Μια νέα μελέτη της Kaspersky φέρνει στο φως για πρώτη φορά την πραγματική έκταση που έχουν λάβει οι απάτες μέσω υπηρεσιών ανταλλαγής μηνυμάτων. Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι κυβερνοεγκληματίες αξιοποιούν πλέον την τεχνητή νοημοσύνη για να αντιγράφουν με ιδιαίτερα πειστικό τρόπο εμπορικά σήματα και να κλιμακώνουν τη δράση τους, σε βαθμό που οι πελάτες αδυνατούν να διακρίνουν τις αυθεντικές από τις παραπλανητικές επικοινωνίες των brands. Πολλοί μάλιστα πέφτουν θύματα αυτών των μεθόδων περισσότερες από μία φορές, ενώ κάποιοι έχουν εξαπατηθεί μέχρι και πέντε φορές.
Η παραποίηση της ταυτότητας εμπορικών σημάτων αποτελεί πλέον έναν από τους τρεις συχνότερους τύπους απάτης μέσω υπηρεσιών ανταλλαγής μηνυμάτων στην Ελλάδα (≈36%). Πέρα από το οικονομικό και συναισθηματικό κόστος για τα θύματα, οι συγκεκριμένες απάτες πλήττουν μακροπρόθεσμα τις σχέσεις των επιχειρήσεων με τους πελάτες τους, διαβρώνοντας την εμπιστοσύνη και υπονομεύοντας την επικοινωνία τους.
Πλήγμα για την εμπιστοσύνη στα brands: Οι αληθινές επικοινωνίες αμφισβητούνται
Τα δεδομένα της μελέτης αποτελούν ένα ηχηρό καμπανάκι για τα brands που δραστηριοποιούνται σήμερα. Η συντριπτική πλειονότητα (99%) των καταναλωτών δηλώνει ότι, αφού πέσει θύμα απάτης, δεν εμπιστεύεται πλέον καμία εισερχόμενη ειδοποίηση μέσω υπηρεσιών ανταλλαγής μηνυμάτων. Το στοιχείο αυτό καταδεικνύει τη σχεδόν ολοκληρωτική κατάρρευση της εμπιστοσύνης στα ψηφιακά κανάλια επικοινωνίας που χρησιμοποιούν καθημερινά τα brands για να επικοινωνούν νόμιμα με τους πελάτες τους.
Το επίπεδο αυτό καχυποψίας δεν είναι αδικαιολόγητο. Οι καταναλωτές κατακλύζονται καθημερινά από μηνύματα, πολλά από τα οποία έχουν σχεδιαστεί ώστε να φαίνονται αξιόπιστα και να δημιουργούν μια ψευδή αίσθηση επείγοντος. Ακόμη και οι πιο προσεκτικοί καταναλωτές, ανεξαρτήτως ηλικίας, πέφτουν θύματα απάτης. Ο τεράστιος όγκος των μηνυμάτων δημιουργεί αναπόφευκτα περιθώρια για λάθη, επιτρέποντας σε κακόβουλα μηνύματα να περνούν απαρατήρητα και να οδηγούν τους ανθρώπους στην αποκάλυψη προσωπικών στοιχείων και χρημάτων.
Οι απάτες μέσω υπηρεσιών ανταλλαγής μηνυμάτων δεν αποτελούν πλέον σπάνια ή μεμονωμένα περιστατικά. Ανησυχητικά, σχεδόν ένας στους πέντε καταναλωτές στην Ελλάδα που έχουν πέσει θύμα απάτης (19,60%) δηλώνουν ότι έχουν εξαπατηθεί τρεις ή περισσότερες φορές, ενώ, για το μέσο θύμα, το πιο πρόσφατο περιστατικό σημειώθηκε μέσα στους τελευταίους έξι μήνες. Η συχνότητα αυτή διαιωνίζει έναν φαύλο κύκλο, στον οποίο η δυσπιστία συνεχώς εντείνεται, ενώ η έκθεση σε απειλές και ο κίνδυνος παραμένουν σε υψηλά επίπεδα.
Αξιόπιστες πλατφόρμες ανταλλαγής μηνυμάτων γίνονται εστίες απάτης
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες απάτες πραγματοποιούνται μέσω των καναλιών στα οποία βασίζονται περισσότερο τα brands και οι καταναλωτές. Στην Ελλάδα, τα SMS και το iMessage αποτελούν το συχνότερο σημείο εκκίνησης για τις συγκεκριμένες απάτες, με ποσοστό 38,80%, ενώ ακολουθούν το WhatsApp με 32% και το Facebook με 30%.
