τυχόν οφειλές που έχουν ήδη υπαχθεί σε ρύθμιση σύμφωνα με τους ν. 4152/2013, 4174/2013,4305/2014 και 4321/2015 των οποίων οι όροι τηρούνται), προβλέπεται ότι:

i) η αποπληρωμή τους (και των προσαυξήσεων ή τόκων εκπρόθεσμης καταβολής) γίνεται τμηματικά σε τριάντα έξι (36) μηνιαίες δόσεις κατ’ ανώτατο όριο,

ii) ελάχιστη μηνιαία δόση ορίζεται πενήντα (50) ευρώ,

iii) δεν υφίσταται δυνατότητα διαγραφής κανενός ποσού.

Έως 120 δόσεις για οφειλές έως 20.000 ευρώ

Για βασικές οφειλές άνω των τριών χιλιάδων (3.000) και έως είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ:
i) η αποπληρωμή αυτών και των επ’ αυτών προσαυξήσεων ή τόκων εκπρόθεσμης καταβολής γίνεται τμηματικά σε εκατόν είκοσι (120) μηνιαίες δόσεις κατ’ ανώτατο όριο,
ii) ελάχιστη μηνιαία δόση πενήντα (50) ευρώ,
iii) δεν υφίσταται δυνατότητα διαγραφής βασικής οφειλής.

Διαγράφονται χρέη

Αν στη σύμβαση αναδιάρθρωσης προβλέπεται διαγραφή οφειλών προς το Δημόσιο, αυτή γίνεται κατά σειρά παλαιότητας, από την παλαιότερη οφειλή προς τη νεότερη, με κριτήριο το πότε δημιουργήθηκαν και βεβαιώθηκαν, και όχι με βάση το χρόνο λήξης της νόμιμης προθεσμίας καταβολής αυτής, είτε η καταβολή γίνεται εφάπαξ είτε σε δόσεις.

Η διαγραφή των οφειλών του προηγούμενου εδαφίου τελεί υπό τον όρο της ολοσχερούς αποπληρωμής των ρυθμιζόμενων οφειλών προς κάθε πιστωτή και της μη απώλειας, ακύρωσης ή ανατροπής της σύμβασης αναδιάρθρωσης.

Πώς κρίνεται τι μπορεί να δίνει ο οφειλέτης

Ως έσοδα για την ικανότητα αποπληρωμής, προκειμένου για φυσικά πρόσωπα, λαμβάνονται υπόψη μόνο πραγματικά εισοδήματα φορολογητέα ή μη, όπως κέρδη από άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, της πιο κερδοφόρας χρήσης της τελευταίας τριετίας πριν από την υποβολή της αίτησης του οφειλέτη, μισθοί, ενοίκια, τόκοι και άλλα.

Δεν λαμβάνονται δηλαδή τα τεκμαρτά εισοδήματα, όπως εισόδημα από δωρεάν παραχώρηση ακινήτων, τεκμήρια διαβίωσης και άλλα.

Πώς καθορίζονται οι δόσεις

Στις περιπτώσεις συμμετοχής του Δημοσίου, ως πιστωτή, στη διαδικασία του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών κατά τις διατάξεις του ν. 4469/2017, ο εκπρόσωπος του Δημοσίου υπερψηφίζει ορισμένη πρόταση οφειλέτη ή αντιπρόταση πιστωτή για αναδιάρθρωση οφειλών που τίθεται σε ψηφοφορία.

Η σύμβαση αναδιάρθρωσης του χρέους θα μπορεί να προβλέπει:

α) αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο σε μέχρι και 120 δόσεις το πολύ,
β) αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο ανά ένα μήνα (όχι ανά δίμηνο ή εξάμηνο κλπ)
γ) καταβολή μηνιαίας δόσης 50 ευρώ κατ’ελάχιστον.

Για χρέη 0,1-20.000 ευρώ, το Δημόσιο δεν μπαίνει στην διαδικασία διαπραγμάτευσης, ούτε υποβάλλει πρόταση αναδιάρθρωσης οφειλών. Θεωρείται ότι η ψήφος του για τις οφειλές είναι θετικές υπέρ της πρότασης που έχει τεθεί από άλλους πιστωτές.

Δεν επιτρέπονται:

– παροχή περιόδου χάριτος για την αποπληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο και
– ικανοποίηση απαιτήσεων του δημοσίου με άλλα ανταλλάγματα (πχ σπίτια), αντί για χρήματα.

