Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Ηταν πριν από εννιά χρόνια. Καλοκαίρι. Με πήρε τηλέφωνο ο Γιώργος Λούκος, που με ένα χρόνο θητεία στο Φεστιβάλ Αθηνών είχε ήδη καταγραφεί ως ο άνθρωπος που είχε δώσει ζωή στον πιο κουρασμένο πολιτιστικό θεσμό της Ελλάδας, στο Φεστιβάλ Αθηνών (και Επιδαύρου). Ο Γιώργος Λούκος, ένα είδωλο, ήθελε εμένα, έναν παγκοσμίως άγνωστο. Του είχε πει κάτι η Νίκη Τζούδα, εκδότρια του περιοδικού «Βαβέλ», που ήταν στο διοικητικό συμβούλιο του Ελληνικού Φεστιβάλ. Α! Eντάξει. Ζήτησε να συναντηθούμε. Συναντηθήκαμε στο γραφείο του, στην οδό Χατζηχρήστου.

«Η περσινή χρονιά πήγε καλά. Και φέτος, πιο ώριμοι και πιο ήσυχοι, θα χρειαστεί να έχουμε και μια εφημερίδα, ένα free press, που θα κυκλοφορεί στους δρόμους και θα συμβάλει να μάθουν το Φεστιβάλ όλο και περισσότεροι», μου είπε. Είχε ακούσει ότι είμαι εφημεριδάς κι ότι έχω σχέση με τις τέχνες – άραγε, θα μπορούσα να το αναλάβω; Προφανώς είχε συναντήσει και άλλους. Και είχε ήδη γίνει ο διαγωνισμός για τον σχεδιασμό του free press. Σχεδόν είχαν καταλήξει.

Είπα ότι με ενδιαφέρει, πήγα σπίτι και έγραψα τρεις σελίδες με τις προτάσεις μου. Eπρεπε να είναι ένα περιοδικό που να μοιάζει με την “Athens Voice” και τη “Lifo”, αλλά και να διαφέρει. Eπρεπε να προβάλλει τα πρόσωπα και τα θέματα του Φεστιβάλ, αλλά να έχει κι άλλα θέματα, ευρύτερου ενδιαφέροντος – ακόμα και πολιτικές επιφυλλίδες. Μόνο παίρνοντας ένα έντυπο με θέματα ευρύτερα του Φεστιβάλ, μπορούσαν να οδηγηθούν και στο Φεστιβάλ οι αναγνώστες. Υπήρχε μόνο ένα πρόβλημα: μικρός προϋπολογισμός. Θα κάνουμε τη φτώχεια αισθητική, σκέφτηκα υστερόβουλα, γιατί κατά βάθος μόνο αυτό ξέρω να κάνω.

Ο Γιώργος Λούκος με ξαναπήρε την επομένη, συμφωνεί μου είπε. Με όλα; Με όλα. Και με τον ειδικό αστερίσκο ότι δεν θα χρησιμοποιείται το έντυπο για να προβάλλεται ο ίδιος; Γέλασε, εκεί κι αν συμφωνεί. Κι αν χρειαζόταν, μπορούσαμε να κάνουμε κριτική ακόμα και για το Φεστιβάλ; Ξαναγέλασε, επίσης αναγνωρίζει ότι είμαστε ελεύθεροι άνθρωποι. Σημασία είχε να φτιαχτεί ένα έντυπο που θα το γράφουν ελεύθεροι άνθρωποι. Σχετικοί, προφανώς, και εκλαϊκευτικοί ταυτόχρονα, αλλά προπάντων ελεύθεροι. Και πώς θα το λέμε; Είχαμε κολλήσει όλοι. Σκέφτηκα και πρότεινα το «εφ», από τα αρχικά του Ελληνικού Φεστιβάλ. Δεν καταλήξαμε αμέσως, διότι κυκλοφορούσε τότε ένα περιοδικό γαστριμαργίας απολύτως ομόηχο, το «ευ». Επέμεινα – είχα ήδη αρχίσει να φαντάζομαι το λογότυπο, πλάγια γράμματα στην κορυφή, που θα μπορούσε να μεταφέρεται από δεξιά ως τα αριστερά, αναλόγως με την εικονογράφηση.

