Εστω και αν η γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή τροφοδοτεί το τελευταίο δίμηνο με κλίμα αβεβαιότητας τον ευρωπαϊκό τουρισμό, τα ισχυρά διεθνή ονόματα εξακολουθούν να τοποθετούνται επιλεκτικά με νέα deals σε κορυφαίους προορισμούς, αξιοποιώντας τις προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης.
Σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι τυχαία η πρόσφατη ξενοδοχειακή συμφωνία μεταξύ της Hotel Investment Partners (HIP), ενός από τους μεγαλύτερους ιδιοκτήτες ξενοδοχειακών μονάδων στη Νότια Ευρώπη, με τη στήριξη κεφαλαίων υπό τη διαχείριση των Blackstone και GIC, και της PHĀEA, ενός ομίλου με παρουσία πέντε και πλέον δεκαετιών στον ελληνικό τουρισμό υψηλών προδιαγραφών και με ένα πλάνο για νέα projects 5 αστέρων δεκάδων εκατομμυρίων. Ο όμιλος φιλοξενίας PHĀEA, με πρόεδρο την κυρία Κωνστάντζα Σμπώκου-Κωνσταντακοπούλου και διευθύνουσα σύμβουλο την κυρία Αγάπη Σμπώκου, προχώρησε σε συμφωνία για τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας του ξενοδοχείου «PHĀEA Cretan Malia» στη HIP, με τη συνεργασία μεταξύ των δύο μερών να αποτελεί πιλότο και να έχει συνέχεια, όπως δηλώνει στο «business stories» η κυρία Αγάπη Σμπώκου, ενώ προβλέπεται ενισχυμένος ρόλος και περαιτέρω ανάπτυξη του brand PHĀEA μέσα από το management ξενοδοχειακών μονάδων.
Η ίδια, έχοντας και τον θεσμικό ρόλο της αντιπροέδρου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) και της Marketing Greece, δίνει στη συνέντευξή της στο «b.s.» μια πρώτη εικόνα εν όψει της φετινής θερινής σεζόν κάνοντας λόγο για «συγκρατημένα θετική εικόνα» εν μέσω της γενικότερης αστάθειας που προκαλεί η κρίση στη Μέση Ανατολή, με τον ελληνικό τουρισμό να προσεγγίζει τη σεζόν «με ρεαλιστική αισιοδοξία, αλλά και επιχειρησιακή πειθαρχία και ετοιμότητα». Επισημαίνεται εδώ ότι εν όψει της 34ης γενικής συνέλευσης του ΣΕΤΕ στις 18 Μαΐου η κυρία Αγάπη Σμπώκου έχει προταθεί επισήμως και για την προεδρία του συνδέσμου, στο πλαίσιο της αλλαγής σκυτάλης από το σημερινό πρόεδρο Γιάννη Παράσχη.
Η συμφωνία με την HIP
Ξεκινώντας από τη συμφωνία με τη ΗΙΡ, το γεγονός ότι στις αρχές Απριλίου, εν μέσω πολέμου στη Μέση Ανατολή και γενικότερου διεθνούς σκηνικού αβεβαιότητας σε οικονομικό επίπεδο, αλλά και ειδικότερα στον τουριστικό κλάδο, ανακοινώθηκε ένα από τα σημαντικότερα ξενοδοχειακά deals της χρονιάς για τον ελληνικό τουρισμό επιβεβαιώνει την ισχύ συνολικά του κλάδου ως προς τη διεθνή του τοποθέτηση, πέραν φυσικά του ειδικότερου βάρους του deal για τον προορισμό της Κρήτης και του ίδιου του ξενοδοχείου «PHĀEA Cretan Malia Park», ενός ξενοδοχειακού συγκροτήματος πέντε αστέρων που βρίσκεται μπροστά στη θάλασσα, στη βόρεια ακτή του νησιού.
Ποια ήταν τα βασικά κριτήρια που οδήγησαν τη PHĀEA στην πρόσφατη συμφωνία με τη HIP; «Η PHĀEA είναι μια εταιρεία με διαδρομή σχεδόν 50 χρόνων και μια σταθερά αναπτυξιακή πορεία. Τα τελευταία 14 χρόνια, μαζί με την αδελφή μου, την Κωστάντζα, έχουμε διαμορφώσει ένα σύγχρονο ελληνικό brand φιλοξενίας που αναδεικνύει την αυθεντική και διαχρονική πλευρά της Ελλάδας», δηλώνει η κυρία Σμπώκου.
