search icon

Οικονομία

Το καλό, το κακό και το χειρότερο σενάριο για πληθωρισμό και επιτόκια

Μπορεί τα στοιχεία στις ΗΠΑ να δείχνουν ότι ο πληθωρισμός σταμάτησε να ανεβαίνει, γεγονός που έφερε τα πρώτα χαμόγελα αισιοδοξίας, όμως πολλοί οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι, ακόμα κι αν το ενεργειακό κόστος υποχωρήσει, η ανοδική πίεση στις τιμές θα επιμείνει

Τα τελευταία στοιχεία για τον δείκτη τιμών καταναλωτή στις ΗΠΑ ενίσχυσαν τις προσδοκίες για το καλό σενάριο, ότι δηλαδή ο πληθωρισμός σταμάτησε να ανεβαίνει. Τα χρηματιστήρια χαιρέτισαν με άνοδο την εξέλιξη, αφού, αν το σενάριο επιβεβαιωθεί, αυτό θα σημάνει μικρότερες αυξήσεις επιτοκίων από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ και μικρότερη περίοδο οικονομικής στασιμότητας. Την ίδια στιγμή, δειλά-δειλά κάποια σημάδια αποκλιμάκωσης έρχονται και από το γεωπολιτικό μέτωπο, με τα χειρότερα σενάρια για τον πόλεμο να απομακρύνονται και τις πιθανότητες αποκλιμάκωσης περί την άνοιξη να ενισχύονται.

Φάνηκε επίσης ότι οι ΗΠΑ δεν θέλουν να τραβήξουν το σκοινί ούτε με την Κίνα, αν και η αντιπαλότητα μεταξύ των δύο μεγάλων δυνάμεων παραμένει, ως παράγοντας που ανά πάσα στιγμή μπορεί να δημιουργήσει εντάσεις, αλλά και να καθορίσει τις γεωπολιτικές ισορροπίες σε βάθος χρόνου.

Ωστόσο, η αισιοδοξία εξαντλείται κάπου εκεί. Το καλό σενάριο δεν σημαίνει ότι η παγκόσμια οικονομία ξεμπέρδεψε με τον πληθωρισμό. Αντιθέτως. Ολο και περισσότεροι οικονομολόγοι συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι στην καλύτερη περίπτωση ο πληθωρισμός θα υποχωρήσει μεν από τα επίπεδα του 10% που έχει ανέβει στις μεγάλες οικονομίες, αλλά δεν θα επιστρέψει πάλι στο 2%, που είναι ο επίσημος στόχος των κεντρικών τραπεζών. Το πιθανότερο είναι ότι θα κινείται γύρω στο 4%-5%, και τούτο για πολλούς λόγους.

Δομικός πληθωρισμός

Στην πρόβλεψη αυτή οδηγούν τα στοιχεία για τον «πυρήνα» του πληθωρισμού, τον λεγόμενο και «δομικό πληθωρισμό», που αντανακλά την αύξηση των τιμών χωρίς να υπολογίζονται οι ανατιμήσεις στην ενέργεια και τα τρόφιμα. Ο δείκτης τιμών καταναλωτή στις ΗΠΑ τον Οκτώβριο (7,7%) ήταν χαμηλότερος απ’ ό,τι τον προηγούμενο μήνα (8,2%), ενώ το ίδιο συνέβη και στον δομικό πληθωρισμό, που δεν περιλαμβάνει τις αυξήσεις τιμών στην ενέργεια και τα τρόφιμα (ο συγκεκριμένος δείκτης υποχώρησε στο 6,3% από 6,6% τον Σεπτέμβριο). Στην Ευρωζώνη ο πληθωρισμός τον Οκτώβριο έφτασε στο 10,7% (από 9,9%), ενώ ο δομικός πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 5% (από 4,8% τον Σεπτέμβριο).