Αν ο οφειλέτης έχει ήδη ρύθμιση χρεών στην εφορία, ο εκπρόσωπος του Δημοσίου αποδέχεται τροποποίηση της ρύθμισης, εφόσον αυτή περιορίζεται μόνο στην επαύξηση του αριθμού των δόσεων της υφιστάμενης ρύθμισης, έως το μέγιστο όριο των 120 δόσεων.

«Στα κρύα του λουτρού»

Επισημαίνεται όμως ότι αν και η δικαστική επικύρωση δεν είναι προϋπόθεση για την έναρξη ισχύος της σύμβασης έναντι του Δημοσίου, η μη επικύρωσή της, σε περίπτωση που κατατεθεί αίτηση επικύρωσης, οδηγεί στην ανατροπή της σύμβασης. Δηλαδή, σε περίπτωση που κατατεθεί αίτηση για τη δικαστική επικύρωση της υπογραφείσας σύμβασης αναδιάρθρωσης και η αίτηση αυτή απορριφθεί από το δικαστήριο τελεσίδικα, η υπογραφείσα σύμβαση παύει να ισχύει έναντι όλων των συμβαλλόμενων πιστωτών, επομένως και του Δημοσίου, και επέρχεται η ανατροπή αυτής, όπως και σε περίπτωση δικαστικής ακύρωσης.

Ωστόσο σε περίπτωση που το Δημόσιο δεν συμμετείχε στη διαδικασία διαπραγμάτευσης ή καταψήφισε την πρόταση αναδιάρθρωσης που εγκρίθηκε από την πλειοψηφία των συμμετεχόντων πιστωτών, η υπογραφείσα σύμβαση καθίσταται δεσμευτική για το Δημόσιο από τη δικαστική επικύρωσή της, δηλαδή την έκδοση της απόφασης επικύρωσης.

Επισημαίνεται ότι η ισχύς της σύμβασης αναδιάρθρωσης καταλαμβάνει μόνο τον οφειλέτη (επιχείρηση) που υπέβαλε την αίτηση και τυχόν αλληλεγγύως ευθυνόμενα με αυτόν πρόσωπα (συνοφειλέτες) που υπέβαλαν την αίτηση από κοινού με τον οφειλέτη.

Δεν ευνοεί όμως τυχόν άλλους συνοφειλέτες που δεν συνέπραξαν στην αίτηση! Διευκρινίζεται όμως πως η ανωτέρω προϋπόθεση (συνυπογραφή της αίτησης από συνοφειλέτες) δεν ισχύει για τυχόν πρόσωπα που έχουν παράσχει εγγύηση για ορισμένη οφειλή της επιχείρησης προς το Δημόσιο που ρυθμίζεται με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης (εγγυητές), τα οποία καταλαμβάνονται από τη σύμβαση σε κάθε περίπτωση.

Αναστέλλονται τα μέτρα είσπραξης

Η εγκύκλιος Πιτσιλή προβλέπει αναστολή μέτρων είσπραξης σε βάρος οφειλετών, στις εξής περιπτώσεις:

1. λόγω υποβολής αίτησης στον εξωδικαστικό:

Από την ημερομηνία που ο συντονιστής της διαδικασίας (που ορίζεται από το Κράτος) ενημερώσει την αρμόδια εφορία ή τελωνείο ότι ο οφειλέτης έχει καταθέσει αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση, αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα μέτρα είσπραξης, εκκρεμή ή μη, ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, κατά του αιτούντα οφειλέτη και μόνο για τις οφειλές που υπάγονται σε εξωδικαστική ρύθμιση. Απαγορεύεται επίσης και η λήψη οποιουδήποτε άλλου ασφαλιστικού μέτρου.

Η αναστολή ισχύει κατ’ αρχήν για χρονικό διάστημα έως εβδομήντα ( 70) ημερών και δύναται να παραταθεί για χρονικό διάστημα έως τεσσάρων (4) επιπλέον μηνών, κατόπιν έκδοσης σχετικής δικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου της έδρας του οφειλέτη και κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου. Πρόωρη παύση της αναστολής επέρχεται :

α. αυτοδικαίως, εφόσον η διαδικασία περαιωθεί ως άκαρπη είτε λόγω έλλειψης απαρτίας, είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο
β. αυτοδικαίως, εφόσον ληφθεί σχετική απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας των συμμετεχόντων πιστωτών και
γ. κατόπιν έκδοσης δικαστικής του Μονομελούς Πρωτοδικείου της περιφέρειας εντός της οποίας έχει έδρα ο οφειλέτης, μετά από αίτηση οποιουδήποτε πιστωτή (και ως εκ τούτου και της Φορολογικής Διοίκησης), εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 4 του ιδίου άρθρου ( σχετ. παρ. 4 του άρθρου 13).

