Στις ευρωπαϊκές αγορές με τη μεγαλύτερη αποκλιμάκωση του πιστωτικού κόστους συγκαταλέγεται η Ελλάδα, σύμφωνα με νέα ανάλυση της Morningstar DBRS, η οποία διαπιστώνει ότι οι ελληνικές τράπεζες συνεχίζουν να βελτιώνουν την ποιότητα των δανειακών τους χαρτοφυλακίων, παρά το περιβάλλον υψηλών επιτοκίων και τις αυξημένες γεωπολιτικές αβεβαιότητες.
Ο οίκος επισημαίνει ότι οι τράπεζες στην Ελλάδα, την Ιταλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία καταγράφουν τις μεγαλύτερες μειώσεις του κόστους πιστωτικού κινδύνου από το 2024, συνεχίζοντας μια τάση που έχει διαμορφωθεί ήδη από το 2022.
Ωστόσο, παρά τη σημαντική βελτίωση, οι ελληνικές και οι ισπανικές τράπεζες εξακολουθούν να εμφανίζουν, σε συγκεντρωτικό επίπεδο, το υψηλότερο κόστος πιστωτικού κινδύνου μεταξύ των χωρών που εξετάζονται, με τις τράπεζες της Βρετανίας και της Γαλλίας να ακολουθούν.
Η διαπίστωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η Morningstar DBRS προειδοποιεί ότι η επανεμφάνιση ανοδικών πιέσεων στα επιτόκια ενδέχεται να δοκιμάσει την ανθεκτικότητα των ευρωπαϊκών τραπεζικών χαρτοφυλακίων τους επόμενους 12 έως 18 μήνες.
Η εικόνα των τεσσάρων ελληνικών τραπεζών
Σύμφωνα με την έκθεση, η Εθνική Τράπεζα εμφανίζει το χαμηλότερο κόστος πιστωτικού κινδύνου μεταξύ των τεσσάρων ελληνικών τραπεζών κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026. Ακολουθούν η Πειραιώς, η Eurobank και η Alpha Bank, με τις δύο τελευταίες να καταγράφουν σχετικά υψηλότερα επίπεδα, ενώ σημειώνεται επίσης και η σημαντική αποκλιμάκωση που έχει επιτευχθεί σε σχέση με προηγούμενες χρήσεις, αν και οι διαφορές μεταξύ των ελληνικών τραπεζών παραμένουν.
Ο οίκος παρουσιάζει συγκριτικά την εξέλιξη του δείκτη για το 2024, το 2025 και το πρώτο εξάμηνο του 2026, σημειώνοντας πως ο δείκτης κόστους πιστωτικού κινδύνου υπολογίζεται ως ο λόγος των ετησιοποιημένων προβλέψεων για πιστωτικές ζημίες προς το καθαρό χαρτοφυλάκιο δανείων. Όσο χαμηλότερος είναι, τόσο μικρότερη είναι η επιβάρυνση των αποτελεσμάτων από νέες προβλέψεις.
Στις 25 μονάδες βάσης ο ευρωπαϊκός μέσος όρος
Σε επίπεδο ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος, το μέσο κόστος πιστωτικού κινδύνου διαμορφώθηκε στις 25 μονάδες βάσης το πρώτο εξάμηνο του 2026, έναντι 30 μονάδων βάσης το 2025 και 28 μονάδων το 2024. Η βελτίωση είναι ακόμη πιο εμφανής σε σύγκριση με το 2023, όταν ο δείκτης ανερχόταν στις 36 μονάδες βάσης, και το 2019, όταν βρισκόταν στις 49 μονάδες.
Παρά την ευνοϊκή συνολική εικόνα, η Morningstar DBRS εντοπίζει ενδείξεις σταδιακής επιδείνωσης, καθώς από τις 53 τράπεζες του δείγματος, οι 29 εμφάνισαν υψηλότερο κόστος πιστωτικού κινδύνου το πρώτο εξάμηνο του 2026 σε σχέση με το 2025, ενώ μόλις έξι κατέγραψαν καθαρές αναστροφές προβλέψεων.
Η τάση διαφοροποιείται σημαντικά μεταξύ των ευρωπαϊκών περιφερειών. Στη Νότια Ευρώπη και την Ιρλανδία το πιστωτικό κόστος εξακολουθεί να μειώνεται, ενώ στη Βόρεια και την Κεντρική Ευρώπη εμφανίζονται σταδιακές αυξήσεις.
Ειδικότερα, στη Βρετανία, τη Γαλλία, την Ολλανδία και τη Σουηδία καταγράφεται ανοδική πορεία από το 2024, αν και από σχετικά χαμηλή βάση.
Στην Αυστρία και το Βέλγιο, το πιστωτικό κόστος σχεδόν διπλασιάστηκε το πρώτο εξάμηνο του 2026 σε σύγκριση με το 2025. Ωστόσο, η αύξηση στην Αυστρία αποδίδεται κυρίως στην Erste και στις αλλαγές των μοντέλων προβλέψεων μετά την εξαγορά της Santander Polska.
Γιατί οι τράπεζες άντεξαν τα υψηλά επιτόκια
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της έκθεσης της Morningstar DBRS είναι ότι η επιδείνωση της ποιότητας ενεργητικού που αναμενόταν μετά τις αυξήσεις επιτοκίων της περιόδου 2022-2023 δεν πραγματοποιήθηκε. Ακόμη και κατά τους 18 μήνες που ακολούθησαν την κορύφωση των επιτοκίων της ΕΚΤ στο 4%, οι πιστωτικές ζημίες παρέμειναν περιορισμένες.
Ο οίκος αποδίδει την ανθεκτικότητα αυτή στην εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών, στα αυστηρότερα πιστοδοτικά κριτήρια, στη μείωση του δανεισμού των νοικοκυριών και στην ανθεκτικότητα της απασχόλησης. Οι πιέσεις επικεντρώθηκαν κυρίως στα εμπορικά ακίνητα, σε ορισμένες επιχειρήσεις με υψηλό δανεισμό και σε συγκεκριμένους κλάδους, χωρίς να εξελιχθούν σε γενικευμένη επιδείνωση.
Το κρίσιμο επόμενο 18μηνο
Η Morningstar DBRS εκτιμά ότι το κόστος πιστωτικού κινδύνου θα αυξηθεί μετρίως τους επόμενους 12 έως 18 μήνες, καθώς οι ανοδικές πιέσεις στα επιτόκια και ο πληθωρισμός δημιουργούν νέες προκλήσεις. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, οι πιθανές παρατεταμένες διαταραχές στην ενεργειακή προσφορά και η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας αποτελούν βασικούς παράγοντες αβεβαιότητας.
Το ζητούμενο είναι εάν το χαμηλό πιστωτικό κόστος αντανακλά μια διαρθρωτική βελτίωση των ευρωπαϊκών τραπεζών ή εάν οι επιπτώσεις των υψηλών επιτοκίων απλώς εμφανίζονται με καθυστέρηση. Σε κάθε περίπτωση, ο οίκος θεωρεί ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες διαθέτουν επαρκή κεφάλαια, ισχυρή ρευστότητα και ανθεκτική κερδοφορία ώστε να απορροφήσουν μια ενδεχόμενη αύξηση των πιστωτικών ζημιών, ενώ για τις ελληνικές τράπεζες, η σημαντική αποκλιμάκωση του πιστωτικού κόστους αποτελεί θετική εξέλιξη, με την περαιτέρω σύγκλιση προς τα χαμηλότερα ευρωπαϊκά επίπεδα να παραμένει βασική πρόκληση.
