Δύο offshore κρύβουν τα μεγάλα ονόματα – Η μία ανήκει στον πρώην υπουργό Άμυνας της Γαλλίας Ρολάν Ντιμά και η άλλη πιστεύουν ότι συστήθηκε από τον Θωμά Λιακουνάκο
Του Μάκη Πολλάτου
Την εξίσωση Leopard + Θωμάς Λιακουνάκος = Γιάννος Παπαντωνίου προσπαθούν να λύσουν οι εισαγγελείς που ερευνούν την υπόθεση με τις μίζες που διακινήθηκαν σε μια σειρά εξοπλιστικών προγραμμάτων των Ενόπλων Δυνάμεων.
Για να αποκωδικοποιήσουν τον κώδικα που κρύβεται πίσω από το ιλιγγιώδες συμβόλαιο προμήθειας των γερμανικών αρμάτων τύπου Leopard, οι ανακριτές κύριοι Γαβριήλ Μαλλής και Γιάννης Σταυρόπουλος ψάχνουν γραμμή-γραμμή όσα περιγράφονται σε συμβόλαια, συμβάσεις, συμφωνητικά, αλλά και τις κινήσεις μεταξύ τραπεζικών λογαριασμών και τις πράξεις στις οποίες εμπλέκονται μια σειρά από offshore εταιρείες. Η αγορά των αρμάτων υπεγράφη το 2003 και κόστισε στο Ελληνικό Δημόσιο 1,727 δισ. ευρώ.
Στην απολογία του ενώπιον των ανακριτών, ο προφυλακισμένος πρώην αναπληρωτής διευθυντής Εξοπλισμών Αντώνης Κάντας παραδέχτηκε ότι για να πάψει να φέρνει αντιρρήσεις στην υπογραφή του συμβολαίου προμήθειας των γερμανικών Leopard έλαβε μίζα 600.000 ευρώ, χρήματα που του έδωσε σε μετρητά τον Δεκέμβριο του 2001 ο επιχειρηματίας Θωμάς Λιακουνάκος, αντιπρόσωπος της κατασκευάστριας εταιρείας Krauss-Maffei Wegmann (KMW). «Oταν δόθηκαν 600.000 ευρώ σε μένα, ο οποίος έφυγα πριν από την υπογραφή και υλοποίηση της σύμβασης, με βάση τον κοινό νου θεωρώ απίθανο να μην πήραν παράνομες προμήθειες οι από πάνω μου, όπως και θεωρώ βέβαιο ότι αυτά τα ποσά θα ήταν πολύ μεγαλύτερα από τα δικά μου», είπε απολογούμενος ο Α. Κάντας στην ερώτηση των ανακριτών αν έλαβε μίζα ο Γιάννος Παπαντωνίου που ήταν υπουργός Αμυνας το 2003, όταν ενεργοποιήθηκε η σύμβαση για την αγορά των Leopard. Ωστόσο, ο προφυλακισμένος πρώην αναπληρωτής διευθυντής Εξοπλισμών επισήμανε ότι δεν διαθέτει αποδείξεις από τις οποίες να προκύπτει ότι ο πρώην υπουργός Εθνικής Αμυνας μπορεί να χρηματίστηκε από τον επιχειρηματία Θ. Λιακουνάκο.
Επιχειρώντας να επαληθεύσουν αυτά που είπε ο Α. Κάντας, οι ανακριτές προσπαθούν να ανασυνθέσουν τις διαδρομές της μίζας στην υπόθεση των Leopard.
