Στις τρεις στοές που βρίσκονται στο κέντρο της οδού Λέκκα βρίσκει κανείς όλα όσα χρειάζεται για να πιει, να φάει και να χορέψει. Σημεία με πολύ χαρακτηριστικό προφίλ δίνουν τη σκυτάλη στις επόμενες γενιές που ανακαλύπτουν τώρα το κέντρο της Αθήνας. Ενα από αυτά που συναντώ κατηφορίζοντας στο νούμερο 14 του δρόμου είναι το Αμπάριζα, για το οποίο μου μιλάει ο Αντώνης Φερράρας. Εχοντας διαγράψει διαδρομή επτά χρόνων στον χώρο, μου εξηγεί πώς σε κάποια στιγμή πήρε την απόφαση να φτιάξει το δικό του στέκι επειδή, «το έφερε η κατάσταση». Διάλεξε να το ανοίξει στο Κέντρο, το οποίο αγαπά, και στη Λέκκα βρήκε το κατάλληλο σημείο. Ετσι γεννήθηκε η Αμπάριζα, με τα μεγάλα παράθυρα στον δρόμο και τον εσωτερικό διάδρομο της στοάς. «Είναι μια φοβερή γειτονιά, τόσο κεντρική αλλά ταυτόχρονα και πολύ οικογενειακή», τονίζει για την επιλογή του. Στα ηχεία του μαγαζιού ακούγεται soul και δροσερή swing από τους djs που εναλάσσονται καθημερινά, ενώ τα σαββατοκύριακα παίζεται περισσότερο ροκ και alternative. Στην πλαϊνή και προστατευμένη πρόσοψη του μαγαζιού βγαίνουν τραπέζια και καθίσματα για όσο το επιτρέπει ο καιρός. Τιμές: κρασί και μπίρα από 4,5 ευρώ, ποτά από επτά ευρώ και κοκτέιλ από οκτώ ευρώ, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι το μαγαζί διαθέτει μια μεγάλη γκάμα από ουίσκι malt και παλαιωμένα ρούμια. Στη διάρκεια της εβδομάδας λειτουργεί από τις 10:00 το πρωί έως αργά ενώ τα σαββατοκύριακα «γκρουβάρει» και μετά τις 3:30 το βράδυ.

Το Huge, το μικρό μπαρ στον αριθμό 10-12 με τη μεγάλη καρδιά, όπως θα μπορούσαμε να το περιγράψουμε, είναι δημιουργία του πρώην δημοσιογράφου Δημήτρη Τζάθα. Τον ρωτάω πώς αποφάσισε να αφήσει τη δημοσιογραφία και να ασχοληθεί με ένα μπαρ. «Βρισκόμουν πάντα από την έξω πλευρά της μπάρας», μου εξηγεί, «και με την παρέα μου από άλλους συναδέλφους δημοσιογράφους έχουμε “χτίσει” πολλά στέκια. Αυτό το μαγαζί προϋπήρχε, αλλά απευθυνόταν σε πιο νεανικό κοινό, λειτουργούσε και αρκετά ως after σημείο συνάντησης όταν έκλειναν τα υπόλοιπα. Τότε εδώ παιζόταν περισσότερη electronica – σχεδόν καθεστώς στα μαγαζιά τα οποία ξενυχτούν». Τον Σεπτέμβριο του 2014 γνώρισε τον ιδιοκτήτη, ο οποίος του πρότεινε να το πάρει. Θεωρεί ότι, βασικά, «αγόρασε» εργασία, αφού η δημοσιογραφία έχει χτυπηθεί σκληρά από την κρίση.
«Η επιλογή μου ήταν να προχωρήσω ή να μπω στην ανεργία», επισημαίνει σήμερα. «Η αρχική μου πρόθεση ήταν να απευθυνθώ σε δημοσιογράφους, δικηγόρους και ανάλογα επαγγέλματα, αλλά εξαιτίας της κρίσης και αυτό άλλαξε», προσθέτει. Σήμερα στο Huge δουλεύουν νέα παιδιά, «πολύ διαβασμένα», όπως λέει ο Δημήτρης. Τη μουσική, που αποτελεί μια πολύ προσεγμένη επιλογή από jazz, soul, blues και τα παρακλάδια τους που φτάνουν σε μία πιο κιθαριστική cool rock, επιμελείται ο bartender Ορέστης, με πολλές γνώσεις στο αντικείμενο, αλλά τα σαββατοκύριακα του χειμώνα αναλαμβάνουν και djs. Το μαγαζί είναι ανοικτό από τις 11:00 το πρωί έως τις 2:00 το βράδυ και το σαββατοκύριακο έως και τις 4. Οι τιμές του είναι για το κρασί στα τρία ευρώ, τα ποτά έξι ευρώ και οκτώ τα σπέσιαλ, τα κοκτέιλ επίσης οκτώ ευρώ, και την μπίρα από τρία ευρώ. Η κάβα εμπλουτίζεται τώρα με πολλά σπέσιαλ ουίσκι, βότκες και ρούμια, ενώ ένα βασικό πλεονέκτημα είναι ότι λόγω του μικρού μεγέθους του μαγαζιού «οι πελάτες γίνονται στη διάρκεια της βραδιάς μια παρέα». To Huge σύντομα επεκτείνεται και στον απέναντι χώρο, με ένα πιο χαλαρό περιβάλλον.
Διαβλαστε τη συνέχεια στο metropolispress.gr

Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.