Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η ΕΚΤ θα προχωρήσει στην αγορά ελληνικών ομολόγων, αλλά αυτό θα συμβεί υπό συγκεκριμένους όρους και κυρίως εάν η νέα ελληνική κυβέρνηση αποδείξει ότι είναι υπεύθυνη, όπως υποστηρίζει σε έκθεσή της η Societe Generale.

Σύμφωνα με τον διεθνή οίκο – στην έκθεσή του «What kind of ECB sovereign QE and what impact?» – προκειμένου να υπάρξει αγορά ελληνικών ομολόγων θα χρειαστεί κάποιος χρόνος (μερικοί μήνες).

Ταυτόχρονα οι αναλυτές του οίκου υπογραμμίζουν ότι αυτό που μπορεί να απογοητεύσει τις αγορές είναι το μέγεθος του QE που θα πραγματοποιήσει η ΕΚΤ. Σύμφωνα με τον διεθνή οίκο προκειμένου του QE της τράπεζας να είναι απόλυτα αποτελεσματικό και να έχει ουσιαστική, θετική επίδραση στην οικονομία της Ευρωζώνης θα πρέπει να κυμανθεί μεταξύ 2-3 τρισ. ευρώ και όχι ενός τρισ. ευρώ όπως όλα δείχνουν.

Παράλληλα υπογραμμίζεται ότι το πιθανότερο είναι ότι η ΕΚΤ δεν θα δημοσιοποιήσει ακριβής λεπτομέρειες για τον τρόπο που θα κινηθεί, με τον οίκο να εκτιμά ότι το πρόγραμμα της τράπεζας θα είναι αρκετά περιορισμένο, καθώς θα πρέπει να συνυπολογιστεί και το ρίσκο των αγορών της.

Ταυτόχρονα, όμως, αναμένεται ότι η ΕΚΤ θα συνεχίσει τη ρητορική του «είμαστε έτοιμοι να πράξουμε ό,τι χρειαστεί για να στηρίξουμε την Ευρωζώνη», γεγονός το οποίο θα αφήσει «ανοικτό το παράθυρο» για αύξηση του προγράμματος αγοράς ομολόγων.

Επιπρόσθετα οι αναλυτές του οίκου εκτιμούν ότι – προκειμένου να μην υπάρχουν έντονες αντιρρήσεις – η ΕΚΤ θα αναθέσει στις κεντρικές τράπεζες της Ευρωζώνης να αγοράζουν ομόλογα των δικών τους κρατών και ως εκ τούτου το ρίσκο να το αναλαμβάνουν οι ίδιες και να μη διαχέεται σε όλη τη ζώνη του ευρώ.

Εξαιτίας αυτού οι αναλυτές της SocGen για το α’ εξάμηνο του 2015 τάσσονται υπέρ των κρατικών ομολόγων, διάρκειας έως πέντε ετών, ενώ τονίζουν ότι και τα ελληνικά ομόλογα θα «έχουν αξία, από τη στιγμή που η νέα ελληνική κυβέρνηση θα συμφωνήσει με την Ε.Ε. και κατόπιν θα ακολουθήσει αγορά και ελληνικών ομολόγων από την ΕΚΤ».

Σε ό,τι αφορά τις συστάσεις τους προς τους επενδυτές τονίζουν ότι καλό θα είναι να μην «πολεμήσουν ενάντια στο ράλι των Bund», καθώς εκτιμούν ότι η απόδοσή τους θα υποχωρήσει κοντά στο 0,3% ή ακόμη και χαμηλότερα, μόλις ξεκινήσει το QE της ΕΚΤ. Στο β’ εξάμηνο μπορεί να υπάρξει ανάκαμψη τους κοντά στο 0,6%.
Πως θα γίνει το QE

Υπάρχει η πιθανότητα εάν τελικώς η ΕΚΤ υποκύψει στις πιέσεις Γαλλίας και Γερμανίας και αναθέσει στις εθνικές κεντρικές τράπεζες να αγοράζουν ομόλογα των χωρών τους, οι επενδυτές να θεωρήσουν αυτή την απόφαση ως έλλειψη εμπιστοσύνης στο μέλλον της Ευρωζώνης. Πάντως η περίπτωση του ελληνικού «κουρέματος» χρέους, μπορεί να αποτελέσει μία ένδειξη στο πως θα δράσει η ΕΚΤ. Τότε η Τράπεζα της Ελλάδος αγόρασε λιγότερο από το 25% των συνολικών ομολόγων αξίας 56 δισ. ευρώ, ενώ τα υπόλοιπα τα αγόρασε η ΕΚΤ. Παράλληλα προτιμήθηκαν – σε ποσοστό 99,9% – ομόλογα τα οποία διέπονταν από το ελληνικό δίκαιο.

