Valley για τη θεραπεία των περισσότερων ασθενειών μέσα στην επόμενη δεκαετία συναντούν τον έντονο σκεπτικισμό της φαρμακοβιομηχανίας. Όπως γράφει η Wall Street Journal, κορυφαία στελέχη εταιρειών όπως η Vertex, η AstraZeneca και η Bayer προειδοποιούν ότι, παρά τις επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων, η AI απέχει ακόμη πολύ από το να αντικαταστήσει την ανθρώπινη επιστημονική έρευνα.
Οι υποσχέσεις είναι εντυπωσιακές: ο διευθύνων σύμβουλος της Anthropic υποστήριξε ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να θεραπεύσει τις περισσότερες ασθένειες μέσα σε μία δεκαετία. Ένα άλλο στέλεχος του τεχνολογικού κλάδου αστειεύτηκε ότι οι ερευνητές της AI άρχισαν να καπνίζουν τσιγάρα, επειδή είναι τόσο βέβαιοι πως η τεχνητή νοημοσύνη θα θεραπεύσει τον καρκίνο του πνεύμονα.
Ωστόσο, οι επικεφαλής των φαρμακευτικών εταιρειών δεν συμμερίζονται αυτή την αισιοδοξία.
«Αυτά είναι εντελώς ανοησίες», δήλωσε ο Τζεφ Λάιντεν, εκτελεστικός πρόεδρος της Vertex Pharmaceuticals, αναφερόμενος σε πρόσφατη συζήτησή του με στέλεχος εταιρείας τεχνολογίας, το οποίο ισχυρίστηκε ότι η AI θα θεραπεύσει το 90% των ανθρώπινων ασθενειών μέσα στα επόμενα επτά χρόνια.
Η Vertex έχει συνεργαστεί με περίπου 50 εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης για να αναλύσει τη βάση δεδομένων της, η οποία περιλαμβάνει 10.000 φαρμακευτικές ενώσεις, ανέφερε ο Λάιντεν.
Καμία από αυτές δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα λειτουργικό φάρμακο.
«Από μόνη της απλώς δεν λειτουργεί», δήλωσε ο Λάιντεν. «Και οποιαδήποτε εταιρεία ισχυρίζεται ότι μπορεί να το κάνει —τουλάχιστον σύμφωνα με τη δική μας εμπειρία, καθώς έχουμε εξετάσει τις περισσότερες— δεν λέει την αλήθεια».
Οι επικεφαλής των εταιρειών που ανακαλύπτουν νέα φάρμακα υποστηρίζουν ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν πρόκειται να θεραπεύσει τον καρκίνο στο άμεσο μέλλον.
Επιχειρούν έτσι να περιορίσουν τις υπερβολικές προσδοκίες γύρω από τη χρήση της τεχνολογίας στη φαρμακευτική έρευνα, επισημαίνοντας ότι η ανθρώπινη βιολογία είναι υπερβολικά περίπλοκη, ακόμη και για μια υπερνοημοσύνη.
Η AI βοηθά την έρευνα, αλλά δεν αντικαθιστά τους επιστήμονες
Οι φαρμακευτικές εταιρείες χρησιμοποιούν ήδη την τεχνητή νοημοσύνη, ακόμη και για την ανάπτυξη νέων φαρμάκων.
Η τεχνολογία βοηθά τους ερευνητές να επιλέγουν θεραπευτικούς στόχους, να βελτιώνουν πειραματικά φάρμακα και να εντοπίζουν ασθενείς που θα μπορούσαν να ωφεληθούν από συγκεκριμένες θεραπείες.
Ο Λάιντεν θεωρεί την AI χρήσιμη ως έναν «συγκυβερνήτη» του επιστήμονα.
Ωστόσο, στον αγώνα για την ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στην ιατρική, έχει αναδειχθεί ένα έντονο χάσμα ανάμεσα στις υποσχέσεις της Silicon Valley και σε όσα οι επικεφαλής των φαρμακοβιομηχανιών περιγράφουν ως τη σκληρή πραγματικότητα της ανάπτυξης φαρμάκων.
Η βιολογία εξακολουθεί να περιλαμβάνει τόσους πολλούς άγνωστους παράγοντες, ώστε η ανάλυση δεδομένων από μόνη της δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα.
«Αν παραμείνουμε αρκετό καιρό στον κλάδο, μαθαίνουμε γρήγορα να είμαστε ταπεινοί», δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος της AstraZeneca, Πασκάλ Σοριό.
«Οι ασθένειες είναι περίπλοκες, η βιολογία είναι περίπλοκη. Το να λέμε ότι η AI θα θεραπεύσει τον καρκίνο είναι ίσως ένα κάπως μεγάλο άλμα».
