To ρευστό οικονομικό τοπίο που έχει προκαλέσει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή οδήγησε και τον οίκο Scope Ratings να κρατήσει στάση αναμονής στην αποψινή αξιολόγηση του. Έτσι, η βαθμολογία του για την ελληνική οικονομία παρέμεινε στο «BBB» με θετικές προοπτικές.
Σημειωτέον πως η αξιολόγηση του γερμανικού οίκου ήταν η τρίτη για φέτος, με την DBRS και την Moody’s να έχουν προηγηθεί μέσα στο μήνα επιλέγοντας επίσης να μην προχωρήσουν σε τροποποιήσεις την ώρα που ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή συνεχίζεται, πυροδοτώντας ένα ντόμινο συνεπειών για τις οικονομίες, το μέγεθος των οποίων είναι νωρίς για να υπολογιστεί.
Τι αναφέρει η έκθεση
Η Scope ολοκλήρωσε την τελευταία αξιολόγηση παρακολούθησης για την Ελληνική Δημοκρατία στις 17 Μαρτίου 2026. Η αξιολόγηση αφορά μακροπρόθεσμη πιστοληπτική ικανότητα και μη εξασφαλισμένο χρέος σε ξένο και εγχώριο νόμισμα στο επίπεδο BBB με θετική προοπτική, καθώς και βραχυπρόθεσμη αξιολόγηση στο επίπεδο S-2 με σταθερή προοπτική.
Η παρούσα ενημέρωση δεν συνιστά ενέργεια πιστοληπτικής αξιολόγησης ούτε υποδηλώνει πιθανή άμεση αλλαγή της αξιολόγησης.
Η πιστοληπτική αξιολόγηση BBB της Ελλάδας στηρίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες.
Πρώτον, στη σταθερά ισχυρή δημοσιονομική επίδοση και στα διατηρούμενα πρωτογενή πλεονάσματα, που οδηγούν σε σαφή αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.
Δεύτερον, στη ευνοϊκή δομή του δημόσιου χρέους, με μεγάλες διάρκειες ωρίμανσης, κυρίως σταθερά επιτόκια, σημαντικά ταμειακά αποθέματα και υψηλή συμμετοχή του επίσημου τομέα στη χρηματοδότηση.
Τρίτον, στη στήριξη από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, συμπεριλαμβανομένου του ρόλου του Ευρωσυστήματος ως αξιόπιστου μηχανισμού νομισματικής και ρευστότητας, καθώς και των πόρων του NextGenerationEU που ενισχύουν επενδύσεις, ενεργειακή μετάβαση και μεταρρυθμίσεις.
Ωστόσο, εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές προκλήσεις. Το υψηλό επίπεδο δημόσιου χρέους παραμένει βασική ευπάθεια, παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωσή του, καθώς η επιβράδυνση της ανάπτυξης και η αύξηση των δαπανών λόγω γήρανσης του πληθυσμού ενδέχεται να περιορίσουν τον ρυθμό μείωσης. Παράλληλα, διαρθρωτικοί περιορισμοί, όπως η χαμηλή παραγωγικότητα και οι δημογραφικές πιέσεις, επιβαρύνουν τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης.
Επιπλέον, τα εξωτερικά ελλείμματα, με επαναλαμβανόμενα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών και αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση, αντανακλούν μια οικονομία εξαρτημένη από υπηρεσίες και εκτεθειμένη σε εξωτερικούς κραδασμούς.
Η Scope εκτιμά ότι η ισχυρή δημοσιονομική επίδοση και η ευνοϊκή ονομαστική ανάπτυξη —με μέση πραγματική αύξηση περίπου 1,75% την περίοδο 2025-2030— θα οδηγήσουν σε ουσιαστική μείωση του λόγου χρέους. Σύμφωνα με το βασικό της σενάριο, το δημόσιο χρέος αναμένεται να υποχωρήσει από περίπου 145% του ΑΕΠ το 2025 σε περίπου 127% το 2030, χάρη στα σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα, τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και τις ακόμη ευνοϊκές δυναμικές εξυπηρέτησης του χρέους.
