Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας στον ευρωπαϊκό νότο έχει αφήσει ορισμένες χώρες του λεγόμενου “σκληρού πυρήνα” πίσω, όπως το Βέλγιο και τη Γαλλία, οι οποίες κινδυνεύουν να γίνουν η “νέα περιφέρεια”.

“ Μία χούφτα οικονομιών της Ευρωζώνης έχει καταγράψει σημαντικές αυξήσεις στο κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος (ULCs) τα τελευταία 4 χρόνια”, επισημαίνει έκθεση της Capital Economics, όπως μεταδίδει το CNBC. Αυτό συνέβαινε την ίδια περίοδο όπου σε πολλές περιφερειακές χώρες το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος μειωνόταν οριστικά, όπως αναφέρεται.

“Ενώ αυτή η διαδικασία μπορεί να βοηθήσει τις οικονομίες της περιφέρειας  να ανακτήσουν τη σχετική ανταγωνιστικότητα πιο γρήγορα, ορισμένες οικονομίες του πυρήνα, συμπεριλαμβανομένου του Βελγίου, βρίσκονται αντιμέτωπες με τον κίνδυνο να μείνουν πίσω, απειλώντας να σπρώξουν την περιφέρεια της Ευρωζώνης προς το βορρά”, τονίζουν οι  Roger Bootle και Jonathan Loynes,  managing director και επικεφαλής οικονομολόγος στα ευρωπαϊκά θέματα στο Capital Economics, αντιστοίχως.

Η έκθεση αναλύει τις αλλαγές στην ανταγωνιστικότητα στην Ευρωζώνη, εξετάζοντας το κόστος εργασίας ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος στην περιοχή.

Με βάση αυτή τη μέτρηση, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι οικονομίες της περιφέρειας, όπως της Ισπανίας, της Ιταλίας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας, “έχουν πετύχει μείωση του κόστους σε σχέση με την Ευρωζώνη στο σύνολο της τα τελευταία χρόνια”. Ωστόσο, σε κάποιες οικονομίες του πυρήνα, κυρίως στο Βέλγιο, τη Φινλανδία και τη Γαλλία, τα  ULCs συνεχίζουν να αυξάνονται, τόσο σε απόλυτους όρους όσο και σε σχέση με το μέσο όρο της Ευρωζώνης.

“Στο Βέλγιο ειδικά, τα ULCs έχουν αυξηθεί σημαντικά και βρίσκονται στο υψηλότερο επίπεδο στην Ευρωζώνη. Τα υψηλά κόστη φαίνεται ότι ήδη βλάπτουν τόσο τις επενδύσεις όσο και την ανάπτυξη των εξαγωγών, δύο παραδοσιακά ισχυρούς μοχλούς της ανάπτυξη. Και οι τρέχουσες συναλλαγές της χώρας έχουν πέσει σε συνεχές έλλειμμα για πρώτη φορά εδώ και 30 χρόνια”.

Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, “όλα αυτά υποδηλώνουν ότι η ανάκαμψη του Βελγίου είναι απίθανο να προχωρήσει περαιτέρω σε αντίθεση με τις χώρες του νότου. Αμφιβάλλουμε ότι οι Βέλγοι πολιτικοί θα είναι έτοιμοι (ή θα αναγκαστούν) να αντιμετωπίσουν αυτά τα θέματα σύντομα”.

Οι συντάκτες της έκθεσης αναφέρουν ότι την ώρα που πολλές κυβερνήσεις της ευρωπεριφέρειας υιοθετούν πολιτικές για τη βελτίωση των αγορών εργασίας και προϊόντων, καθώς οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ήταν προϋπόθεση για την ένταξή τους στα διεθνή προγράμματα διάσωσης, οι μεταρρυθμίσεις “σχεδόν απουσιάζουν” από αρκετές οικονομίες του πυρήνα.

Για το λόγο αυτό, αυτή η ομάδα των οικονομιών “αντιμετωπίζει τώρα τον κίνδυνο υποτονικής ανάπτυξης και τα συναφή προβλήματα, που έπληξαν τις οικονομίες του ευρωπαϊκού νότου τα τελευταία πέντε χρόνια”.

“Σίγουρα, δεν συνιστά σύμπτωση ότι η οικονομική κατάσταση αυτών των χωρών έχει ασθενήσει: Η οικονομία της Φινλανδίας έχει βυθιστεί σε ύφεση, η Γαλλία βρίσκεται σε στασιμότητα από τις αρχές του χρόνου και η ανάκαμψη του Βελγίου παρουσίασε απότομη επιβράδυνση το δεύτερο τρίμηνο” τονίζουν ο Loynes και ο Bootle. “Στην πραγματικότητα, το χάσμα του κόστους, που έχει προκύψει μεταξύ του Βελγίου και της Ευρωζώνης ως σύνολο, είναι τόσο διευρυμένο όσο ήταν με τις οικονομίες της περιφέρειας το 2005”.  

Το μόνο θετικό από όλη αυτή την ιστορία, σύμφωνα με τους συντάκτες, είναι ότι “η Ευρωζώνη ως σύνολο γίνεται πιο ισορροπημένη, γεγονός το οποίο καθιστά την ανάκαμψη στην Ευρωζώνη πιο βιώσιμη”.