Οι δύο offshore και οι διαδρομές της μίζας
Οι μίζες που διακινήθηκαν για την αγορά των γερμανικών αρμάτων υπολογίζονται σε περίπου 50 εκατ. ευρώ (ή περίπου 60 εκατ. δολάρια με βάση την ισοτιμία της εποχής)! Είναι απολύτως αποκαλυπτική των παράνομων δοσοληψιών η σύμβαση μεταξύ δύο υπεράκτιων εταιρειών, η οποία αποκαλύφθηκε όταν οι δύο offshore έφτασαν στα διεθνή διαιτητικά δικαστήρια, προσπαθώντας σαν άλλα αρπακτικά να μοιράσουν τη λεία από το συμβόλαιο-μαμούθ των 1,727 δισ. ευρώ για την αγορά των γερμανικών αρμάτων. Η μία από τις δύο υπεράκτιες εταιρείες είναι η International Barter and Offset Service Corporation (IBOSC) με έδρα στο Μονακό και είχε συμφωνήσει να συνεργαστεί με τη γερμανική κατασκευάστρια εταιρεία KMW, ιδίως στην υπόθεση των Αντισταθμιστικών Ωφελημάτων (ΑΩ) και τη συμπαραγωγή με τις ελληνικές εταιρείες. Η IBOSC θεωρείται εταιρεία που ελεγχόταν από τον επιχειρηματία Θ. Λιακουνάκο, ο οποίος ήταν ο επίσημος αντιπρόσωπος της KMW και των γερμανικών αρμάτων. Η offshore αυτή είχε υπογράψει συμφωνία συνεργασίας με μια άλλη υπεράκτια εταιρεία, την Evanston Group Ltd με έδρα τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους. Υποτίθεται ότι η Evanston Group διέθετε εμπειρία «στη διαχείριση, στον συντονισμό και στην παρουσίαση προγραμμάτων Αντισταθμιστικών Ωφελημάτων (offsets, όπως αποκαλούνται στην αγγλική γλώσσα)». Σε περίπτωση υπογραφής σύμβασης μεταξύ του ελληνικού υπουργείου Αμυνας και της γερμανικής KMW, η IBOSC δεσμευόταν να καταβάλει στην Evanston Group «προμήθεια της τάξεως του 3% της καθαρής αξίας των προϊόντων που θα παραδώσει η KMW». Σε ένα συμβόλαιο που έφτασε το 1,7 δισ. ευρώ, η προμήθεια της offshore με έδρα τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους ανερχόταν στο δυσθεώρητο ποσό των 50 εκατ. ευρώ.
Έσπασε η συμφωνία
Η συνεργασία των δύο υπεράκτιων εταιρειών χάλασε μετά την τελική επιλογή της γερμανικής KMW ως της εταιρείας που θα κατασκεύαζε και θα προμήθευε τα άρματα μάχης στον Ελληνικό Στρατό. H IBOSC του Θ. Λιακουνάκου δεν αναγνώρισε την προγενέστερη συμφωνία με την Evanston Group Ltd και θέλησε να ενθυλακώσει η ίδια (ή έστω να μην καταβάλει στην offshore με έδρα το Μονακό) τις μίζες των 50 εκατ. ευρώ που αναλογούσαν στην προμήθεια του 3%…