Πάντως κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος για τον ακριβή τρόπο που θα λειτουργήσει το QE. Υπάρχει και το ενδεχόμενο οι κεντρικές τράπεζες της περιφέρειας να αγοράσουν τόσο ομόλογα περιφερειακών χωρών της Ευρωζώνης όσο και ομόλογα του «κεντρικού τομέα» . Ενώ οι κεντρικές τράπεζες του «κεντρικού τομέα» θα αγοράζουν μόνο ομόλογα είτε της δικής τους χώρας, είτε χωρών με ανάλογα ισχυρή οικονομία.

Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα τα ομόλογα που θα αγοραστούν είτε από την ΕΚΤ είτε από τις εθνικές, κεντρικές τράπεζες να έχουν ρήτρα συλλογικής δράσης – CACs (Collective Action Clauses). Αυτό σημαίνει από τη μία πλευρά ότι η ΕΚΤ θα είναι υποχρεωμένη να συμμετέχει σε περίπτωση αναδιάρθρωσης ενός χρέους, αλλά από την άλλη είναι ομόλογα υψηλής ρευστότητας, αν και αυτή τη στιγμή αντιστοιχούν μόνο στο 20% των συνολικών εκδόσεων που έχουν πραγματοποιηθεί στην Ευρωζώνη, καθώς η συγκεκριμένη ρήτρα κατέστη υποχρεωτική από το 2013 και μετά.

Ένας εκ των φόβων των αναλυτών του οίκου είναι ότι οι εθνικές, κεντρικές τράπεζες θα αναγκαστούν να εφαρμόσουν πολιτική διακράτησης κεφαλαίων προκειμένου να καλύψουν ενδεχόμενες απώλειες από την αγορά ομολόγων των δικών τους κρατών. Σε αυτήν την περίπτωση – αν και κανείς δεν γνωρίζει το ύψος στο οποίο θα οριστεί η διακράτηση κεφαλαίων – δημιουργούνται δύο πιθανά ενδεχόμενα: α. Η ΕΚΤ να επιτρέψει στις εθνικές, κεντρικές τράπεζες να  μην ενταχθούν σε ενδεχόμενη αναδιάρθρωση χρέους. Αυτό σημαίνει ότι οι ιδιώτες επενδυτές θα φορτωθούν μεγαλύτερο ρίσκο και β. Η ΕΚΤ θα αφήσει τις εθνικές, κεντρικές τράπεζες να αναλάβουν μόνες τους το ρίσκο ενδεχόμενης αναδιάρθρωσης χρέους, κάτι το οποίο θα σημαίνει ότι αυτές θα πρέπει να ανακεφαλαιοποιηθούν από – το ούτως ή άλλως χρεοκοπημένο – κράτος τους.

Η ΕΚΤ θα προχωρά σε αγορές κρατικών ομολόγων τα οποία έχουν συγκεκριμένο όριο πιστοληπτικής αξιολόγησης – αυτή τη στιγμή για τα καλυμμένα ομόλογα φθάνει στο «ΒΒΒ-» -, ενώ σε περίπτωση κρατών με χαμηλότερη αξιολόγηση (όπως η Ελλάδα) το πιθανότερο είναι ότι θα απαιτήσει αυτές να παραμείνουν σε πρόγραμμα στήριξης.

Απίθανο θεωρείται η ΕΚΤ να προχωρήσει σε αγορές ομολόγων τα οποία έχουν αρνητικές αποδόσεις, ενώ εκτιμάται ότι αρχικά η τράπεζα θα επικεντρωθεί στις αγορές 12μηνων εντόκων και 3ετών ομολόγων, ενώ θα επεκταθεί το πολύ έως 10ετή ομόλογα. Όμως δεν μπορεί να αποκλειστεί και η πιθανότητα αγοράς ακόμη και 30ετών ομολόγων.
Μία ακόμη εκτίμηση των αναλυτών της SocGen είναι ότι η ΕΚΤ μπορεί να αγοράσει ομόλογα που είναι άμεσα συνδεδεμένα με τον πληθωρισμό, ενώ οι αγορές της δεν πρόκειται να γίνουν μέσω των πρωτογενών αγορών, καθώς κάτι τέτοιο το απαγορεύει το καταστατικό της.