Το δημοσιονομικό προφίλ ενισχύεται περαιτέρω από τη δομή του χρέους, με πολύ μεγάλες ωριμάνσεις, κυρίως σταθερά επιτόκια και υψηλή συμμετοχή του επίσημου τομέα, στοιχεία που περιορίζουν τους κινδύνους αναχρηματοδότησης. Τα ισχυρά ταμειακά διαθέσιμα και η βελτίωση του τραπεζικού συστήματος ενισχύουν επίσης τη χρηματοπιστωτική ανθεκτικότητα.
Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, ωστόσο, οι προκλήσεις παραμένουν. Μετά το 2030, ο ρυθμός μείωσης του χρέους αναμένεται να επιβραδυνθεί, καθώς η ανάπτυξη υποχωρεί, οι δαπάνες για τη γήρανση αυξάνονται και το κόστος εξυπηρέτησης ενισχύεται. Υπό το βασικό σενάριο της Scope, το χρέος μειώνεται πιο αργά προς περίπου 120% του ΑΕΠ έως το 2035, παραμένοντας υψηλό για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Το σημαντικό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών αντανακλά την ισχυρή ζήτηση για εισαγωγές, ιδιαίτερα ενέργειας, καθώς και τη δομή της οικονομίας που βασίζεται στον τουρισμό και στις εισροές κεφαλαίων. Η διατήρηση της ανάπτυξης μεσοπρόθεσμα προϋποθέτει συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, σταθερές επενδύσεις πέραν του ορίζοντα του NextGenerationEU και ενίσχυση της παραγωγικότητας.
Η Scope επισημαίνει επίσης ότι μια παρατεταμένη περίοδος υψηλών τιμών ενέργειας, λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή, θα επηρεάσει δυσανάλογα την Ελλάδα, εξαιτίας της εξάρτησής της από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, με αρνητικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη και τον πληθωρισμό. Η πρόσφατη επιβολή προσωρινών πλαφόν στις τιμές αναδεικνύει αυτή την ευπάθεια και υποδηλώνει δυνητικούς δημοσιονομικούς κινδύνους, αν και το άμεσο κόστος παραμένει περιορισμένο, καθώς τα μέτρα βασίζονται σε περιορισμούς περιθωρίων και όχι σε άμεσες επιδοτήσεις.
Η θετική προοπτική της αξιολόγησης αντανακλά την εκτίμηση ότι οι κίνδυνοι για την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας τους επόμενους 12 έως 18 μήνες είναι περισσότερο ανοδικοί.
Ανοδικά σενάρια και καθοδικοί κίνδυνοι
Σε θετικό σενάριο, η αξιολόγηση θα μπορούσε να ενισχυθεί περαιτέρω εφόσον επιτευχθεί διατηρήσιμη και ουσιαστική μείωση του λόγου χρέους μέσω συνεχιζόμενων πρωτογενών πλεονασμάτων και συνετής δημοσιονομικής διαχείρισης, καθώς και εάν βελτιωθούν οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης και η εξωτερική ανθεκτικότητα μέσω μεταρρυθμίσεων, αυξημένων επενδύσεων, βελτίωσης του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και περαιτέρω ενίσχυσης του τραπεζικού συστήματος.
Αντίθετα, καθοδικοί κίνδυνοι θα μπορούσαν να προκύψουν από επιβράδυνση ή αντιστροφή της μείωσης του δημόσιου χρέους λόγω χαλάρωσης της δημοσιονομικής πειθαρχίας ή ασθενέστερης ανάπτυξης, καθώς και από επιδείνωση της μακροοικονομικής ανθεκτικότητας, με σημαντική επιδείνωση των εξωτερικών ισορροπιών ή αναζωπύρωση κινδύνων στον τραπεζικό τομέα.
Τα επόμενα ραντεβού
Ο κύκλος των αξιολογήσεων της ελληνικής οικονομίας για το πρώτο εξάμηνο του έτους θα ολοκληρωθεί με την ετυμηγορία της Standard & Poor’s στις 24 Απριλίου και της Fitch Ratings στις 8 Μαΐου.
Διαβάστε ακόμη
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.