Δώσαμε τα χέρια, προσελήφθην, πήγα και υπέγραψα σύμβαση τριών μηνών, μου έδωσαν και γραφείο – χωρίς κλιματισμό και με τον ήλιο, μετά το μεσημέρι, να σε κάνει να λιώνεις. Εγκαταστάθηκα, πήρα αμέσως άδεια από τη βασική δουλειά μου για να μπορώ να έχω απερίσπαστος χρόνο (εργαζόμουν στον «Ταχυδρόμο», το ένθετο των «Νέων») και άρχισα να ψάχνω κόσμο, ει δυνατόν πολύγλωσσο και σχετικό, που θα πλαισίωνε το εγχείρημα. Προϋπόθεση, να μην ασχολούνται επαγγελματικά με τα του Φεστιβάλ στον Τύπο. Μου είχαν συστήσει την Ευγενία Τζιρτζιλάκη, σκηνοθέτρια που είχε έρθει από την Αμερική. Ηξερε κι είχε καλό χειρόγραφο. Είπε ναι. Τηλεφώνησα στην Κατερίνα Κόμητα, που τη γνώριζα από τις εφημερίδες, κι εκείνη την εποχή ήταν χωρίς δουλειά, για ειδικές αποστολές. Συμφώνησε. Η Ελια Αποστολοπούλου, ο πιο οργανωτικός άνθρωπος του κόσμου, ήρθε μεταξύ άλλων για να οργανώνει και το δικό μου χάος.

Η Αναστασία Καμβύση, παλιά γνωστή, δέχτηκε να κάνει συνεντεύξεις με μουσικούς (εκείνη τη χρονιά είχαμε συναυλίες της Λόρι Αντερσον, του Ελβις Κοστέλο, της Νόρα Τζόουνς…). Ο Κωστής Πιερίδης, δρ πολιτικών επιστημών σήμερα, ήρθε για τα ρεπορτάζ. Δεν μπορούσαμε να βρούμε έναν άνθρωπο που να ξέρει χορό, ώσπου μια μέρα χτύπησε την πόρτα ένα πολύ ζωηρό παιδί και είπε πως είχε ακούσει κάτι για μας, λατρεύει τον χορό και θα ‘θελε να γράφει ή να κάνει συνεντεύξεις. Εφερε ένα δοκιμαστικό χειρόγραφο και τον σπρώξαμε στα βαθιά. Μας βοήθησαν και πιο επαγγελματίες δημοσιογράφοι: ο Δημήτρης Δουλγερίδης, η Δώρα Αναγνωστοπούλου, η Κατερίνα Σχινά, ο Λεωνίδας Αντωνόπουλος, η Βένα Γεωργακοπούλου, η Άννα Δαμιανίδη, η Ρούλα Γεωργακοπούλου, η Κατερίνα Οικονομάκου, ο Αντώνης Σακελλάρης, η Ιφιγένεια Ταξοπούλου, η Λένια Ζαφειροπούλου… Και πολλοί επιφυλλιδογράφοι: ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος, ο Ριχάρδος Σωμερίτης, ο Πάσχος Μανδραβέλης (που κάποια στιγμή είχε τσαντιστεί και, όντας συνεργάτης του «εφ», επέκρινε τη διοργάνωση), ο καθηγητής Σταύρος Τσακυράκης και πολλοί ακόμα. Στο τελευταίο τεύχος πήρε τηλέφωνο και μια φοιτήτρια θεατρικών σπουδών, που ζούσε μεταξύ Λονδίνου και Πάτρας, η Νίκη Ορφανού, είχε μια συνέντευξη με τον διευθυντή της Αβινιόν. Την έστειλε, μας άρεσε, τη δημοσιεύσαμε, και τώρα παραμένει στην ομάδα, συγγραφέας και σκηνοθέτρια πλέον.

