search icon

Τράπεζες

Αποεπενδύσεων συνέχεια για τις τράπεζες – Κουνούν… μαντήλι στις θυγατρικές του εξωτερικού

Τι σχεδιάζουν σήμερα οι τράπεζες

Σχέδια αποεπένδυσης από θυγατρικές του εξωτερικού, οι οποίες είτε δεν είναι κερδοφόρες είτε βρίσκονται σε περιοχές που τυγχάνει να είναι στο επίκεντρο αλλαγών (βλ. Ηνωμένο Βασίλειο) συνεχίζουν να επεξεργάζονται οι ελληνικές τράπεζες, παρά το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια έχουν μειώσει σημαντικά το μερίδιο των διεθνών δραστηριοτήτων.

Ειδικότερα, το 2020 η γεωγραφική παρουσία των «4» στο εξωτερικό επηρεάστηκε από την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ενέργειες εταιρικού μετασχηματισμού τους. Συγκεκριμένα, η Alpha Bank τον Ιανουάριο του ίδιου έτους μετέφερε στο Λουξεμβούργο τις δραστηριότητες του υποκαταστήματος που διατηρούσε στο Λονδίνο, ενώ τον περασμένο Δεκέμβριο η Τράπεζα Πειραιώς έπαυσε τη λειτουργία του υποκαταστήματός της στο Λονδίνο και μετέφερε τις τραπεζικές του εργασίες στην Ελλάδα. «Το ενεργητικό των ελληνικών τραπεζών στο εξωτερικό ανήλθε τον Δεκέμβριο του 2020 σε 30,4 δισ. ευρώ, σχεδόν αμετάβλητο σε σύγκριση με το 2019, ενώ το μερίδιο των διεθνών δραστηριοτήτων στο συνολικό ενεργητικό σε ενοποιημένη βάση μειώθηκε σε 10,4% τον Δεκέμβριο του 2020 από 11,7% τον Δεκέμβριο του 2019», τονίζει χαρακτηριστικά η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ).

Ως προς τη γεωγραφική κατανομή, η Νοτιοανατολική Ευρώπη (αφορά σε τραπεζικές θυγατρικές στις εξής χώρες: Αλβανία, Βουλγαρία, Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας, Κύπρο, Ρουμανία και Σερβία) αντιπροσωπεύει το 78,6% του συνολικού ενεργητικού των διεθνών δραστηριοτήτων, με κυριότερη παρουσία στην Κύπρο και τη Βουλγαρία. Τα χρηματοοικονομικά κέντρα, δηλαδή η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και το Λουξεμβούργο, αντιπροσωπεύουν ποσοστό 19,5%, με τη μεγαλύτερη παρουσία να εμφανίζεται στο Λουξεμβούργο. Το μερίδιο της ΝΑ Ευρώπης στις καταθέσεις και στα δάνεια εξωτερικού είναι ακόμη μεγαλύτερο (87,9% και 82,7% αντίστοιχα), όπου συγκεντρώνεται και ο μεγαλύτερος αριθμός υπηρεσιακών μονάδων και προσωπικού.

Η κερδοφορία των διεθνών δραστηριοτήτων μειώθηκε κυρίως εξαιτίας του σχηματισμού αυξημένων προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο στο πλαίσιο εξυγίανσης του χαρτοφυλακίου δανείων. Το 2020 τα κέρδη προ φόρων ανήλθαν σε 83 εκατ. ευρώ (έναντι 236 εκατ. ευρώ το 2019 σε συγκρίσιμη βάση, μειωμένα κατά 65%). Ζημιογόνες ήταν οι δραστηριότητες στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γερμανία.

Τα δάνεια σε καθυστέρηση ανήλθαν τον Δεκέμβριο του 2020 σε 2,5 δισ. ευρώ (μειωμένα κατά 19% σε σχέση με το 2019 σε συγκρίσιμη βάση), αντιπροσωπεύοντας το 13% του δανειακού χαρτοφυλακίου. Αναλυτικότερα, το ποσοστό δανείων σε καθυστέρηση στο σύνολο των δανείων ανέρχεται σε 9% για τα επιχειρηματικά, 11% για τα καταναλωτικά δάνεια και σε 26% για τα στεγαστικά δάνεια.

Τα δάνεια σε καθυστέρηση μειώθηκαν σε όλες τις κατηγορίες δανείων (-29% για τα επιχειρηματικά δάνεια, -13% για τα στεγαστικά δάνεια και -3% για τα καταναλωτικά δάνεια σε συγκρίσιμη βάση). Το ποσοστό κάλυψης των δανείων σε καθυστέρηση από συσσωρευμένες προβλέψεις αυξήθηκε σε 73% (Δεκέμβριος 2019: 63%).