Η απερίγραπτη κατάσταση, που αποκαλύπτει και τον βαθμό της αλαζονείας των εμπλεκόμενων με τα εξοπλιστικά, αρχίζει μέσα στο 2003, όταν η Evanston Group προσφεύγει στο Διαιτητικό Δικαστήριο της Γενεύης ζητώντας να υποχρεωθεί η IBOSC να καταβάλει τις μίζες που είχαν συμφωνηθεί. Το επιχείρημα των μεσαζόντων της Evanston ήταν ότι η συμφωνία αγοράς των αρμάτων μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και της γερμανικής KMW είχε υπογραφεί, άρα ήταν η σειρά των Ελλήνων αντιπροσώπων να πληρώσουν για τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει η Evanston Group… Στην απίστευτη υπόθεση ενεπλάκη και ένας πρώην υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας: ο σοσιαλιστής Ρολάν Ντιμά, υπουργός σε κυβερνήσεις του Φρανσουά Μιτεράν, προσελήφθη ως νομικός σύμβουλος της offshore από τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους και έδειξε πως θα κάνει ό,τι χρειάζεται για να κερδίσει η εταιρεία του τα 50 εκατ. ευρώ της μίζας από την αγορά των γερμανικών Leopard. Ο κ. Ντιμά έφτασε την εποχή εκείνη να κάνει δηλώσεις στο μεγάλης κυκλοφορίας γαλλικό περιοδικό «Le Point», επισημαίνοντας ότι τη δουλειά των Leopard την είχε φέρει η Evanston και έπρεπε να πληρωθούν γι’ αυτό. «Οι Γερμανοί θέλησαν να απαλλαγούν από την Evanston και έφτασαν στο σημείο να παριστάνουν ότι δεν τη γνωρίζουν», είχε καταγγείλει τότε ο σοσιαλιστής πρώην υπουργός. Ο κ. Ντιμά δεν αποκάλυψε με ποιους τρόπους προωθούσε η εταιρεία του την υποψηφιότητα των γερμανικών Leopard, αν, για παράδειγμα, προσέγγιζε πολιτικούς ή άλλους κυβερνητικούς παράγοντες και ποιες άλλες μεθόδους μετερχόταν για να αποσπά την εύνοια των αξιωματικών που αξιολογούσαν τα προσφερόμενα οπλικά συστήματα.
Στον αντίποδα, οι διαχειριστές της offshore IBOSC με έδρα το Μονακό και η διαχειρίστρια εταιρεία Transat Maritime, που και αυτή είχε έδρα το πριγκιπάτο, επιχειρηματολογούσαν ότι δεν είχαν λόγο να δώσουν αποζημίωση ως αμοιβή επιτυχίας στην Evanston επειδή το συμβόλαιο αγοράς των Leopard από τον Ελληνικό Στρατό υπεγράφη μεν το 2003, όμως η σύμβαση συνεργασίας των δύο υπεράκτιων εταιρειών είχε λήξει στις 31 Δεκεμβρίου του 2001.
Κατά έναν περίεργο τρόπο, η διαμάχη των offshore με αντάλλαγμα τα 50 εκατ. από τις μίζες των γερμανικών Leopard λύθηκε. Τι συμφωνήθηκε εξωδικαστικά, τι ανταλλάγματα δόθηκαν, τι προέβλεπε η τελική συμφωνία μεταξύ της Evanston Group Ltd και της IBOSC που διαχειριζόταν τα χρήματα που πλήρωνε το Ελληνικό Δημόσιο και οι Γερμανοί επέστρεφαν στους μεσάζοντες που δωροδοκούσαν και δωροδοκούνταν είναι ακόμη άγνωστο…
Ηδη από το 2003 το θέμα με τις μίζες των Leopard είχε λάβει μεγάλες διαστάσεις, κυρίως λόγω του «σκυλοκαβγά» των δύο υπεράκτιων εταιρειών, που αλληλοκατηγορούνταν για αθέτηση της συμφωνίας να διανεμηθεί προμήθεια ύψους 3% από το συμβόλαιο του 1,7 δισ. ευρώ στους εμπλεκόμενους, μεσάζοντες, λομπίστες και ποιος ξέρει πόσοι ακόμη ενεπλάκησαν σε μια υπόθεση που πλήρωσαν ακριβά οι Έλληνες φορολογούμενοι.
