Δύο είναι οι τρόποι που μπορεί να ασχοληθεί κανείς με την τρούφα, αυτό το περιζήτητο έδεσμα σε παγκόσμια κλίμακα. Όπως εξηγεί η κ. Παυλίνα Κλαδοπούλου , η οποία παρά το νεαρό της ηλικίας είναι από τα πολύ γνωστά πρόσωπα της σχετικής αγοράς στη χώρα μας, ένας τρόπος είναι να πάρει ένα σκυλί – το λεγόμενο τρουφόσκυλο- και από κοντά να προμηθευτεί τα ειδικά σύνεργα για το «σκάψιμο» και να ξεχυθεί στα δάση – ακόμη και στη Πάρνηθα αν έχει επιμονή και υπομονή μπορεί να «ανακαλύψει» είδη άγριας αυτοφυούς τρούφας – δηλαδή αυτό το σπάνιο είδος μανιταριού που βρίσκεται κάτω από το έδαφος και το οποίο συμβιώνει και αναπτύσσεται στις ρίζες ορισμένων ειδών δένδρων ή και θάμνων. Ο δεύτερος τρόπος, που συνεπάγεται και μια μεγαλύτερη επένδυση, αφορά την συστηματική καλλιέργεια τρούφας σε ένα διαθέσιμο και κατάλληλων προδιαγραφών χωράφι.
Σε προσωπικό επίπεδο η κ. Κλαδοπούλου – με πτυχίο χημικού από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης- ασχολείται και με τα δύο. Δηλαδή, έχει επενδύσει σε συστηματική καλλιέργεια τρούφας αλλά και παραμένει και μια επίμονη κυνηγός άγριας τρούφας με πολύ καλές επιδόσεις. Επιπλέον, συμμετέχει στο όποιο μικρό ή μεγαλύτερο εμπορικό δίκτυο της τρούφας όπου οι πελάτες κατά κύριο λόγο είναι εστιατόρια και καταστήματα ντελικατέσεν.
Η κα Κλαδοπούλου στη συνέντευξη της κλήθηκε να απαντήσει στο ερώτημα για το αν είναι επικερδής η ενασχόληση με την τρούφα στην Ελλάδα σήμερα. Η άποψη της είναι η εξής: «Κάποιος καλλιεργητής θα μπορούσε με ένα μέσο όρο από 1.800 μέχρι 2.200 ευρώ το στρέμμα να εγκαταστήσει μια καλλιέργεια ακόμα και για το ακριβότερο είδος τρούφας. Τα δεδομένα είναι πολύ διαφορετικά στην περίπτωση ενός κυνηγού. Ο τελευταίος προκειμένου να ασχοληθεί θα πρέπει να έχει ένα ειδικό σκύλο. Το κόστος της απόκτησης του ξεκινάει από 1.500 και φθάνει μέχρι 2.500 ευρώ περίπου. Από εκεί και πέρα η σχέση κόστους και οφέλους εξαρτάται από το χρόνο που θα διαθέσει ο ίδιος».
Πάντως, η συνομιλήτρια μας θίγει μεταξύ άλλων και το κρίσιμο θέμα της τυποποίησης της τρούφας στην Ελλάδα , ένα θέμα που έχει να κάνει κατά κύριο λόγο με την έλλειψη ενός φορέα πιστοποίησης στη χώρα μας.
Δείτε τη συνέντευξη:
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.