Το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα παραμένει μικρό και στηρίζεται στις τράπεζες ενώ η χρηματοπιστωτική επέκταση έχει βοηθήσει το επιχειρείν, πλην όμως πολλές επιχειρήσεις παραμένουν εκτός τραπεζικής αγοράς αναφέρει στην έκθεσή του για το χρηματοπιστωτικό τομέα το ΔΝΤ. Ασθενέσθερη παραμένει η ποιότητα κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών.
Η ανάκαμψη
Από την τελευταία αξιολόγηση του χρηματοπιστωτικού τομέα, ο ελληνικός χρηματοπιστωτικός τομέας έχει υποστεί βαθιά αναδιάρθρωση, η οποία χαρακτηρίζεται από συγκέντρωση του κλάδου, ενίσχυση των κεφαλαιακών θέσεων και σημαντική μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs) στους ισολογισμούς των τραπεζών.
Το χρήμα προς τις επιχειρήσεις
Η πιστωτική επέκταση συρρικνώθηκε σημαντικά κατά τη διάρκεια της ελληνικής κρίσης χρέους και η παρατεταμένη απομόχλευση οδήγησε σε επίμονα χαμηλό λόγο πιστώσεων προς ΑΕΠ σε σύγκριση τόσο με τα προ κρίσης επίπεδα όσο και με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μέτρια ανάκαμψη των χορηγήσεων, οι οποίες έφθασαν σε ετήσιο ρυθμό αύξησης 11% τον Σεπτέμβριο του 2025, αν και ξεκινούσαν από χαμηλή βάση. Η ανάκαμψη αυτή τροφοδοτήθηκε κυρίως από τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων, η οποία παραμένει ιδιαίτερα συγκεντρωμένη σε μεγάλες εταιρείες, ενώ η χρηματοδότηση των νοικοκυριών — ιδιαίτερα τα στεγαστικά δάνεια — υστερεί λόγω χαμηλής προσιτότητας και εκκρεμών προβλημάτων από παλαιά μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Ο αργός ρυθμός επίλυσης των NPLs από τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων ενδέχεται να περιορίσει την πιστωτική επέκταση και να αυξήσει την πίεση στην κερδοφορία των τραπεζών μεσοπρόθεσμα.
Συγκεντρωμένο και μικρό το τραπεζικό σύστημα
Το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα παραμένει μικρό σε σύγκριση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις τράπεζες, ενώ η συγκέντρωση έχει αυξηθεί μετά την ενοποίηση του κλάδου. Τέσσερα σημαντικά τραπεζικά ιδρύματα κυριαρχούν στον τομέα, λειτουργώντας κυρίως με το παραδοσιακό μοντέλο εμπορικής τραπεζικής, βασισμένο στη χορήγηση δανείων που χρηματοδοτούνται από καταθέσεις και απευθύνονται κυρίως σε μεγάλες μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Οι λιανικές και χονδρικές καταθέσεις αντιπροσωπεύουν περίπου το 90% των υποχρεώσεων των τραπεζών, ενώ τα νοικοκυριά κατέχουν σχεδόν τα δύο τρίτα των συνολικών καταθέσεων. Η ισχυρή και σταθερή καταθετική βάση των νοικοκυριών, σε συνδυασμό με τον περιορισμένο ανταγωνισμό, επέτρεψε στις τράπεζες να διατηρήσουν σχετικά χαμηλά επιτόκια καταθέσεων παρά την άνοδο των επιτοκίων. Παράλληλα, οι τράπεζες επέκτειναν τις διεθνείς δραστηριότητές τους το 2025, κυρίως μέσω εξαγορών στην Κύπρο και τη Μάλτα, ενισχύοντας τη διαφοροποίηση των εσόδων τους και την περιφερειακή τους παρουσία.
Χαμηλότερη ποιότητα κεφαλαίων
Η κερδοφορία των τραπεζών έχει ενισχυθεί σημαντικά από το 2022, χάρη στα υψηλά καθαρά περιθώρια επιτοκίων, τη μείωση των προβλέψεων για ζημίες από δάνεια, τη μείωση του λειτουργικού κόστους και τη σημαντική πτώση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Ως αποτέλεσμα, οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας έχουν προσεγγίσει τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους. Ωστόσο, η ποιότητα των κεφαλαίων παραμένει ασθενέστερη σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες, καθώς οι Αναβαλλόμενες Φορολογικές Πιστώσεις (Deferred Tax Credits – DTCs) αντιπροσωπεύουν περίπου το 45% των κεφαλαίων κοινών μετοχών κατηγορίας 1 (CET1).