Ακόμη, σχεδόν δύο στις τρεις απάτες (63%) εκτυλίσσονται σε πολλαπλές πλατφόρμες προτού τα θύματα αντιληφθούν ότι έχουν εξαπατηθεί. Η αξιοποίηση διαφορετικών καναλιών ενισχύει την αξιοπιστία της απάτης και καθιστά τον εντοπισμό της ακόμη δυσκολότερο.
Με τα νόμιμα και τα κακόβουλα μηνύματα να εμφανίζονται στα ίδια περιβάλλοντα και συχνά να έχουν παρόμοια μορφή και χρόνο εμφάνισης, οι καταναλωτές αναγκάζονται να αποφασίζουν μόνοι τους, χωρίς σαφείς ενδείξεις που να τους βοηθούν να ξεχωρίσουν το αξιόπιστο από το παραπλανητικό.
Ο Robert Siciliano, αναγνωρισμένος ειδικός σε θέματα ασφάλειας και CEO της Protect Now, εξηγεί:
«Η έξαρση των απατών που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη για την παραποίηση της ταυτότητας γνωστών brands αποτελεί μια ιδιαίτερα εξελιγμένη μορφή συναισθηματικής χειραγώγησης, καθώς οι κυβερνοεγκληματίες εκμεταλλεύονται τη φυσική μας τάση να εμπιστευόμαστε, μιμούμενοι με εξαιρετική ακρίβεια τις εταιρείες με τις οποίες αλληλεπιδρούμε καθημερινά.
Δημιουργώντας ψεύτικες προειδοποιήσεις και καταστάσεις υψηλής πίεσης μέσω εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων, οι επιτιθέμενοι εκμεταλλεύονται ένα συνηθισμένο κενό εμπιστοσύνης, οδηγώντας ακόμη και τους πιο προσεκτικούς ανθρώπους σε μια ψευδή αίσθηση ασφάλειας».
Καταλήγει: «Για να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη, οι επιχειρήσεις πρέπει να περάσουν από τη βασική άμυνα σε μια πιο προληπτική στρατηγική, καλύπτοντας τα κενά πληροφόρησης ώστε οι πελάτες να μπορούν να εντοπίζουν τα διακριτικά σημάδια μιας απάτης, προτού εξαπατηθούν και αποκαλύψουν ευαίσθητα δεδομένα. Αν δεν αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο προστατεύουμε τους ανθρώπους πίσω από τις οθόνες, η διαρκής απογοήτευση και η οικονομική ζημιά που προκαλούν αυτές οι επιθέσεις με τη χρήση AI θα συνεχίσουν να υπονομεύουν την ασφάλεια ολόκληρης της ψηφιακής οικονομίας».
Ο συναισθηματικός αντίκτυπος στους καταναλωτές από τις απάτες
Ο αντίκτυπος των συγκεκριμένων απατών είναι πολύ μεγαλύτερος από την απλή απώλεια χρημάτων ή δεδομένων. Όταν οι καταναλωτές εξαπατώνται πιστεύοντας ότι αλληλεπιδρούν με ένα brand που εμπιστεύονται, οι συναισθηματικές επιπτώσεις μπορεί να είναι σημαντικές και να διαρκούν για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Στην Ελλάδα, αμέσως μετά το περιστατικό, το 44,80% των θυμάτων ανέφερε ότι ένιωθε θυμό, το 33,60% απογοήτευση και το 38% αναστάτωση. Τα συναισθήματα αυτά δεν υποχωρούν απαραίτητα με την πάροδο του χρόνου. Έξι μήνες μετά το περιστατικό, το 46,80% εξακολουθούσε να αισθάνεται θυμό, το 33,60% απογοήτευση και το 25,20% φόβο.
Τα αρνητικά αυτά συναισθήματα συχνά συνδέονται μόνιμα με το brand που αποτέλεσε αντικείμενο μίμησης, προκαλώντας μακροπρόθεσμη ζημιά στη φήμη του και καθιστώντας λιγότερο αποτελεσματικές τις μελλοντικές νόμιμες επικοινωνίες του.
Οι απατεώνες χρησιμοποιούν την AI για να λειτουργούν σε κλίμακα που υπερβαίνει τα brands
Οι κυβερνοεγκληματίες αξιοποιούν την AI για να κλιμακώνουν και να τελειοποιούν τις επιθέσεις τους με πρωτοφανή ταχύτητα και ακρίβεια. Στην Ελλάδα, το 37,60% των θυμάτων πιστεύει ότι το μήνυμα που έλαβε είχε γραφτεί με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, ενώ το 69,20% εκτιμά ότι χρησιμοποιήθηκαν τεχνητές φωνές ή deepfake εικόνες, σχεδιασμένες να ακούγονται και να φαίνονται φυσικές.