Τι έλεγε τότε ο Παπαντωνίου
Ειδικό ενδιαφέρον έχει η απάντηση που είχε δώσει τότε ο Γ. Παπαντωνίου ως υπουργός Εθνικής Αμυνας, επί θητείας του οποίου υπεγράφη η σύμβαση απόκτησης των γερμανικών αρμάτων από την KMW, με μεγάλο ωφελημένο τον αντιπρόσωπο των Γερμανών στην Ελλάδα Θωμά Λιακουνάκο. «Είναι προφανές ότι όλη η διαδικασία για την αγορά των νέων αρμάτων μάχης πραγματοποιήθηκε με διαφανή και κυριολεκτικά άψογο τρόπο, με μεγάλη ωφέλεια για το Ελληνικό Δημόσιο. Ολα αυτά παραβλέπονται και το υπουργείο καλείται να αποδείξει ότι δεν είναι ελέφαντας για θέματα αντιδικίας μεταξύ υπεράκτιων εταιρειών», ανέφερε σε γραπτή του δήλωση στις 17 Οκτωβρίου του 2003 ο κ. Παπαντωνίου.
«Η θέση μας είναι ξεκάθαρη και απόλυτη, όπως έχω επανειλημμένα δηλώσει και εγώ ο ίδιος και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Για να τεθεί οριστικά τελεία και παύλα στο θέμα, επαναλαμβάνω για μια ακόμα φορά:
1.Οι αναφερόμενες στα δημοσιεύματα υπεράκτιες εταιρείες δεν είναι γνωστές σε εμάς, ούτε ήρθαν σε οποιαδήποτε επαφή ή επικοινωνία μαζί μας.
2. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, οι υπεράκτιες εταιρείες συστάθηκαν το 1999, και η μεταξύ τους συμφωνία έληξε τον Δεκέμβριο του 2001, πριν από την τελική φάση της αξιολόγησης και της επιλογής. Καμία από τις αναφερόμενες εταιρείες δεν αναφέρεται στη σύμβαση μεταξύ Ελλάδας και της κατασκευάστριας εταιρείας.
3. Η κατασκευάστρια εταιρεία με επιστολή της προς το υπουργείο Εθνικής Αμυνας στις 15-10-2003, που καταχωρήθηκε και στον ελληνικό Τύπο, δηλώνει κατηγορηματικά ότι δεν έχει καμία σχέση, ούτε μετοχική ούτε επιχειρηματική, με τις δύο υπεράκτιες εταιρείες και ουδέποτε πραγματοποίησε πληρωμές προς αυτές. Τη διαβεβαίωση αυτή έχει δώσει και προς τις γερμανικές αρχές ήδη από τον Μάρτιο του 2003.
4. Το σύνολο του υποκατασκευαστικού έργου που προκύπτει από τη συμπαραγωγή και τα προγράμματα των Αντισταθμιστικών Ωφελημάτων έχουν ανατεθεί σε επώνυμες ελληνικές επιχειρήσεις και σε θυγατρική της κατασκευάστριας εταιρείας με έδρα την Ελλάδα», δήλωνε ο τότε υπουργός Εθνικής Αμυνας.
Ο κ. Παπαντωνίου χαρακτήριζε «θλιβερό το γεγονός ότι μία γελοία υπόθεση χρησιμοποιείται για να θιγεί η αγορά των νέων αρμάτων μάχης, και το κύρος των υπηρεσιών του υπουργείου, και μάλιστα για μια διαδικασία για την οποία ουδέποτε εκφράστηκε, σε όλα τα στάδιά της, η παραμικρή ένσταση ή αμφισβήτηση, από κανένα από τους συμμετέχοντες».