Η βρετανική φαρμακοβιομηχανία υπέγραψε πρόσφατα συμφωνία με την εταιρεία βιοτεχνολογίας τεχνητής νοημοσύνης Insitro, η οποία προβλέπει αρχική καταβολή 40 εκατ. δολαρίων, με στόχο την ανακάλυψη νέων φαρμάκων για καρδιακές παθήσεις και την απώλεια βάρους.
Παράλληλα, η AstraZeneca υπέγραψε συμφωνία με την Oracle, προκειμένου να απλοποιήσει τη διαδικασία επιλογής και ένταξης ασθενών σε κλινικές δοκιμές.
Ένα νέο κέντρο έρευνας και ανάπτυξης της εταιρείας στο Κέιμπριτζ της Μασαχουσέτης χρησιμοποιεί επίσης AI για την επιτάχυνση των πειραμάτων.
Το μεγάλο εμπόδιο: Οι παρενέργειες που δεν μπορεί να προβλέψει η AI
Ο Άλεξ Ντέβερεσον, ανώτερος εταίρος της McKinsey που ειδικεύεται στη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στην ανάπτυξη φαρμάκων, εξήγησε ότι η τεχνολογία μπορεί να σχεδιάζει νέα πειραματικά φάρμακα ταχύτερα από ό,τι στο παρελθόν.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι καταφέρνει να δημιουργεί φάρμακα που λειτουργούν στην πράξη.
Περίπου το ένα τέταρτο των αποτυχιών στις ενδιάμεσες και προχωρημένες φάσεις ανάπτυξης φαρμάκων μπορεί να αποδοθεί σε προβλήματα ασφάλειας, τα οποία συνδέονται με τις λεγόμενες «εκτός στόχου» επιδράσεις (off-target effects).
Πρόκειται για περιπτώσεις στις οποίες ένα φάρμακο προκαλεί μη επιδιωκόμενες επιδράσεις στον οργανισμό, οδηγώντας σε ανεπιθύμητες ή ακόμη και επιβλαβείς παρενέργειες.
Τα σημερινά μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης δυσκολεύονται να προβλέψουν τέτοιου είδους προβλήματα.
«Οι επενδύσεις κατευθύνονται στα προβλήματα που είναι ευκολότερο να λυθούν, όχι σε εκείνα που είναι σημαντικότερα», δήλωσε ο Ντέβερεσον.
Επενδύσεις 8,4 δισ. δολαρίων, χωρίς εγκεκριμένα φάρμακα από τις εξειδικευμένες εταιρείες AI
Μόνο το 2025, τα επενδυτικά κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών και οι εταιρείες private equity τοποθέτησαν παγκοσμίως 8,4 δισ. δολάρια στην ανακάλυψη φαρμάκων με τη βοήθεια της AI, σύμφωνα με στοιχεία της McKinsey.
Το ποσό αυτό είναι υπερδιπλάσιο σε σχέση με τα περίπου 4 δισ. δολάρια που είχαν επενδυθεί δύο χρόνια νωρίτερα.
Παρά τη σημαντική χρηματοδότηση, ελάχιστες εταιρείες βιοτεχνολογίας που έχουν δημιουργηθεί με βασικό άξονα την τεχνητή νοημοσύνη έχουν καταφέρει να προωθήσουν φάρμακα σε προχωρημένες κλινικές δοκιμές.
Μεταξύ αυτών βρίσκονται η Insilico Medicine και η Generate Biomedicines.
Ωστόσο, ο αμερικανικός Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) δεν έχει εγκρίνει ακόμη κανένα από τα φάρμακά τους.
Παρ’ όλα αυτά, οι μεγαλύτεροι τεχνολογικοί όμιλοι της Silicon Valley εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την ανάπτυξη φαρμάκων ως μια ιδιαίτερα κερδοφόρα αγορά, ώριμη για ριζικές αλλαγές.
«Πιστεύω ότι θα είναι πραγματικά δυνατό να θεραπεύσουμε τις περισσότερες ανθρώπινες ασθένειες μέσα σε περίπου 5 έως 10 χρόνια, όσο τρελό κι αν ακούγεται», έγραψε τον Σεπτέμβριο στο X ο διευθύνων σύμβουλος της Anthropic, Ντάριο Αμοντέι.
Η Anthropic εξαγόρασε νωρίτερα φέτος μια εταιρεία βιοτεχνολογίας που λειτουργούσε σε καθεστώς μυστικότητας, χωρίς να δημοσιοποιεί τις δραστηριότητές της.
Πρόσφατα απέκτησε επίσης μια εταιρεία βιοτεχνολογίας με μόλις έναν εργαζόμενο, η λειτουργία της οποίας βασιζόταν σχεδόν εξ ολοκλήρου στην τεχνητή νοημοσύνη.
Η OpenAI ανακοίνωσε τον περασμένο μήνα ότι εξαγόρασε και αυτή μια εταιρεία βιοτεχνολογίας που χρησιμοποιεί AI για την ανακάλυψη φαρμάκων.
Οι μεγάλες συμφωνίες των φαρμακοβιομηχανιών με την τεχνητή νοημοσύνη
Οι περισσότερες μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες έχουν επίσης συνάψει συνεργασίες με επιχειρήσεις ανάπτυξης τεχνητής νοημοσύνης.
Η Eli Lilly και η Nvidia ανακοίνωσαν τον Ιανουάριο ότι σχεδιάζουν να επενδύσουν έως 1 δισ. δολάρια σε διάστημα πέντε ετών, προκειμένου να μελετήσουν τον ρόλο της AI σε τομείς όπως η ανακάλυψη φαρμάκων και η ρομποτική.
Αντίστοιχα, οι Bristol Myers Squibb, Novo Nordisk και Sanofi έχουν ανακοινώσει συνεργασίες με την OpenAI ή την Anthropic.
Ωστόσο, κορυφαίοι επιστημονικοί υπεύθυνοι των φαρμακοβιομηχανιών αναγνωρίζουν μεν τη δυνατότητα της AI να υποστηρίξει την εργαστηριακή έρευνα, αλλά δεν θεωρούν ότι πρόκειται απαραίτητα για επανάσταση.
Μεταξύ αυτών βρίσκεται ο Τζορτζ Γιανκόπουλος, επικεφαλής επιστημονικός διευθυντής της Regeneron, ο οποίος κατέχει περισσότερα από 1.000 διπλώματα ευρεσιτεχνίας.
«Η AI δεν πρόκειται απλώς να εμφανιστεί ως εκ θαύματος, να μας πει πώς να κάνουμε τα πράγματα και να μειώσει τον απαιτούμενο χρόνο από τα 15 στα πέντε χρόνια», δήλωσε.
Οι ρυθμιστικές αρχές έχουν προτείνει πρόσφατα νέα πλαίσια για τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στους φακέλους που υποβάλλονται για κανονιστική έγκριση, καθώς και στην ανάλυση δεδομένων κλινικών δοκιμών.
Αυτές οι αλλαγές, ωστόσο, δεν επιταχύνουν απαραίτητα ορισμένα από τα δυσκολότερα στάδια της διαδικασίας.
Σε αυτά περιλαμβάνονται ο εντοπισμός επαρκούς αριθμού κατάλληλων ασθενών και η συνεχής παρακολούθησή τους κατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών.
Bayer: Ανάλυση 100 εκατομμυρίων ιατρικών φακέλων μέσα σε λίγες ημέρες
Καθώς η τεχνολογία εξελίσσεται, αναμένεται να αποτελέσει ένα ολοένα χρησιμότερο και δυνητικά ισχυρότερο εργαλείο στην ανάπτυξη φαρμάκων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Bayer, όπου μια ομάδα της μονάδας γονιδιακής θεραπείας χρησιμοποίησε πρόσφατα τεχνητή νοημοσύνη για να αναλύσει 100 εκατομμύρια ιατρικούς φακέλους ασθενών μέσα σε λίγες ημέρες.
Η ομάδα εξέτασε γενετικούς δείκτες και ιατρικά ιστορικά, με στόχο να εντοπίσει τις πέντε καταλληλότερες ασθένειες για την εφαρμογή της τεχνολογίας γονιδιακής επεξεργασίας της εταιρείας.
Η δυνατότητα ανάλυσης τόσο μεγάλου όγκου δεδομένων σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα αναδεικνύει τη συμβολή της AI στην επιτάχυνση της ερευνητικής διαδικασίας.
Δεν σημαίνει, όμως, ότι η τεχνολογία έχει καταφέρει από μόνη της να αναπτύξει μια αποτελεσματική θεραπεία.
«Αυτό σημαίνει ότι η AI θεραπεύει από μόνη της μια ασθένεια; Όχι», δήλωσε ο Σεμπάστιαν Γκουτ (Sebastian Guth), επιχειρησιακός διευθυντής της Bayer.
«Η μαγεία συμβαίνει όταν συνδυάζεις την ευφυΐα των ανθρώπων επιστημόνων με την τεχνητή νοημοσύνη».