Τα στοιχεία αυτά οδηγούν πολλούς οικονομολόγους στο συμπέρασμα ότι ακόμα κι αν το ενεργειακό κόστος υποχωρήσει η ανοδική πίεση στις τιμές θα επιμείνει. Πέραν αυτού, όμως, το τέλος της παγκοσμιοποίησης, όπως την ξέραμε, θα φέρει πληθωριστικές πιέσεις λόγω αύξησης του κόστους παραγωγής.

Οι μεγάλες πολυεθνικές αρχίζουν να αποσύρονται από την Κίνα και οι σχεδιασμοί της εφοδιαστικής αλυσίδας προβλέπουν παραγωγικές μονάδες κοντά στη μητρόπολη ή στην οικεία ζώνη γεωπολιτικής επιρροής. Οι ΗΠΑ και η Ευρώπη επιχειρούν να ανακτήσουν παραγωγική αυτονομία σε κρίσιμα στρατηγικά αγαθά, όπως κατεξοχήν είναι οι ημιαγωγοί, επεξεργαστές και άλλα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, αλλά και σε κλάδους όπως τα τρόφιμα και το ιατρικό υλικό.

Ολα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο πληθωρισμός θα μονιμοποιηθεί, ακόμα κι αν οι τιμές της ενέργειας υποχωρήσουν από τα εξωφρενικά επίπεδα στα οποία έχουν φτάσει. Αλλά και στην ενέργεια, δεν είναι μόνο o πόλεμος που πιέζει προς τα πάνω τις τιμές. Η μετάβαση σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας είναι μεν αναπόδραστη, αλλά είναι πλέον φανερό ότι θα καθυστερήσει και θα κοστίσει ακριβά.

Ολα δείχνουν ότι το ενεργειακό κόστος θα παραμείνει ψηλά και θα ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις. Το ενδιαφέρον είναι ότι οι ίδιες οι κεντρικές τράπεζες αποτελούν πλέον σημαντικό παράγοντα αβεβαιότητας για την οικονομία, μετά την αποτυχία τους να διαγνώσουν έγκαιρα και να διαχειριστούν το πρόβλημα του πληθωρισμού. Οι κεντρικές τράπεζες ρυθμίζουν την ποσότητα χρήματος που κυκλοφορεί στην οικονομία, έτσι ώστε να ρέει άφθονο όταν υπάρχει κίνδυνος ύφεσης, αλλά να περιορίζεται όταν η οικονομία υπερθερμαίνεται και δημιουργείται πληθωρισμός.

Αβεβαιότητα

Σήμερα όμως αντιμετωπίζουν οι ίδιες βαθιά κρίση αξιοπιστίας και δεν είναι σε θέση να δώσουν κατεύθυνση, γεγονός που προσθέτει αβεβαιότητα στο σύστημα, η οποία από μόνη της επιβαρύνει την οικονομία. Με τα νέα δεδομένα για τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ, πάντως, η εκτίμηση της αγοράς είναι ότι τα επιτόκια της Fed θα συνεχίσουν να αυξάνονται μέχρι το επίπεδο του 4,5%-5%, αλλά με μικρότερα βήματα, της τάξης της μισής μονάδας και όχι 0,75 της μονάδας όπως έγινε τις τέσσερις τελευταίες φορές.

Στο σενάριο αυτό υπολογίζεται αντίστοιχα ότι το βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ θα φτάσει το ανώτερο έως το 2,75%-3%. Σήμερα το επιτόκιο-βαρόμετρο της ΕΚΤ, με το οποίο δέχεται καταθέσεις από τις εμπορικές τράπεζες, έχει ανέβει στο 1,5% (από -0,5% που ήταν μέχρι πριν από λίγους μήνες, στις αρχές του καλοκαιριού). Το επίπεδο των επιτοκίων και το ύψος του πληθωρισμού είναι το κλειδί για όλα τα υπόλοιπα, καθώς από αυτό εξαρτάται αν θα υπάρξει οικονομική ύφεση και πόσο θα διαρκέσει, αλλά και ποιο θα είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα κινούνται νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Ηδη το αυξημένο κόστος χρήματος πιέζει κράτη, επιχειρήσεις και νοικοκυριά που έχουν υψηλό χρέος, ροκανίζει τα επιχειρηματικά κέρδη και το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών. Αν δε οι αυξήσεις συνεχιστούν, θα υπάρξουν χρεοκοπίες, ενδεχομένως και σε μεγάλη κλίμακα, που μπορεί να πλήξουν και μεγάλες μονάδες (επιχειρήσεις ή κράτη) γεννώντας συστημικό κίνδυνο. Σε κάθε περίπτωση, ο υψηλός πληθωρισμός θα σημάνει απώλεια πραγματικού εισοδήματος για τους εργαζομένους -καθώς οι αμοιβές δεν αυξάνονται-, αλλά και για την πλειονότητα των μικρών επιχειρήσεων που δεν μπορούν να περάσουν στις τιμές τους τις αυξήσεις του κόστους. Αντιθέτως, οι επιχειρήσεις εκείνες που έχουν τη δυνατότητα να αυξάνουν τις τιμές, είτε επειδή παρέχουν αγαθά με ανελαστική ζήτηση (τρόφιμα, ενέργεια, υγεία κ.λπ.) είτε λόγω ολιγοπωλιακών αγορών, έχουν την ευχέρεια να κάνουν ανατιμήσεις.

Τα κακά σενάρια

Από την άλλη πλευρά, ένα περιβάλλον με πληθωρισμό 4%-5% και επιτόκια 3%-4% θα επιτρέψει στις κυβερνήσεις να «πληθωρίσουν» τα χρέη που συσσώρευσαν τα τελευταία χρόνια, εφόσον αποφύγουν την ύφεση και τη στασιμότητα. Τούτο ισχύει κατεξοχήν για την Ελλάδα, το δημόσιο χρέος της οποίας έχει κλειδώσει με χαμηλό επιτόκιο (1,5%) στον ESM μετά τη συμφωνία με την τρόικα του 2018. Την περασμένη εβδομάδα, πάντως, ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Λουίς ντε Γκίντος προειδοποίησε ότι ο συνδυασμός της ύφεσης, του υψηλού πληθωρισμού και της ανόδου των επιτοκίων αυξάνει το ρίσκο για αναταράξεις στις αγορές.

Αν δούμε μάλιστα τα κακά σενάρια, είναι πολλά και ξεκινούν από εκείνο του δηλητηριώδους στασιμοπληθωρισμού, που σημαίνει ότι οι τιμές των αγαθών θα συνεχίσουν να αυξάνονται, ενώ την ίδια στιγμή η ύφεση θα πλήττει την οικονομία.

Το ακόμα χειρότερο σενάριο, που, πάντως, δείχνει να απομακρύνεται με τα τελευταία δεδομένα, είναι εκείνο στο οποίο ο πληθωρισμός ξεφεύγει και οι κεντρικές τράπεζες αναγκάζονται να ανεβάσουν τα επιτόκια σε επίπεδα σοκ, γονατίζοντας την οικονομική δραστηριότητα. Κάτι τέτοιο έχει συμβεί στις αρχές της δεκαετίας του 1980 στις ΗΠΑ, όταν ο πρόεδρος της Fed ανέβασε τα επιτόκια στο 20% για να ρίξει τον πληθωρισμό από το 14% στο 3% μέσα σε 2-3 χρόνια, αλλά το οικονομικό σοκ, η ανεργία και οι πτωχεύσεις ήταν τέτοιου μεγέθους στις ΗΠΑ και σε όλο τον κόσμο που το όνομα Βόλκερ ακόμα προκαλεί εφιάλτες.

Διαβάστε ακόμη

Τζιμ Ντέιβις: Το restart του Mr. New Balance και οι φήμες για επένδυση στην Ελλάδα (pics)

Landis+Gyr: Η πολυεθνική που εξάγει το 98% των έξυπνων μετρητών που παράγει στην Κόρινθο

Αthens Key Hotel: Ανοίγει στην Ομόνοια πριν από τα Χριστούγεννα με υπογραφή Zeus και Wyndham (pics)

Exit mobile version