Η συλλογιστική του κ. Παπαντωνίου έχει πολλά κενά: η σύμβαση μεταξύ δύο offshore ασφαλώς και δεν μπορούσε να δεσμεύει το υπουργείο Εθνικής Aμυνας, όμως δεν όφειλε το ελληνικό κράτος να διερευνήσει χωρίς χρονοτριβή τις καταγγελίες για συμφωνίες κάτω από το τραπέζι και μοίρασμα μιζών από ένα ιλιγγιώδες συμβόλαιο που επιβάρυνε τον κρατικό προϋπολογισμό με περίπου 2 δισ. ευρώ; Το «γεγονός» ότι η κατασκευάστρια εταιρεία Krauss-Maffei δήλωνε ότι δεν έχει σχέση με τις δύο υπεράκτιες εταιρείες δεν αντέχει σε κριτική και είναι πραγματικά περίεργο πώς ο ισχυρισμός των Γερμανών καθησύχασε τις αρμόδιες αρχές της ελληνικής κυβέρνησης. Πώς είναι δυνατόν να περιμένει κάποιος, ιδίως όταν έχει διατελέσει υπουργός Οικονομικών, ότι οι Γερμανοί θα παραδεχτούν πως έχουν φτιάξει εταιρείες-βιτρίνες για να διανείμουν οι αντιπρόσωποί τους στην Ελλάδα τις μίζες που είχαν υποσχεθεί σε όσους τους βοήθησαν να αναλάβουν ένα τόσο μεγάλο εξοπλιστικό πρόγραμμα; Ακόμη και το γεγονός ότι η Γερμανική Δικαιοσύνη δεν εντόπισε ροές χρημάτων απευθείας από την Krauss-Maffei Wegmann προς την International Barter and Offset Service Corporation (IBOSC) του Θ. Λιακουνάκου δεν έχει αξία. Διότι αφενός είναι δυνατόν οι Γερμανοί να μην έστειλαν χρήματα απευθείας από την KMW προς την offshore του Θ. Λιακουνάκου θέλοντας να υπερασπιστούν την εταιρεία τους όταν είδαν τις απειλητικές διαθέσεις των συνεργατών τους στην Evanston Group. Κυρίως όμως, αυτή η ίδια η σύμβαση μεταξύ της IBOSC του Θ. Λιακουνάκου και της Evanston προέβλεπε ότι η πληρωμή της αμοιβής προς την offshore με έδρα τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους θα ξεκινούσε έξι μήνες μετά τον χρόνο έναρξης ισχύος της σύμβασης μεταξύ του ελληνικού υπουργείου Αμυνας και της Krauss-Maffei. Το συμβόλαιο για την αγορά των αρμάτων μάχης Leopard υπεγράφη στις 20 Μαρτίου του 2003, άρα η πληρωμή της πρώτης δόσης (20% από το συνολικό ποσό των 50 εκατ. ευρώ) θα έπρεπε να γίνει μέχρι τις 20 Σεπτεμβρίου του 2003. Είναι επιεικώς αφελής όποιος θεωρεί ότι οι Γερμανοί της KMW θα έστελναν χρήματα στην offshore του κ. Θ. Λιακουνάκου για να αρχίσει προκαταβολικά η πληρωμή των μιζών στην Evanston Group Ltd, όταν η τελευταία (με έδρα τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους) είχε σύρει την IBOSC στο Διαιτητικό Δικαστήριο της Γενεύης ήδη από τον Φεβρουάριο του 2003, δηλαδή προτού κλείσει το συμβόλαιο του 1,7 δισ. ευρώ.
Ανασύρουν από το αρχείο το πόρισμα Αθανασίου
Το πόρισμα του οικονομικού εισαγγελέα κ. Παναγιώτη Αθανασίου για τα γερμανικά άρματα μάχης Leopard, το οποίο κατέληγε στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις πράξεων δωροδοκίας, ετοιμάζονται να ανασύρουν και να αξιοποιήσουν οι ανακριτές που χειρίζονται την υπόθεση με τις μίζες στις αγορές όπλων.
Η υπόθεση των γερμανικών αρμάτων μάχης τύπου Leopard που προμηθεύτηκε ο Στρατός έχει απασχολήσει και στο παρελθόν την Ελληνική Δικαιοσύνη. Παρά το γεγονός ότι τόσο η έρευνα του κ. Δημήτρη Παπαγγελόπουλου όσο και η έρευνα που είχε διενεργήσει ο κ. Αθανασίου (εισαγγελέας Εφετών και νυν οικονομικός εισαγγελέας) έχουν μπει στο αρχείο, οι ανακριτές που ερευνούν τις μίζες πίσω από τα εξοπλιστικά προγράμματα ετοιμάζονται να ξανανοίξουν το πόρισμα του κ. Αθανασίου.
