Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Ολα δείχνουν ότι η ευρωπαϊκή τάση κερδίζει έδαφος στο εκλογικό σώμα, αυτό όμως δεν σημαίνει και ότι η χώρα έχει ξεφύγει τον κίνδυνο. Αυτό θα κριθεί από τη δομή της κυβέρνησης που θα προκύψει από τις επερχόμενες εκλογές και γι’ αυτό το εκλογικό σώμα παρουσιάζεται στις δημοσκοπήσεις να εκφράζεται διαφορετικά σε σχέση με όσα διαφαίνονταν 1,5 μήνα πριν.

Τα σοκ του πρώτου 7μήνου ήταν απανωτά και κατέδειξαν τι είναι ουτοπικό και επικίνδυνο και ποιος είναι ο δρόμος της σταθεροποίησης. Θετικό επίσης είναι ότι γίνεται αντιληπτό από όλους ότι οι κυβερνήσεις συνεργασίας αποτελούν τη μοναδική διέξοδο και φυγή προς τα μπρος. Στις εκλογές αυτές διακυβεύεται, όμως, και το μέλλον των ελληνικών επιχειρήσεων.

Η υπόθεση των capital controls αναδείχθηκε σε μείζον θέμα και, όπως φαίνεται, κοστίζει στον ΣΥΡΙΖΑ. Κόστισε όμως και στις ελληνικές τράπεζες – και από εκεί ξεκινούν οι νέοι κίνδυνοι για το ελληνικό επιχειρείν. Κι αυτό γιατί δεν έχουν ξεκαθαριστεί ακόμα τα σενάρια ανακεφαλαιοποίησης, τα οποία αν φέρουν σε μειονεκτική θέση τις ελληνικές διοικήσεις, είναι άγνωστο το πλαίσιο αυστηροποίησης που θα προκύψει για σειρά δανειοδοτήσεων από ξένους επιτρόπους. Και τότε μπορεί οι ελληνικές επιχειρήσεις να αλλάξουν χέρια με επώδυνους όρους και για τους εργαζομένους, καθώς τα κόκκινα δάνεια έχουν απογειωθεί, ενώ δεν έχουμε ακόμα το νέο πλαίσιο για την αντιμετώπισή τους.

Στο επίμαχο αυτό σημείο δεν πρόκειται να προκύψουν αλλαγές, ούτε από τα όσα το νέο μνημόνιο περιέχει, προς το παρόν τουλάχιστον, καθώς οι διαδικασίες πτωχεύσεων δεν επιταχύνονται ούτε οδηγούν σε ταχύτερη αξιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων των προβληματικών εταιρειών. Παράλληλα παραμένουν τα ερωτήματα σχετικά με το πώς θα γίνει μεταβίβαση εταιρικών σχημάτων, όπως τα ιχθυοτροφεία, σε funds στα οποία οι πρώην βασικοί μέτοχοι έχουν περάσει σε περιθωριακό ρόλο. Αυτό θα απελευθερώσει μεν ρευστότητα αλλά το πρόβλημα είναι ποιες θα είναι οι επιπτώσεις στους ήδη αποδυναμωμένους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών.

Ολα αυτά εκφράζουν και την περιπέτεια στην οποία κατέληξε η ελληνική οικονομία από τη διαχείριση των τελευταίων μηνών. Αυτό είναι κάτι που η αγορά στον ΣΥΡΙΖΑ καταμαρτυρά ρίχνοντας τα ποσοστά του, αποσύροντας την εμπιστοσύνη της και αμφισβητώντας τη δυνατότητά του να διαχειριστεί τη νέα κυβέρνηση. Την ίδια ώρα η κοινωνία αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι ο διατηρήσιμος δρόμος είναι αυτός της συμφωνίας με την Ευρώπη και διατηρεί ελπίδες ότι το τρίτο πρόγραμμα σε βάθος χρόνου μπορεί να έχει φως στην άκρη του τούνελ.

Η υπόθεση της Λαϊκής Ενότητας του Παναγιώτη Λαφαζάνη μπορεί να είναι θεωρητικά αξιόπιστη πολιτικά, όμως σε οικονομικό επίπεδο είναι ο μεγάλος δρόμος του πουθενά, με κατευθύνσεις από ανθρώπους που έχω την αίσθηση ότι δεν καταλαβαίνουν τι λένε και ακουσίως παραπλανούν τους καλοπροαίρετους. Αυτά που ακούγονται περί τυπώματος χρήματος με δημόσιες επενδύσεις χωρίς αντίκρισμα μόνο με την οικονομία της Κατοχής μπορούν να συγκριθούν και κομμουνιστικά μοντέλα της δεκαετίας του ’80.

Το κεντροδεξιό μέτωπο εμφανίζεται μάλλον εξαγνισμένο από την υπογραφή του τρίτου μνημονίου και διεκδικεί πλέον την εξουσία επί ίσοις όροις. Το μοντέλο Μεϊμαράκη περπατάει, καθώς με απλά λόγια και μιλώντας τη γλώσσα της πιάτσας ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας, που εμφανίζεται συναινετικός, αποδομεί τον Αλέξη Τσίπρα, εκμεταλλευόμενος τις προφανείς αδυναμίες του τέως πρωθυπουργού. Αίσθηση προκαλεί η επανασυσπείρωση του ΠΑΣΟΚ που έχει ρόλο στις μετεκλογικές εξελίξεις χάρη στην εμπειρία αλλά και τον καθαρά ευρωπαϊκό προσανατολισμό του. Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και το Ποτάμι, που συνθέτει μαζί με το ΠΑΣΟΚ μια πρώτη μαγιά της τάξης του 10% για την ανασυγκρότηση του κεντρώου πόλου.

Πέραν, όμως, των πολιτικών ισορροπιών ο εφησυχασμός είναι ο χειρότερος σύμβουλος. Η σταθεροποίηση των ελληνικών συμφερόντων, κοινωνικών και επιχειρηματικών, θα κριθεί από την επόμενη κυβέρνηση που θα πρέπει να είναι ετοιμοπόλεμη.