Όσον αφορά στη ρευστότητα, ο δείκτης δάνεια προς καταθέσεις μειώθηκε (Δεκέμβριος 2020: 86,9%, Δεκέμβριος 2019: 87,4%,). Αναλυτικότερα, οι καταθέσεις αυξήθηκαν οριακά ταχύτερα από τις χορηγήσεις (κατά 2,1% και 1,8% αντίστοιχα σε σχέση με το Δεκέμβριο του 2019 σε συγκρίσιμη βάση). «Οι προοπτικές για τις διεθνείς δραστηριότητες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την εξέλιξη της πανδημίας και τις επιπτώσεις της στις οικονομίες των χωρών της ΝΑ Ευρώπης», καταλήγει η ΤτΕ.

Τα σχέδια των τραπεζών

Την ομαλότερη δυνατή έξοδο από τις αγορές, στις οποίες συνεχίζει να έχει παρουσία, επιδιώκει η Alpha Bank, πάντα σε συνεννόηση με τους πελάτες και τις εποπτικές αρχές.

Πιο αναλυτικά, πρόθεση της διοίκησης είναι να προχωρήσει στην πώληση, τόσο της Alpha Bank Albania (project Riviera), με την προβλεπόμενη υπογραφή να έχει μπει έως το τέλος του 2021, εξοικονομώντας στην τράπεζα 400 εκατ. ευρώ, όσο και στην πώληση της Alpha Bank London (project Crown), με το deal να κλείνει, επίσης, έως το τέλος του 2021. Το όφελος υπολογίζεται στα 200 εκατ. ευρώ.

«Οι ελληνικές τράπεζες, μεταξύ αυτών και η Alpha Bank, το διάστημα 2013 – 2018 τελούσαν υπό το λεγόμενο σχέδιο αναδιάρθρωσης. Αυτό προέβλεπε αποχώρηση από μία σειρά χωρών, στις οποίες είχαν παρουσία. Εμείς, εν προκειμένω, αποχωρήσαμε από Βουλγαρία, Σερβία, Ουκρανία και Βόρεια Μακεδονία. Όλες αυτές οι συναλλαγές είχαν γίνει με γνώμονα την διασφάλιση της επιχειρηματικής συνέχειας, την απρόσκοπτη συνέχιση των εργασιών με τους πελάτες μας, κάποιοι εκ των οποίων ήταν ελληνικές επιχειρήσεις και, βεβαίως, σε αγαστή συνεργασία με τις εποπτικές αρχές για την ομαλή έξοδο από τις επίμαχες χώρες. Δεν είχε ανοίξει… μύτη, ούτε υπήρξαν φαινόμενα, όπου αμφισβητήθηκε η επιχειρηματική συνέχεια και η εξυπηρέτηση της πελατείας», τονίζουν στο newmoney πηγές της τράπεζας, με αφορμή την αντίδραση μερίδας του επιχειρηματικού κόσμου στην Αλβανία και συνεχίζουν: «Είχαμε αφήσει έξω από εκεί το πλάνο δύο χώρες, με μικρότερη παρουσία και πιο οριακή συμβολή στα αποτελέσματα, έχοντας, όμως, πάντα στο μυαλό μας ότι θα ακολουθήσει μία δεύτερη φάση, η οποία μετά από μία τριετία ωρίμασε, για να αποεπενδύσουμε και σε αυτές τις αγορές. Αυτή τη στιγμή έχουμε δρομολογήσει κινήσεις αντίστοιχες με αυτές που έγιναν στο παρελθόν που υλοποιήθηκαν με σοβαρότητα και με απόλυτο σεβασμό στην πελατεία και αυτό σκοπεύουμε να πράξουμε και τώρα».

Στο μεταξύ, σε εκκρεμότητα – εδώ και σχεδόν ένα χρόνο – συνεχίζει να τελεί η εξαγορά της θυγατρικής της Εθνικής Τράπεζας στην Κύπρο από την AstroBank, με πηγές της αγοράς να εκτιμούν πως το deal θα ναυαγήσει.

Διαβάστε ακόμα:

Χωρίς μνηστήρες το πιο ακριβό «σφυρί» στη Μύκονο

Επίδομα Παιδιού 2021: Ποιοι το χάνουν – Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε

ΟΛΘ: Οι επενδύσεις που ενισχύουν τον ρόλο του λιμανιού ως θαλάσσια πύλη της Ευρώπης

Exit mobile version