Σε αυτό, ο οικονομικός εισαγγελέας περιέγραφε όλες τις ισχυρές ενδείξεις που τον οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι για το συμβόλαιο των γερμανικών αρμάτων μάχης τύπου Leopard τελέστηκαν πράξεις δωροδοκίας. Κατά πληροφορίες, ο κ. Αθανασίου είχε ζητήσει ήδη από το 2005 (η έρευνά του είχε ξεκινήσει από το 2003) να ανοίξουν κάποιοι από τους τροφοδότες λογαριασμούς, αφού είχε επιβεβαιώσει ότι η υπεράκτια εταιρεία IBOSC του Θ. Λιακουνάκου διακινούσε δύο λογαριασμούς σε ελβετική και γερμανική τράπεζα.
Μάλιστα από τότε η Ελληνική Δικαιοσύνη είχε υποβάλει αιτήματα δικαστικής συνδρομής προς τις Αρχές του Μονακό, όπου έδρευε η offshore εταιρεία του Θ. Λιακουνάκου. Για την ενίσχυση και επιτάχυνση των ερευνών η ηγεσία της Δικαιοσύνης αναμένεται να διευρύνει την ανακριτική ομάδα με ακόμη πέντε δικαστικούς λειτουργούς.
Αξιωματικοί έγιναν αρχηγοί με τις μίζες
Πώς οι έμποροι όπλων «ανεβάζουν» τους λοχαγούς σε στρατηγούς για να τους ελέγχουν
Αξιωματικούς που είχαν μετατραπεί σε… λομπίστες για λογαριασμό εμπόρων όπλων αποκαλύπτει η έρευνα για τα εξοπλιστικά.
Με το αζημίωτο, αξιωματικοί του Στρατού, του Ναυτικού και της Αεροπορίας είχαν καταντήσει μίσθαρνα όργανα αντιπροσώπων και συμβούλων ξένων εταιρειών, οι οποίοι τους χρησιμοποιούσαν ως άλλες ορντινάντσες για να εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους και να προωθούν τα εξοπλιστικά προγράμματα που τους ενδιέφεραν από τις δήθεν αδιάβλητες στρατιωτικές επιτροπές ελέγχου. Μετά τον προφυλακισμένο Αντώνη Κάντα, που απολογούμενος παραδέχτηκε ότι μισθοδοτούνταν από εμπόρους όπλων ήδη από το 1988, την εποχή που υπηρετούσε στο γραφείο Αντισταθμιστικών Ωφελημάτων του ΥΕΘΑ, και συνέχισε την καριέρα του δωροδοκούμενος και ως αναπληρωτής διευθυντής Εξοπλισμών, ο 83χρονος Πάνος Ευσταθίου έδωσε στους ανακριτές τα ονόματα ακόμη έξι αξιωματικών που αντί να ελέγχουν τα οπλικά συστήματα συνεργάζονταν με τους οπλάδες από τους οποίους εισέπρατταν μίζες.
