Της Σοφίας Νέτα
Η παχυσαρκία η οποία θεωρείται νόσος, έχει λάβει πλέον διαστάσεις παγκόσμιας επιδημίας, καθώς σύμφωνα με πρόσφατα δεδομένα, ο επιπολασμός της παχυσαρκίας έχει διπλασιαστεί παγκοσμίως τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, ενώ στο ίδιο χρονικό διάστημα ο αριθμός των παχύσαρκων ατόμων στην Ευρώπη έχει τριπλασιαστεί. Εκτεταμένες προσπάθειες έχουν γίνει για την εύρεση των πιθανών αιτιολογικών παραγόντων που ευθύνονται για την εμφάνισή του φαινομένου της παχυσαρκίας. Φαίνεται, μέχρι στιγμής, ότι είναι αποτέλεσμα της συνδυασμένης επίδρασης διαφόρων γενετικών, περιβαλλοντικών και συμπεριφοριστικών παραγόντων, οι οποίοι συντελούν στη μακροχρόνια διατήρηση ενός θετικού ενεργειακού ισοζυγίου. Ένας από αυτούς τους παράγοντες είναι ο τρόπος ζωής του ατόμου. Στον τρόπο ζωής θα μπορούσαμε να συμπεριλάβουμε και το επάγγελμα, καθώς ο μέσος άνθρωπος, αφιερώνει πάνω από δέκα ώρες την μέρα στην εργασία του μας επισημαίνει η Κλινικός Διαιτολόγος – Διατροφολόγος Αικατερίνη Καλογεροπούλου BsC, MsC από την Cosmetic Derma Medicine.
«Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα», σημειώνει, «που πραγματοποιήθηκε στην πολιτεία της Ουάσιγκτον σε 37.626 εργαζόμενους, βρέθηκε ότι το ποσοστό παχυσαρκίας αντιστοιχούσε κατά μέσο όρο στο 24,6%. Στις πρώτες θέσεις δεικτών παχυσαρκίας με ποσοστό περίπου 40%, βρίσκονταν οι οδηγοί φορτηγών και τα άτομα που εργάζονται σε μεταφορές και μετακινήσεις (38.6% και 37.9% αντίστοιχα), ενώ τα επαγγέλματα που είχαν χαμηλότερο ποσοστό παχυσαρκίας (<20%), ήταν οι επαγγελματίες υγείας, οι καθηγητές πανεπιστημίου και οι διαγνωστικές υπηρεσίες υγείας (18.2%, 17.6%, 11.6% αντίστοιχα). Επίσης, διάφορες μελέτες τονίζουν τη συμβολή του κοινωνικοοικονομικού και μορφωτικού επιπέδου στην εμφάνιση ή όχι παχυσαρκίας. Συγκεκριμένα, έχει διαπιστωθεί ότι υπάρχει μια αντίστροφη σχέση μεταξύ μορφωτικού και κοινωνικοοικονομικού επιπέδου και παχυσαρκίας, δηλαδή τα άτομα με υψηλό μορφωτικό επίπεδο και καλή οικονομική κατάσταση έχουν μικρότερες πιθανότητες να αναπτύξουν παχυσαρκία σε σχέση με τα άτομα χαμηλού μορφωτικού επιπέδου και χαμηλής οικονομικής κατάστασης. Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι το πρόβλημα της παχυσαρκίας είναι πολυπαραγοντικό και χρειάζονται πολύπλευρες προσεγγίσεις για την λύση του.
Σίγουρα η οικονομική κατάσταση του ατόμου δεν μπορεί να τροποποιηθεί όποτε θελήσει το άτομο, όμως ο εμπλουτισμός των γνώσεων σε θέματα σωστής διατροφής είναι επιτεύξιμος, μιας και ζούμε σε μια εποχή που η γνώση προσφέρεται και χωρίς ιδιαίτερο κόστος. Σημαντικό βέβαια είναι, να φιλτράρετε η γνώση και να συλλέγονται οι πληροφορίες που είναι βασισμένες σε επιστημονικά δεδομένα».
«Όσον αφορά το ρόλο του επαγγέλματος στην παχυσαρκία», εξηγεί η κ. Καλογεροπούλου, «όπως έχει ήδη αναφερθεί συνεισφέρει σε σημαντικό βαθμό. Η λύση δεν είναι να αλλάξει κάποιος το επάγγελμα του, αλλά να μπορεί με απλές καθημερινές αλλαγές να βελτιώσει τη διατροφική του πρόσληψη και να αυξήσει τη φυσική του δραστηριότητα. Για παράδειγμα, το επάγγελμα του οδηγού φορτηγών, ωθεί το άτομο σε ακινησία (λόγω των πολλών ωρών οδήγησης), αρρύθμιστες ώρες ύπνου και πολλές φορές σε υπερκατανάλωση ανθυγιεινού φαγητού. Η τροποποίηση συμπεριφορών σε αυτή την περίπτωση είναι αρκετά δύσκολη, αλλά όχι ακατόρθωτη. Μικρές αλλαγές όπως, οι επιλογές πιο υγιεινού φαγητού από τα εστιατόρια (π.χ. μαγειρευτά χωρίς πολλές σάλτσες ή ψητά χωρίς λίπος με σαλάτες), η αποφυγή αλκοόλ, η κατανάλωση νερού και ροφημάτων χωρίς ζάχαρη, η αύξηση της κίνησης ακόμη και 5 λεπτά περπάτημα σε κάθε στάση ίσως θα μπορούσε να μειώσει το ποσοστό παχυσαρκίας σε αυτά τα άτομα. Η τροποποίηση και βελτίωση του τρόπου ζωής βοηθάει στη μείωση των νοσημάτων και στην αύξηση του προσδόκιμου ζωής».
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.