Την ώρα που τα brands επενδύουν δισεκατομμύρια στην AI για να βελτιώσουν την εμπειρία και την επικοινωνία με τους πελάτες, οι απατεώνες αξιοποιούν την ίδια τεχνολογία για να υπονομεύσουν αυτές τις προσπάθειες. Δημιουργούν αλληλεπιδράσεις που είναι εξίσου, ή ακόμη και περισσότερο, πειστικές, έγκαιρες και αξιόπιστες. Αυτό επιτρέπει στις απάτες να προσαρμόζονται γρήγορα και να λειτουργούν σε κλίμακα που τα brands δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν.
Η αδράνεια πλήττει τα brands
Η έρευνα αναδεικνύει την ανάγκη τα brands να αναλάβουν αποφασιστική δράση στη μάχη κατά των απατών που διαδίδονται μέσω υπηρεσιών ανταλλαγής μηνυμάτων. Καθώς η φύση και η κλίμακα των συγκεκριμένων απατών εξελίσσονται, η Kaspersky καλεί τις επιχειρήσεις να προστατεύσουν τους πελάτες και τους εργαζομένους τους, καθώς και την ακεραιότητα του brand τους, υιοθετώντας μια προληπτική προσέγγιση:
Εκπαιδεύστε τους καταναλωτές και τους εργαζομένους σας: Υλοποιήστε συνεχείς εκστρατείες ενημέρωσης, ώστε οι πελάτες να γνωρίζουν τις ενεργές απάτες και να μπορούν να τις αναγνωρίζουν. Παράλληλα, ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα εκπαίδευσης των εργαζομένων διασφαλίζει ότι μπορούν να παρέχουν στους πελάτες έγκυρες και χρήσιμες πληροφορίες, παραμένοντας ταυτόχρονα ανθεκτικοί στις κυβερνοαπειλές.
Το Kaspersky Security Awareness συμβάλλει σημαντικά στη μείωση των ψηφιακών κινδύνων που συνδέονται με τον ανθρώπινο παράγοντα: το 95% των εκπαιδευμένων εργαζομένων μπορεί να εντοπίσει επιτυχώς επιθέσεις phishing.
Καθορίστε σαφή όρια στην επικοινωνία: Οι εταιρείες θα πρέπει να δηλώνουν ξεκάθαρα τι δεν πρόκειται ποτέ να ζητήσουν μέσω εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων και να παραπέμπουν πάντοτε τους πελάτες σε επαληθευμένα και αξιόπιστα κανάλια για ευαίσθητες ενέργειες ή συναλλαγές.
Επενδύστε σε ισχυρά εργαλεία ασφάλειας: Αξιοποιήστε προηγμένες λύσεις παρακολούθησης και εντοπισμού ύποπτης δραστηριότητας, όπως το Kaspersky Brand Monitoring, για τον εντοπισμό περιπτώσεων παραποίησης της ταυτότητας των brands στα social media, σε online καταστήματα και στο dark web. Παράλληλα, αξιοποιήστε την υπηρεσία Kaspersky Takedown για την άμεση αντιμετώπιση επιβλαβούς περιεχομένου.
«Η τεχνητή νοημοσύνη έχει δώσει πρωτοφανή ώθηση στις απάτες που βασίζονται στην παραποίηση της ταυτότητας brands, σε βαθμό που η εμπιστοσύνη στα καθημερινά μηνύματα υπονομεύεται σταδιακά», δήλωσε η Maria Isabel Manjarrez, Senior Security Researcher στην Global Research & Analysis Team (GReAT) της Kaspersky.
«Η έρευνά μας δείχνει ότι οι άνθρωποι δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να διακρίνουν τα πραγματικά από τα κακόβουλα μηνύματα και, ως αποτέλεσμα, μειώνεται η εμπιστοσύνη τους προς τα brands που θεωρούν αξιόπιστα. Η ίδια AI που αξιοποιείται για τη βελτίωση της εμπειρίας των καταναλωτών χρησιμοποιείται πλέον εναντίον τους». Καταλήγει: «Ως απάντηση, οι επιχειρήσεις πρέπει να ξεπεράσουν την αντιμετώπιση μεμονωμένων περιστατικών και να εστιάσουν στην πρόληψη, ενισχύοντας τις δυνατότητες εντοπισμού, υιοθετώντας σαφέστερες πρακτικές επικοινωνίας και επενδύοντας στη συνεχή ενημέρωση των πελατών».
Διαβάστε ακόμη
Πόσα πληρώνουν οι πλούσιοι για να εξαφανίσουν τα ψηφιακά τους ίχνη
Eκρηξη της πλαστικής χειρουργικής στους άνω των 60
Η κυβέρνηση κρατάει «καύσιμα» για νέα παρέμβαση στην αντλία τον Οκτώβριο (vid)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