Εμεναν οι φωτογραφίες. Επιλέξαμε να συνεργαστούμε με δυο ζωηρά παιδιά: τη Βίκυ Γεωργοπούλου και τον Βασίλη Μαθιουδάκη. Το φωτογραφικό ύφος έπρεπε να είναι ελεύθερο, τίποτα αν είναι δυνατόν δεν έπρεπε να έρχεται από στούντιο, όλα αν είναι δυνατόν πρέπει να είναι πρωτότυπα. Επιμελημένα ατημέλητες φωτογραφίες: αυτή ήταν η γραμμή, κι έτσι προχωρούμε ακόμα, με τους ίδιους.

Στήσαμε το έντυπο με τον Δημήτρη Φακίνο και τον Στέλιο Χαλά, την επόμενη χρονιά μάς βοήθησε με συμβουλές και με λογότυπα και η Βάσω Αβραμοπούλου. Αλλά γραφιστικά απογειωθήκαμε όταν ανέλαβε το «εφ» ο Ανδρέας Ρεμούντης, ο οποίος έδωσε νεύρο και πρόσθεσε κομψότητα στο εγχείρημα. Φυσικά, βοήθησαν ιδιαίτερα και τα παιδιά του Φεστιβάλ: οι παραγωγοί, το γραφείο Τύπου, οι υπεύθυνοι επικοινωνίας (η Γιούλη Παπαθεοδώρου παλαιότερα και τελευταία, ιδιαίτερα, η Εύα Βενεκά). Και βεβαίως, η θεατρολόγος και υπεύθυνη για την ταυτότητα της διοργάνωσης, η καθηγήτρια Δηώ Καγγελάρη.

Το περιοδικό πήγε καλά. Κι εκείνη τη χρονιά και τις επόμενες. Η ομάδα έδεσε, στην πορεία κάποιοι έφυγαν, βρήκαν δουλειά στη δημοσιογραφία ή έγιναν καλλιτέχνες, σιγά σιγά το έντυπο (δεν το λέμε πια free press) άρχισε να αλλάζει, χωρίς να χάνει όμως ούτε το νεύρο ούτε την ταυτότητα. Το ίντερνετ και η φήμη του Φεστιβάλ μάς έκανε να καταλάβουμε ότι δεν χρειαζόταν πια ένα ποικίλης ύλης περιοδικό/εφημερίδα για να το μάθουν οι κάτοικοι της πόλης, αλλά ένα πιο φεστιβαλοκεντρικό φύλλο, με πληροφορίες και συνεντεύξεις, ανάλαφρα (και μερικές φορές, βαριά) δοσμένες, για τις παραστάσεις. Μείνανε και μερικές βασικές στήλες: το editorial (ορισμένες φορές, μέσα στα φορτισμένα χρόνια της κρίσης, επικρίθηκε για μεροληψία, αλλά ποια έκφραση δεν είναι μεροληπτική;), το κόμικ (με κομίστες που από μια στιγμή και μετά αλλάζουν κάθε χρόνο – έχουν συνεργαστεί ο Χρήστος Δημητρίου, ο Ηλίας Κυριαζής, ο Αλέκος Παπαδάτος, ο Τάσος Μαραγκός, ο Πέτρος Χριστούλιας και, φέτος, ο Τόμεκ Γιοβάνης), τα άστρα (ασφαλώς λοξά και συνδεδεμένα με τις παραστάσεις), η στήλη κομψού κουτσομπολιού (Juice Liu, που την άρχισε η Αννα Μαρτίνου κι όταν έφυγε για σπουδές στο Λονδίνο κανείς δεν έπιασε το απαράμιλλο μπρίο της απ’ όσες κι όσους τη συνέχισαν).

Κάπως έτσι, πέρασαν εννιά χρόνια. Κάναμε λάθη, αλλά πολύ λίγα συγκριτικά με αυτά που θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει. Απ’ τις σελίδες μας έχουν περάσει, με συνεντεύξεις τους, όλη σχεδόν η ελληνική σκηνή του θεάτρου, του χορού, της μουσικής, του θεάτρου, αλλά και τα μεγαλύτερα ονόματα της Ευρώπης, μαζί με μερικά της Αμερικής. Λατινοαμερικανοί, Αφρικανοί, Ασιάτες καλλιτέχνες, που είχαν κάτι βαθύτερο από τον φολκλορισμό, φυσικά κι αυτοί παρήλασαν απ’ τις σελίδες μας.