Η αναστολή μέτρων καταλαμβάνει τόσο τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης όσο και τα ασφαλιστικά μέτρα. Ως εκ τούτου, δεν επιτρέπεται επί των οφειλών αυτών η εγγραφή υποθήκης προς διασφάλισή τους.

Ωστόσο, κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η λήψη ασφαλιστικού μέτρου, αν με αυτό επιδιώκεται η αποτροπή της απομάκρυνσης ή αφαίρεσης ή μετακίνησης κινητών πραγμάτων της επιχείρησης ή εν γένει εξοπλισμού, η οποία δεν έχει συμφωνηθεί και ενέχει κίνδυνο απαξίωσης της επιχείρησης του οφειλέτη.

Επίσης, πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης που διενεργούνται μετά την κοινοποίηση, του αντιγράφου της αίτησης υπαγωγής, είναι άκυρες και ως εκ τούτου η Φορολογική Διοίκηση οφείλει να τις ανακαλεί.

Και στην περίπτωση που κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης υπαγωγής στον εξωδικαστικό μηχανισμό εκκρεμεί εναντίον του οφειλέτη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, αυτή αναστέλλεται με την κοινοποίηση εκ μέρους του οφειλέτη της -πιστοποιημένης από την Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους- βεβαίωσης του συντονιστή για την πληρότητα του φακέλου στην αρμόδια ΔΟΥ ή Τελωνείο. Η βεβαίωση όμως πρέπει σε κάθε περίπτωση να έπεται χρονικά της πρόσκλησης του συντονιστή προς τους πιστωτές για τη συμμετοχή τους στη διαδικασία.

2. λόγω υποβολής αίτησης δικαστικής επικύρωσης της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών:

Από την κατάθεση της αίτησης για την επικύρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών στο αρμόδιο δικαστήριο, αναστέλλονται αυτοδίκαια τα μέτρα, εκκρεμή ή μη, ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, κατά του αιτούντα οφειλέτη και μόνο για τις οφειλές που ρυθμίζονται από τη σύμβαση, καθώς και η λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Ειδικά για την περίπτωση που κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης για τη δικαστική επικύρωση της σύμβασης, εκκρεμεί εναντίον του οφειλέτη διαδικασία αναγκαστικής ή διοικητικής εκτέλεσης, αυτή αναστέλλεται με την κοινοποίηση εκ μέρους του οφειλέτη της αίτησης για την επικύρωση της σύμβασης στην αρμόδια για την επιδίωξη είσπραξης της οφειλής υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης.

Η αναστολή ισχύει έως την έκδοση της δικαστικής απόφασης σχετικά με την επικύρωση ή μη της συμφωνίας. Επισημαίνεται πάντως ότι η συζήτηση της αίτησης για την επικύρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών προσδιορίζεται εντός δύο (2) μηνών από την κατάθεση, ενώ η απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου δημοσιεύεται εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία της συζήτησης.

Η αναστολή μέτρων καταλαμβάνει τόσο τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης όσο και τα ασφαλιστικά μέτρα. Ως εκ τούτου, δεν επιτρέπεται επί των οφειλών αυτών η εγγραφή υποθήκης προς διασφάλισή τους.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται: (α) η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ή άλλο ασφαλιστικό μέτρο που έχει συμφωνηθεί με τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών και (β) η λήψη ασφαλιστικού μέτρου, αν με αυτό επιδιώκεται η αποτροπή της απομάκρυνσης ή αφαίρεσης ή μετακίνησης κινητών πραγμάτων της επιχείρησης ή εν γένει εξοπλισμού, η οποία δεν έχει συμφωνηθεί και ενέχει κίνδυνο απαξίωσης της επιχείρησης του οφειλέτη.

Για την εφαρμογή των ανωτέρω, ο αιτών οφειλέτης ειδοποιεί τους εμπλεκόμενους πιστωτές (και ως εκ τούτου και την αρμόδια υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης, εφόσον συντρέχει περίπτωση) εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την κατάθεση της αίτησης επικύρωσης για την κατάθεση αυτής και την ημερομηνία συζήτησής της. Εξάλλου, σε περίπτωση οφειλών προς το Δημόσιο, διατάσσεται υποχρεωτικά η κλήτευση της Φορολογικής Διοίκησης.

