Το 2026 θα είναι η χρονιά που θα κρίνει αν η Ελλάδα απλώς θα στέκει στο κατώφλι της επενδυτικής βαθμίδας (ΒΒΒ), στην οποία μόλις πέρυσι επέστρεψε ολοκληρωτικά, ή αν θα μπορεί να διεκδικήσει αλλαγή πίστας και άνοδο προς την Κατηγορία Α. Και όλα αυτά σε μια άκρως ταραγμένη και κρίσιμη χρονιά, όμως, όπου πνέουν αντίθετοι άνεμοι στην οικονομία διεθνώς, απειλώντας τη σταθερότητα και τον δανεισμό της Ευρώπης συνολικά.

Πέντε τεστ σε ένα εξάμηνο

Το ημερολόγιο αξιολογήσεων των ξένων οίκων καταγράφει πέντε φορές τη λέξη «Ελλάδα» στο α’ εξάμηνο του 2026. Καθεμία από αυτές τις ημερομηνίες δεν είναι απλώς ένας βαθμός, αλλά ένα σινιάλο που μπορεί να ξεκλειδώσει δισεκατομμύρια ευρώ από επενδυτικά ταμεία που, βάσει καταστατικού, αγοράζουν μόνο ομόλογα υψηλής διαβάθμισης (High Grade).

Συγκεκριμένα, αναμένεται:
■ Στις 6 Μαρτίου η DBRS Morningstar: το πρώτο τεστ της χρονιάς.
■ Στις 13 Μαρτίου η Moody’s: το πιο βαρύ χαρτί που επηρεάζει τα μεγαλύτερα χαρτοφυλάκια και ο μόνος οίκος που κατατάσσει ακόμα την Ελλάδα κάτω από την Κατηγορία ΒΒΒ, όπου την έχουν αναβαθμίσει όλοι οι άλλοι.
■ Στις 20 Μαρτίου ο Scope Ratings: ο ευρωπαϊκός οίκος που συχνά λειτουργεί ως προπομπός επόμενων αναβαθμίσεων.
■ Στις 24 Απριλίου η Standard & Poor’s (S&P): η πιο κομβική αξιολόγηση για την αμερικανική αγορά.
■ Στις 8 Μαΐου ο Fitch: ο οίκος που ιστορικά αναβαθμίζει γρήγορα την Ελλάδα.

Κρυφά μηνύματα

Το δημοσιονομικό επιτελείο γνωρίζει ότι κάθε ραντεβού λειτουργεί σαν έλεγχος προόδου: δεν κρίνεται μόνο ο Προϋπολογισμός, αλλά και η αντοχή σε εξωτερικά σοκ, η συνέχεια των μεταρρυθμίσεων και το αν η αποκλιμάκωση του χρέους είναι δομική. Τον Μάρτιο του 2025 η Moody’s ήταν ο τελευταίος μεγάλος οίκος που έδωσε το investment grade στην Ελλάδα. Το 2026 η χώρα διεκδικεί να μην είναι απλώς επενδυτική, αλλά να γίνει ελκυστική.

Τρεις παράμετροι κρίνουν το 2026

Το 2026 ο στόχος αλλάζει: από το «πήραμε την επενδυτική βαθμίδα» στο αν μπορεί η Ελλάδα να παγιωθεί διεθνώς ως χώρα-έκπληξη που ανεβαίνει παρά τις αντιξοότητες.
Αν κάτι τέτοιο θα συμβεί, εξαρτάται εν πολλοίς από το διεθνές περιβάλλον. Το στοίχημα, όμως, συνδέεται άρρηκτα και με τρεις παράγοντες, τους οποίους καθορίζει η ίδια η χώρα:

1) Οικονομική (και πολιτική) σταθερότητα: στη στρατηγική χρέους που παρουσιάζει στους διεθνείς επενδυτές ο ελληνικός Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) ενσωματώνει προβλέψεις για πρωτογενές πλεόνασμα 2,8% του ΑΕΠ το 2026 και διατήρηση υψηλών πλεονασμάτων μεσοπρόθεσμα, ως άμυνα απέναντι σε επιτόκια και άλλα οικονομικά ή γεωπολιτικά σοκ.