Προσωπικώς, πάντως, είμαι περήφανος για δύο τεύχη. Το ένα έγινε βιαστικά. Πέθανε η Πίνα Μπάους κι είχαμε μόνο δυο μέρες για να στήσουμε ένα πλήρες αφιέρωμα. Ξενυχτήσαμε, αλλά τα καταφέραμε – κι ήμασταν διπλά περήφανοι επειδή ο Γιώργος Λούκος, που την είχε στενά συναναστραφεί, παρέβη τον κανόνα έπειτα από πίεση και έγραψε ένα σούπερ κείμενο για το «θλιμμένο σώμα» που άλλαξε το χορό. Το άλλο, είχε εξώφυλλο τον Λευτέρη Βογιατζή και μια πολύ εξομολογητική συνέντευξή του στη Βένα Γεωργακοπούλου, μια από τις τελευταίες του κι από τις καλύτερές του. Θυμάμαι, τη νύχτα που κλείναμε τεύχος ήταν στην Ανδρο, πότιζε τον κήπο και μας έκανε διορθώσεις μιλώντας στο κινητό…

Και η Πίνα Μπάους και ο Λευτέρης Βογιατζής ήταν τα αγαπημένα πρόσωπα που αποχωριστήκαμε – κι ήταν σαν να χάσαμε μέλη της οικογένειάς μας. Αν θέλετε να ξέρετε, πάντως, όλοι οι υπόλοιποι είμαστε καλά. Ζωηροί και έτοιμοι για νέες περιπέτειες. Εννιά χρόνια μετά, μάλιστα, κάναμε και το πρώτο σοβαρό λίφτινγκ: είπαμε το φύλλο να έχει λίγο καλύτερη εκτύπωση, να είναι πιο πολύ περιοδικό και λιγότερο εφημερίδα – και εκ του αποτελέσματος δεν πέσαμε έξω.

Ωρες ώρες σκέπτομαι να τα παρατήσω. Εννιά χρόνια είναι πολλά, κι όσο περνάει ο καιρός γίνονται και πιο δύσκολα. Αλλά πάλι, όταν σκέπτομαι ότι τα καταφέρνουμε με ελάχιστα (από τη μεριά μου, όσα κερδίζω πάνε για να καλυφθούν τρύπες του “Books’ Journal”, του περιοδικού που πάντα ήθελα να υπάρχει στη χώρα) κι ότι μάλλον γινόμαστε καλύτεροι, πιο ζωηροί και πιο ώριμοι και δεν κουράζουμε, κι οι αναγνώστες μάς αγαπάνε, ενώ συνεχίζουμε να είμαστε ουδέτεροι, ευρηματικοί, ανεξάρτητοι, και ευχάριστοι και λίγο χρήσιμοι, κι είμαστε μια ομάδα που έχει καινούργια μέλη (φέτος, ας πούμε, τη Μαρίλια Παπαθανασίου, τη Ματίνα Καλτάκη, τη Μυρτώ Πολυμίλη, τη Μυρτώ Λιαλιούτη, την Αλεξάνδρα Βουδούρη, τη Δομίνα Διαμαντοπούλου) -κάτι που μας επιτρέπει να αποκτάμε εμπειρίες-, γιατί να μη συνεχίσουμε; Αλλωστε, η ύπαρξη του «εφ» σε αυτούς τους καιρούς, από low budget προς no budget story, όπως κι η ύπαρξη του Ελληνικού Φεστιβάλ, αποδεικνύουν ότι η Ελλάδα έχει ικμάδες δημιουργικότητας που δεν έχουν διάθεση να υποταγούν στη δυσμενή συγκυρία. Και δεν συναρτούν τη δημιουργικότητά τους με τις απολαβές, αλλά με το κέφι, την προσπάθεια, τη διεύρυνση της συνείδησης, τις πολλές φίλες και τους πολλούς φίλους που μας δείχνουν την αγάπη τους.

Γι’ αυτό παραμένουμε ζωηροί, κατατοπιστικοί και, κάποιες φορές, συνεχίζουμε να είμαστε ευχάριστα ενοχλητικοί.

Πηγή: www.metropolispress.gr