Ιδίως δύο από τα ονόματα των αξιωματικών που ο Π. Ευσταθίου αποκάλυψε ότι πλήρωνε για να προωθούνται τα γερμανικά οπλικά συστήματα τα οποία «πρακτόρευε» προκάλεσαν σεισμό στον μικρόκοσμο του υπουργείου Εθνικής Αμυνας. Τόσο ο εκπλιπών ναύαρχος Γιώργος Θεοδωρουλάκης όσο και ο στρατηγός Κωνσταντίνος Παναγιωτάκης θεωρούνταν από πολλούς αξιωματικούς έντιμοι και αξιοπρεπείς στρατιωτικοί, που αποτελούσαν υπόδειγμα για τους συναδέλφους τους. Πρόκειται για δύο αξιωματικούς που έφτασαν μέχρι τις ανώτατες θέσεις στους κλάδους των Ενόπλων Δυνάμεων που υπηρετούσαν. Ο ναύαρχος Θεοδωρουλάκης έγινε αρχηγός ΓΕΝ και παραιτήθηκε έπειτα από σφοδρή σύγκρουση που είχε με τον τότε υπουργό Αμυνας Γιάννο Παπαντωνίου για την αποστρατεία ενός ανώτατου αξιωματικού. Επί υπουργίας του Γ. Παπαντωνίου αποστρατεύτηκε και ο κ. Παναγιωτάκης από τη θέση του αρχηγού στο Γενικό Επιτελείο Στρατού.
Σήμερα αποκαλύπτεται, σύμφωνα τουλάχιστον με όσα κατέθεσε ο 83χρονος Π. Ευσταθίου, ότι ο εκλιπών ναύαρχος Θεοδωρουλάκης και ο στρατηγός Παναγιωτάκης, δύο από τους αξιωματικούς που για πολλούς περιλαμβάνονται στην ελίτ των άριστων στρατιωτικών της τελευταίας 20ετίας, βρίσκονταν στο μισθολόγιο εταιρειών που τους λάδωναν.
Το ερώτημα αν έγιναν αρχηγοί επειδή έπαιρναν μίζες μπορεί να μοιάζει ισοπεδωτικά απαξιωτικό, είναι όμως αυτό που σήμερα προβληματίζει τους εν ενεργεία αξιωματικούς στις μεταξύ τους συζητήσεις.
Ηταν η ώθηση που ανέμεναν ότι θα πάρει η καριέρα τους από τους ισχυρούς υποστηρικτές τους με τους οποίους δημιουργούνταν μια αμφίδρομη σχέση εξάρτησης, ήταν η αδιαφορία για το δημόσιο συμφέρον, ήταν η πλεονεξία μέσα σε ένα περιβάλλον γενικότερης απαξίωσης της αποστολής τους όταν έβλεπαν τον υπουργό -ιδίως μετά την κρίση των Ιμίων, που ξεκίνησε ένα άνευ προηγουμένου φαγοπότι γύρω από τις υποτιθέμενες αμυντικές προμήθειες- να πλουτίζει ανενόχλητος;
Τα τελευταία χρόνια το γεγονός ότι πολλοί αντιπρόσωποι ή έμποροι όπλων «υιοθετούσαν», ήλεγχαν, πριμοδοτούσαν και ενέτασσαν στις λίστες μισθοδοσίας τους κάποιους αξιωματικούς από τους οποίους αποσπούσαν κρίσιμες πληροφορίες ήταν κοινό μυστικό στο Πεντάγωνο. Πολλοί το γνώριζαν, αλλά ελάχιστοι είχαν αποδείξεις. Η ιδιότυπη ασυλία όσων αξιωματικών δωροδοκούνταν για να κάνουν χατίρια σε εμπόρους όπλων λαμβάνει τέλος όσο μεγαλώνει η χιονοστιβάδα των αποκαλύψεων για το δημόσιο χρήμα που κατασπαταλούνταν σε αγορές όπλων – περιττές ή αναγκαίες.
Και αποκαλύπτεται ότι εκτός από πρόσωπα όπως ο προφυλακισμένος πρώην αναπληρωτής διευθυντής Εξοπλισμών Α. Κάντας, ο οποίος εμμέσως πλην σαφώς παραδέχτηκε ότι εκβίαζε τους εμπόρους όπλων να του δίνουν μίζες διότι αλλιώς θα μπλόκαρε τα εξοπλιστικά προγράμματα που τους ενδιέφεραν, υπήρχαν και αξιωματικοί που είχαν ενταχθεί στις λίστες «payroll» επιχειρηματιών σχετιζόμενων με όπλα.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.