2) Παραγωγή επενδύσεων και αύξηση ΑΕΠ: στο β’ εξάμηνο του 2026 κλείνει η στρόφιγγα των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (36 δισ. συνολικά για 2021-2026) και ζητούμενο παραμένει τι πολιτική επενδύσεων θα εφαρμόσει η χώρα στη μετά ΤΑΑ εποχή.

3) Η αρχιτεκτονική του χρέους: για το 2026 οι ακαθάριστες δανειακές ανάγκες του Δημοσίου ανέρχονται σε 24,7 δισ. ευρώ, με σημαντική χρήση όμως ταμειακών διαθεσίμων (τα οποία υπερβαίνουν τα 35 δισ. ευρώ, καλύπτοντας για σχεδόν τρία χρόνια τις ανάγκες της χώρας) και με προγραμματισμένες εκδόσεις ομολόγων μόλις 8 δισ. ευρώ – ένα συγκρατημένο πρόγραμμα που επιτρέπει στη χώρα να συνεχίσει τις πρόωρες εξοφλήσεις χρέους και να μειώσει την έκθεση σε έντοκα γραμμάτια.

Οι αγορές ψηφίζουν πριν από τους οίκους

Ακόμη και πριν από τα πρώτα κρίσιμα ραντεβού της Ελλάδας με τους ξένους οίκους για φέτος, η αγορά συνεχίζει να τιμολογεί τη χώρα μας σαν να έχει ήδη ανεβεί σκαλί.
Το 2026 έκανε ποδαρικό με τα ελληνικά δεκαετή ομόλογα αναφοράς να σημειώνουν απόδοση 3,5%, σχεδόν χωρίς καμία διαφορά έναντι των υπόλοιπων κρατών της Ευρωζώνης. Την ώρα μάλιστα που κραταιές οικονομίες είδαν το κόστος δανεισμού τους να εκτοξεύεται.

Ενδεικτικά:
■ Με εξαίρεση μόλις τρεις χώρες της Ευρωζώνης (Γερμανία, Δανία, Ολλανδία), όλες οι άλλες είχαν απόδοση πάνω από 3% στα δεκαετή ομόλογά τους.

■ Μεγαλύτερη έκπληξη ίσως αποτελεί ότι το γερμανικό ομόλογο (που αποτελεί βάση σύγκρισης στην Ευρώπη) στις αρχές της εβδομάδας δεν ήταν το καλύτερα τιμολογημένο! Το 2026 το βρήκε με απόδοση 2,9%, υψηλότερη από της Δανίας (2,8%).

■ Σχεδόν όλες οι άλλες χώρες είδαν τις αποδόσεις τους να κινούνται μεταξύ 3,2%-3,6%. Μόνο τρεις ξεπερνούσαν το 3,5% (πάνω και από την Ελλάδα): Γαλλία, Ιταλία και Μάλτα.

Οι εποχές όπου η Ελλάδα κινούνταν «εκτός τροχιάς» (και παρ’ ολίγον εκτός Ευρωζώνης) φαίνεται να ανήκουν στο παρελθόν. Ωστόσο η χώρα δεν δανείζεται φθηνά, όπως παλιά. Η νέα πρόκληση για την Ελλάδα είναι αν, κόντρα στις αβέβαιες περιστάσεις που προδιαγράφονται διεθνώς, η επιστροφή της στην κανονικότητα θα αντέξει στις μεγάλες αναταράξεις. Και τελικά, αν μπορεί να επιστρέψει όσο πιο γρήγορα γίνεται εκεί όπου κάποτε ήταν: σε βαθμολογία single A, όπως έχουν θέσει δημόσια ως στόχο ο επικεφαλής του ΟΔΔΗΧ Δημήτρης Τσάκωνας και ο διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας.

Διαβάστε ακόμη

Έσπασαν τα κοντέρ οι ελληνικές εξαγωγές με ρεκόρ 37 δισ. ευρώ

Ηλεκτρονικές απάτες: Ο… λογαριασμός στους πελάτες – Πότε τα δικαστήρια αποφασίζουν υπέρ των τραπεζών

Έρχονται μηνύσεις: Ο Ντάιμον, η Fed και το debanking του Τραμπ

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα