Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google
Την ώρα που το ΔΝΤ κρούει εκ νέου καμπανάκι για τα κόκκινα δάνεια των τραπεζών λέγοντας ότι υπάρχει η πιθανότητα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να χρειαστούν νέα κεφάλαια Barclays και Credit Suisse δίνουν εκ νέου ψήφο εμπιστοσύνης στις μετοχές των ελληνικών τραπεζών ξεκινώντας εκ νέου την κάλυψη τους. Με δύο ξεχωριστές εκθέσεις αναδεικνύουν τα πλεονεκτήματα αλλά και τα ρίσκα τους τηρώντας όμως μία θετική στάση απέναντι τους. 
 
Η Barclays χαρακτηρίζει top picks τις μετοχές των Eurobank και Alpha Bank θέτοντας σύσταση “overweight” και τιμές στόχους τα 0,5 ευρώ και 0,92 ευρώ αντίστοιχα. Επίσης τηρεί σύσταση “Equalweight” για τις μετοχές των Εθνική και Πειραιώς με τιμές στόχους τα 3,14 ευρώ και τα 2,12 ευρώ. 
 
Την ίδια ώρα η Credit Suisse, που ξεκινά εκ νέου την κάλυψη των ελληνικών τραπεζών, προτιμά την Εθνική για την οποία θέτει σύσταση “outperform” με τιμή στόχο τα 3,14 ευρώ. Παράλληλα έχει σύσταση “neutral” για την Alpha με τιμή στόχο τα 0,8 ευρώ ενώ κρατά πιο αρνητική στάση για τη μετοχή της Πειραιώς με σύσταση “underweight” και τιμή στόχο τα 1,4 ευρώ. 
 
Όλα αυτά την ώρα που έχει ξεκινήσει νέο roadshow εισηγμένων εταιρειών στη Νέα Υόρκη από την ΕΧΑΕ και το Ελληνοαμερικάνικο Επιμελητήριο, με τη συμμετοχή και των τραπεζών. (ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ)
 
“Με την ανακεφαλαιοποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος να έχει εν πολλοίς ολοκληρωθεί, οι επενδυτές μπορούν να επικεντρωθούν τώρα στην προοπτική ανάκαμψης της ισχυρής λειτουργικής κερδοφορίας”, σχολιάζει η Barclays, η οποία σχολιάζει πως προτιμά τις φθηνότερες τράπεζες που αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες προκλήσεις αλλά την ίδια ώρα έχουν τις μεγαλύτερες πιθανότητες ανάκαμψης με την επιστροφή στην ομαλότητα. 
 
Για την Eurobank σχολιάζει ότι έχει το μεγαλύτερο περιθώριο ανάκαμψης σε σχέση με τις υπόλοιπες τράπεζες σε μία σειρά από τομείς ενώ για την Alpha σηεμιώνει ΄τοι προσφέρει τον καλύτερο συνδυασμό λειτουργικής ανάκαμψης, ωφελειών απ’ τις συγχωνεύσεις, κεφαλαιακή δύναμη και αποτίμηση. Αλλά και για τις Πειραιώς – Εθνική υπογραμμίζει ότι θα επωφεληθούν απ’ την ανάκαμψη αλλά η σχετική αποτίμηση τους είναι λιγότερο ελκυστική. 
 
 
Όπως σημειώνει οι αποτιμήσεις των Eurobank – Alpha ακόμα δεν έχουν απορροφήσει πλήρως τα κέρδη απ’ την υποχώρηση των επιτοκίων καταθέσεων, του κόστους χρηματοδότησης απ’ τις διεθνείς χρηματαγορές και την ΕΚΤ, την αποκατάσταση των προμηθειών, τη συγκέντρωση νέων πελατών και των συνεργιών. Ωστόσο, όπως παρατηρούν οι αναλυτές της επενδυτικής, η ομαλοποίηση του πιστωτικού κόστους και η ανάκαμψη των περιθωρίων κέρδους στον απόηχο της αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων  αποτελούν τους κύριους μοχλούς. 
 
Η επενδυτική υπογραμμίζει τη συγκέντρωση του κλάδου και το γεγονός ότι έχει περιοριστεί η ανταγωνιστικότητα στον κλάδο, που θα τονώσει την κερδοφορία των τραπεζών. 
 
Επιπλέον σχολιάζει πως ο κίνδυνος dilution περιορίζεται μετά τις πρόσφατες αυξήσεις κεφαλαίων και παράλληλα τονίζει ότι η ανάκαμψη της κερδοφορίας απαιτεί τη μείωση των κόκκινων δανείων και το τέλος του deleveraging. Επίσης το κόστος των καταθέσεων πρέπει να επιστρέψει σε ομαλά επίπεδα. 
 
 
Από την πλευρά της και η Credit Suisse εστιάζει στην προοπτική κερδοφορία του κλάδου, εφιστώντας την προσοχή των επενδυτών. Και αυτό καθώς πέραν της θετικής εξέλιξης της μείωσης του χρηματοδοτικού κόστους, εξακολουθούν να υπάρχουν ρίσκα απ’ τις πιέσεις στα επιχειρηματικά δάνεια, τη συνεχιζόμενη αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων αλλά και της εύθραυστης οικονομικής και πολιτικής κατάστασης. 
 
 
 
Η προτίμηση της Εθνικής έγκειται, όπως εξηγεί η έκθεση, στη διαφοροποίηση της απ’ την ελληνική αγορά και το γεγονός ότι το 35% με 40% της κερδοφορίας της έρχεται απ’ το εξωτερικό. Στον αντίποδα θεωρεί την Τράπεζα Πειραιώς ως την πιο ευάλωτη σε πιθανή αναπροσαρμογή προς τα κάτω των επιτοκίων επιχειρηματικών δανείων λόγω της μεγάλης της έκθεσης (το 58% επί του συνόλου των δανείων). 
 
Πάντως γενικά η Credit Suisse σημειώνει ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν είναι πλέον φθηνές και γι αυτό στο χώρο της Κεντρικής και ΝΑ Ευρώπης προτιμά περισσότερο την αυστριακή Erste και την ουγγρική OTP.
 
 
Στ. Μορ.