«Για εμάς, φιλοξενία σημαίνει αυθεντική σύνδεση με τον τόπο, έμφαση στη βιωσιμότητα, επένδυση στους ανθρώπους και ουσιαστική σχέση με την τοπική κοινωνία. Ταυτόχρονα, σημαίνει και ένα υγιές, ισχυρό, βιώσιμο επιχειρηματικό μοντέλο. Μέσα από τον επαναπροσδιορισμό του προϊόντος και την αναβάθμιση των ξενοδοχείων μας, δείξαμε ότι μονάδες μιας άλλης εποχής μπορούν να επανατοποθετηθούν στην αγορά, να αποκτήσουν νέα ζωή και δυναμική και σαφώς ισχυρότερο οικονομικό αποτύπωμα. Η συμφωνία με τη HIP προέκυψε από αυτή τη βάση. Πρόκειται για μια στρατηγική επιλογή επιτάχυνσης της ανάπτυξης του brand PHĀEA, μέσω της διαχείρισης ξενοδοχείων, παράλληλα με τις δικές μας επενδύσεις. Η πώληση του “PHĀEA Cretan Malia” αποτελεί έμπρακτη αναγνώριση του λειτουργικού μας μοντέλου, της δυναμικής του brand μας και της κατεύθυνσης που έχουμε χαράξει για τα επόμενα χρόνια». Σημειωτέον ότι η HIP δραστηριοποιείται στη χώρα μας από το 2019 και πλέον, μετά και την τελευταία αυτή κίνηση, διαθέτει έντεκα ξενοδοχειακά ακίνητα σε κορυφαίους τουριστικούς προορισμούς της χώρας όπως η Κέρκυρα, η Ρόδος, η Ζάκυνθος, η Κρήτη, η Χαλκιδική και η Αθήνα. Το χαρτοφυλάκιό της περιλαμβάνει σήμερα 68 ξενοδοχεία με περισσότερα από 21.000 δωμάτια σε Ισπανία, Ελλάδα, Ιταλία, Πορτογαλία, ενώ πρόσφατα, τον περασμένο Ιανουάριο, εντάχθηκε και η Κύπρος.
Τώρα τίθεται το εύλογο ερώτημα αν υπάρχει ήδη συζήτηση για επέκταση της συνεργασίας μεταξύ της HIP και της PHĀEA και σε άλλα ξενοδοχεία είτε του ίδιου του ομίλου, είτε ακόμη και σε ξενοδοχεία όπου είναι ιδιοκτήτρια η HIP εντός και εκτός Ελλάδος: «Πράγματι, αυτή η προοπτική είναι σημαντικό μέρος της συμφωνίας μας. Η συνεργασία με τη HIP δεν αφορά μόνο μια μεμονωμένη συναλλαγή, αλλά ανοίγει έναν δρόμο για την περαιτέρω ανάπτυξη του brand PHĀEA μέσα από το management ξενοδοχείων. Κάθε επόμενο βήμα, βέβαια, θα αξιολογείται με προσοχή. Δεν μας ενδιαφέρει η επέκταση για την επέκταση. Μας ενδιαφέρουν συνεργασίες που ταιριάζουν με τη φιλοσοφία μας, με το επίπεδο ποιότητας που θέλουμε να υπηρετούμε και με την ιδιαίτερη ταυτότητα κάθε προορισμού», δηλώνει η διευθύνουσα σύμβουλος του ομίλου, ο οποίος διαχειρίζεται σήμερα 4 ξενοδοχεία και 2 βίλες στην Κρήτη, ενώ διαθέτει ακόμη 3 projects υπό ανάπτυξη με σχεδιαζόμενες επενδύσεις δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ.
Η ίδια δεν θεωρεί έκπληξη το γεγονός ότι μεγάλοι διεθνείς επενδυτές συνεχίζουν να τοποθετούνται στην Ελλάδα εν μέσω γεωπολιτικής κρίσης και αβεβαιότητας: «Η Ελλάδα διαθέτει ένα ισχυρό και σύνθετο συγκριτικό πλεονέκτημα ακριβώς επειδή δεν στηρίζεται σε ένα μόνο στοιχείο. Συνδυάζει φυσική ομορφιά, ποικιλομορφία, ισχυρή ταυτότητα, πολιτισμό, αυθεντική φιλοξενία, αλλά και προορισμούς με σημαντικό ακόμη περιθώριο ανάπτυξης, όπως η ηπειρωτική Ελλάδα ή η Πελοπόννησος. Η Ελλάδα δεν είναι μόνο ήλιος και θάλασσα. Λειτουργεί ως εμπειρία και τρόπος ζωής. Δημιουργεί συναισθηματική σύνδεση και αυτό τη διαφοροποιεί ουσιαστικά από πολλούς ανταγωνιστικούς προορισμούς. Σήμερα, διαθέτει ένα από τα ισχυρότερα τουριστικά brands διεθνώς. Θα έλεγα μάλιστα ότι λειτουργούν σχεδόν δύο αλληλοτροφοδοτούμενα brands: Ελλάδα” και “Ελληνικά Νησιά”. Το πρώτο δίνει βάθος, κύρος και πολιτισμό. Το δεύτερο εικόνα, συναίσθημα και επιθυμία. Γι’ αυτό οι επενδυτές συνεχίζουν να τοποθετούνται στη χώρα παρά το περιβάλλον αβεβαιότητας. Δεν επενδύουν μόνο στη σημερινή απόδοση, αλλά στο μακροπρόθεσμο δυναμικό και στη διαχρονική αξία του ελληνικού brand».
Τα νέα projects
Σε σχέση ειδικότερα με τις επενδύσεις που τρέχει αυτή τη στιγμή ο όμιλος PHĀEA, υπάρχουν τρία σημαντικά projects «που δείχνουν και την κατεύθυνση ανάπτυξης της PHĀEA. Το “Rosewood Blue Palace” είναι μια εμβληματική επένδυση για τον όμιλό μας και θα ολοκληρωθεί την άνοιξη του 2027. Θα είναι το πρώτο “Rosewood” στην Ελλάδα και μπορεί να τοποθετήσει δυναμικά την Κρήτη στη λεγόμενη αγορά του ultra luxury (υπερπολυτελούς τουρισμού). Η φιλοσοφία της Rosewood, με έμφαση στη αυθεντική σύνδεση με τον τόπο, είναι πολύ κοντά και στη δική μας προσέγγιση.
Επίσης, το “PHĀEA Notos”, στη νότια Κρήτη, βρίσκεται σε φάση σχεδιασμού και στόχος μας είναι να αναδείξει μια πλευρά του νησιού με μεγάλη, ακόμη ανεξερεύνητη, ομορφιά». Το εν λόγω project, ύψους 121,11 εκατ. ευρώ, έχει χαρακτηριστεί στρατηγική επένδυση και περιλαμβάνει την κατασκευή πολυτελούς ξενοδοχειακής μονάδας 5*, δυναμικότητας 140 δωματίων και 30 τουριστικών επιπλωμένων κατοικιών σε απόσταση 38 χιλιομέτρων από το υπό κατασκευή αεροδρόμιο στο Καστέλι.
«Παράλληλα, σχεδιάζουμε το “PHĀEA Cycladic” στη Μήλο, με έμφαση στην αρχιτεκτονική του νησιού, στις βιώσιμες πρακτικές και στη σύνδεση με τον τόπο. Κοινός παρονομαστής είναι η ανάπτυξη με ταυτότητα: όχι απλώς περισσότερες μονάδες, αλλά ξενοδοχεία με χαρακτήρα, ποιότητα και ουσιαστική σχέση με τον προορισμό».
Εγρήγορση για τη σεζόν
Σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας για τη θερινή σεζόν του 2026, η κυρία Σμπώκου χαρακτηρίζει την εικόνα για το καλοκαίρι του 2026 συγκρατημένα θετική «με ισχυρές προκρατήσεις που δημιουργούν μια σταθερή βάση για τη σεζόν. Την ίδια στιγμή, η διεθνής αβεβαιότητα και οι γεωπολιτικές συνθήκες προκαλούν διακυμάνσεις στη ροή των κρατήσεων, γεγονός που απαιτεί συνεχή παρακολούθηση και ευελιξία. Η Ελλάδα, ωστόσο, εξακολουθεί να αναδεικνύεται ως σταθερός, ασφαλής και επιθυμητός προορισμός. Η Κρήτη ειδικά διαθέτει ένα από τα ισχυρότερα brands στη Μεσόγειο, με υψηλή αναγνωρισιμότητα και μεγάλη επαναληψιμότητα επισκεπτών. Αρα, συνολικά προσεγγίζουμε τη σεζόν με ρεαλιστική αισιοδοξία και επιχειρησιακή πειθαρχία και ετοιμότητα».
Ως προς τις τυχόν αλλαγές που προκαλεί στη συμπεριφορά των ταξιδιωτών η κρίση στη Μέση Ανατολή, η ίδια επισημαίνει ότι «η γεωπολιτική αστάθεια δεν έχει ανατρέψει τη ζήτηση, όμως έχει επηρεάσει τον χρόνο λήψης αποφάσεων. Βλέπουμε μεγαλύτερη προσοχή, καθυστερήσεις και πιο έντονη τάση για κρατήσεις της τελευταίας στιγμής, ειδικά από ταξιδιώτες που έχουν μεγαλύτερη ευελιξία. Σε αυτό το περιβάλλον φαίνεται να αντέχουν καλύτερα οι καθιερωμένοι, αναγνωρίσιμοι και ασφαλείς προορισμοί, καθώς και τα καταλύματα που προσφέρουν ξεκάθαρη σχέση ποιότητας και αξίας. Η Ελλάδα και η Κρήτη διατηρούν ισχυρό πλεονέκτημα, καθώς θεωρούνται σταθερές και αξιόπιστες επιλογές. Για τους ταξιδιώτες υψηλότερου εισοδήματος υπάρχει περιθώριο ενίσχυσης όσο προχωρά η σεζόν, καθώς οι αποφάσεις λαμβάνονται πιο κοντά στην ημερομηνία ταξιδιού. Το ζητούμενο είναι αν η αβεβαιότητα θα επηρεάσει και το budget τους. Αρα κρατάμε ρεαλισμό: πίεση υπάρχει, αλλά η θέση της Ελλάδας παραμένει ισχυρή».
Από τη θεσμική της θέση στον ΣΕΤΕ και εν όψει της γενικής συνέλευσης στις 18 Μαΐου, η ίδια απαντά στο ερώτημα για το ποιοι είναι οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι για τον κλάδο το επόμενο 12μηνο: «Είναι ένας συνδυασμός παραγόντων που χρειάζεται σοβαρή παρακολούθηση και συντονισμένη αντιμετώπιση. Πρώτον, η γεωπολιτική αστάθεια. Ο τουρισμός είναι ευαίσθητος στο διεθνές περιβάλλον και κάθε ένταση επηρεάζει την ψυχολογία των αγορών, τη ροή των κρατήσεων, τις αερομεταφορές και το κόστος. Δεύτερον, η ανταγωνιστικότητα. Η Ελλάδα έχει ένα πολύ ισχυρό brand, μεγάλης αξίας, αλλά δεν παίζει μόνη της. Ζητήματα όπως η φορολογία, το λειτουργικό κόστος, οι υποδομές, η ποιότητα των υπηρεσιών και η σχέση τιμής-αξίας θα καθορίσουν τη θέση μας τα επόμενα χρόνια. Τρίτον, το ανθρώπινο δυναμικό. Δεν μπορεί να υπάρξει ποιοτικός και βιώσιμος τουρισμός χωρίς ανθρώπους που βλέπουν προοπτική στον κλάδο και επιλέγουν να επενδύσουν επαγγελματικά σε αυτόν. Τέλος, κρίσιμη παραμένει η ισορροπία με τις τοπικές κοινωνίες. Η επιτυχία του τουρισμού πρέπει να γίνεται αντιληπτή ως κοινό όφελος. Αν αυτό χαθεί, δημιουργείται ζήτημα κοινωνικής αποδοχής. Συνολικά, απαιτούνται ψυχραιμία, σχέδιο και συνεργασία ώστε να προστατεύσουμε την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουρισμού και να διασφαλίσουμε ανάπτυξη με διάρκεια, ποιότητα και κοινωνικό αποτύπωμα».
Η κυρία Σμπώκου επισημαίνει ότι η πορεία του 2026 θα κριθεί από τρεις παράγοντες: «Τη σταθερότητα του διεθνούς περιβάλλοντος, την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος και την ικανότητά μας να προσφέρουμε σταθερά υψηλή ποιότητα εμπειρίας.
Καθοριστικός σε όλα τα παραπάνω παραμένει ο ανθρώπινος παράγοντας. Ο τουρισμός είναι κλάδος ανθρώπων. Οσο κι αν επενδύουμε σε υποδομές, τεχνολογία και νέα προϊόντα, η εμπειρία του επισκέπτη τελικά διαμορφώνεται από τους ανθρώπους που τον υποδέχονται και τον εξυπηρετούν.
Σήμερα υπάρχει πίεση στην αγορά εργασίας. Δεν είναι ελληνικό φαινόμενο μόνο, είναι διεθνές. Για να την αντιμετωπίσουμε χρειάζονται καλύτερες συνθήκες, σύγχρονη εκπαίδευση, αναβάθμιση δεξιοτήτων και πιο καθαρές διαδρομές εξέλιξης μέσα στον κλάδο.
Αν θέλουμε τουρισμό υψηλής ποιότητας και με διάρκεια, πρέπει να κάνουμε τον κλάδο ξανά ελκυστική επαγγελματική επιλογή για τους νέους. Αυτό είναι ένα από τα πιο κρίσιμα στοιχήματα της επόμενης μέρας».
Διαβάστε ακόμη
Πού μπορεί να φτάσει η ακρίβεια στην Ελλάδα – Τι φοβούνται νοικοκυριά και αγορά
Η πραγματική ιστορία πίσω από τις Γαλάζιες Σημαίες στις παραλίες
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