Οφέλη και συνέπειες

Ευεργετήματα υπέρ του οφειλέτη

i) Καταβολή σε έως 120 μηνιαίες δόσεις σύμφωνα με τα οριζόμενα στη σύμβαση αναδιάρθρωσης

ii) Δεν υπολογίζονται πρόστιμα και προσαυξήσεις ή τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής από την έναρξη ισχύος της σύμβασης αναδιάρθρωσης και κατά τη διάρκεια ισχύος αυτής
iii) Χορηγείται αποδεικτικό ενημερότητας

Επισημαίνεται ότι :

α) οφειλές που έχουν ρυθμιστεί στο πλαίσιο της σύμβασης αναδιάρθρωσης θεωρούνται ως νόμιμα τακτοποιημένες με ρύθμιση τμηματικής καταβολής.

β) σε περίπτωση που ζητείται αποδεικτικό ενημερότητας από τον οφειλέτη ή από τους συνοφειλέτες που δεσμεύονται από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, δεν λαμβάνονται υπόψη τυχόν προς διαγραφή οφειλές, όπως αυτές προσδιορίζονται στη σύμβαση αναδιάρθρωσης.

iv. Αναστολή διοικητικής εκτέλεσης λόγω σύμβασης δεσμευτικής για το Δημόσιο

Από την ημερομηνία υπογραφής από το Δημόσιο της εγκριθείσας σύμβασης αναδιάρθρωσης ή, σε περίπτωση δικαστικής επικύρωσης, από την κοινοποίηση στο Δημόσιο της δικαστικής απόφασης με την οποία επικυρώθηκε σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, και μόνο για τις υπαγόμενες στη σύμβαση οφειλές, αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί απαιτήσεων, κινητών και ακινήτων κατά του οφειλέτη. Επισημαίνεται ότι η αναστολή αυτή δεν ισχύει για τις ληξιπρόθεσμες δόσεις της σύμβασης.

v) Αναστολή ποινικής δίωξης

Αναστέλλεται η ποινική δίωξη για το αδίκημα του άρθρου 25 του ν.1882/1990 (Α’43) και αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο αυτό ή, εφόσον άρχισε, η εκτέλεσή της διακόπτεται.

Κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής της ποινικής δίωξης, αναστέλλεται και η παραγραφή του αδικήματος.

Δικαίωμα του Δημοσίου για συμψηφισμό

Το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα και μετά την έναρξη ισχύος της σύμβασης αναδιάρθρωσης να προβαίνει σε συμψηφισμό των χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του – εν στενή εννοία – Δημοσίου.

Τυχόν υπόλοιπο ποσό επιστρέφεται στον οφειλέτη, μετά από έλεγχο.

Πότε χάνεται η ρύθμιση

Αυτοδίκαιη ανατροπή της σύμβασης επέρχεται, με συνέπεια την υποχρεωτική άμεση καταβολή του υπολοίπου της οφειλής σύμφωνα με τα στοιχεία βεβαίωσης μαζί με τους αναλογούντες τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, εάν ο οφειλέτης:

α) δεν καταβάλει δόσεις της σύμβασης αναδιάρθρωσης ή καταβάλει μερικώς δόσεις προς τη Φορολογική Διοίκηση, όπως αυτές προσδιορίζονται στη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, έως τη συμπλήρωση του ποσού που αντιστοιχεί σε τρεις (3) δόσεις,

β) δεν υποβάλλει τις προβλεπόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και Φ.Π.Α., εφόσον υπέχει σχετική υποχρέωση, καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης, το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από την πάροδο της προθεσμίας υποβολής τους ή εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση, εφόσον η προθεσμία υποβολής έχει παρέλθει πριν την έναρξη ισχύος της σύμβασης,

γ) παραλείψει να εξοφλήσει ή να τακτοποιήσει με νόμιμο τρόπο, με αναστολή είσπραξης ή ρύθμιση τμηματικής καταβολής, τις οφειλές του προς το Δημόσιο ή υπέρ τρίτων που εισπράττονται από τη Φορολογική Διοίκηση, οι οποίες βεβαιώθηκαν μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2016 εντός ενενήντα (90) ημερών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος ή, σε περίπτωση δικαστικής επικύρωσης, από την ημερομηνία επικύρωσης της σύμβασης αναδιάρθρωσης ή, προκειμένου για οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μετά την έναρξη ισχύος ή την επικύρωση της σύμβασης, εντός εξήντα (60) ημερών από τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας καταβολής τους.

Επισημαίνεται ότι το Δημόσιο υποχρεούται να γνωστοποιήσει αμελλητί την επέλευση της αυτοδίκαιης ανατροπής της σύμβασης σε όλους τους πιστωτές.

Η σύμβαση αναδιάρθρωσης μπορεί να ακυρωθεί ως προς όλους τους πιστωτές, συμπεριλαμβανομένου του Δημοσίου, με δικαστική απόφαση κατόπιν αίτησης τρίτου πιστωτή.