Η διασύνδεση μεταξύ κράτους και τραπεζών είναι μέτρια όσον αφορά τις άμεσες εκθέσεις, αλλά ενισχύεται από ενδεχόμενες κρατικές υποχρεώσεις που σχετίζονται με τα DTCs και την έκθεση των τραπεζών σε κρατικά εγγυημένες τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων. Αν και οι κίνδυνοι αυτοί θεωρούνται περιορισμένοι, σε περίπτωση σοβαρού οικονομικού σοκ θα μπορούσαν να εντείνουν τις αρνητικές αντιδράσεις των αγορών.
Χρηματοδότηση εταιριών
Χάρη στην ισχυρή οικονομική δραστηριότητα των τελευταίων ετών, ο εταιρικός τομέας έχει βελτιώσει την κερδοφορία του και εμφανίζει ανθεκτικότητα στα τεστ αντοχής. Υπάρχουν ενδείξεις ότι ορισμένες μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις αυξάνουν τη μόχλευσή τους, ωστόσο πολλές εξακολουθούν να στερούνται πρόσβασης σε τραπεζική χρηματοδότηση λόγω παλαιών μη εξυπηρετούμενων δανείων, ιδιαίτερα οι πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις. Τα τεστ αντοχής δείχνουν ότι οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν αυξημένη πιθανότητα αθέτησης υποχρεώσεων σε περίπτωση δυσμενών μακροοικονομικών εξελίξεων, καθώς επιδεινώνεται η δυνατότητα εξυπηρέτησης του χρέους τους, μειώνεται η πρόσβασή τους σε μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση και συρρικνώνονται τα ταμειακά τους διαθέσιμα. Παρ’ όλα αυτά, η συνολική πιθανότητα αθέτησης του εταιρικού τομέα παραμένει σε μέτρια επίπεδα, χάρη στη βελτίωση των ισολογισμών των ενεργών δανειοληπτών.
Ευάλωτα νοικοκυριά
Τα νοικοκυριά παραμένουν ευάλωτα στο υψηλό κόστος ζωής και στο αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους τους. Τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν σχετικά μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους για βασικά αγαθά και υπηρεσίες, όπως τρόφιμα και κοινής ωφέλειας, σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, τα περισσότερα δάνειά τους έχουν κυμαινόμενο επιτόκιο, γεγονός που τα καθιστά ευάλωτα σε αυξήσεις επιτοκίων. Οι προσομοιώσεις σε επίπεδο νοικοκυριών δείχνουν ότι μια μείωση του πραγματικού εισοδήματος θα μπορούσε να οδηγήσει πολλά νοικοκυριά στο να δαπανούν έως και το 70% του εισοδήματός τους για βασικές ανάγκες και εξυπηρέτηση χρέους, αυξάνοντας σημαντικά τον κίνδυνο αθέτησης πληρωμών. Αντίθετα, οι αυξήσεις επιτοκίων φαίνεται να έχουν μικρότερη επίδραση λόγω της συνεχιζόμενης απομόχλευσης και της μείωσης του συνολικού χρέους των νοικοκυριών.
Stress tests
Τα τεστ αντοχής φερεγγυότητας δείχνουν ότι οι ελληνικές τράπεζες θα υφίσταντο περιορισμένη μόνο μείωση κεφαλαίων ακόμη και σε δυσμενή σενάρια. Ωστόσο, ο κίνδυνος συγκέντρωσης λόγω κοινών μεγάλων εκθέσεων σε συγκεκριμένους δανειολήπτες απαιτεί συνεχή παρακολούθηση. Στα δύο δυσμενή μακροοικονομικά σενάρια που εξετάστηκαν — ένα γεωπολιτικό σοκ με πληθωριστικές επιπτώσεις και μια σοβαρή ύφεση — οι τράπεζες παραμένουν πάνω από τα κανονιστικά όρια κεφαλαιακής επάρκειας. Η ανθεκτικότητα αυτή στηρίζεται κυρίως στα ισχυρά καθαρά έσοδα από τόκους, τα οποία συνεχίζουν να αντισταθμίζουν τις αυξημένες πιστωτικές ζημίες και τη μείωση των εσόδων από προμήθειες. Ακόμη και η υπόθεση παράτασης του πολέμου στη Μέση Ανατολή δεν αλλάζει ουσιαστικά τα συμπεράσματα αυτά. Αντίθετα, οι αναλύσεις μεγάλων εκθέσεων δείχνουν υψηλό βαθμό συγκέντρωσης σε κοινούς αντισυμβαλλομένους, καθώς οι δέκα μεγαλύτερες κοινές εκθέσεις αντιστοιχούν στο 81% των συνολικών κεφαλαίων Tier 1 μετά τις τεχνικές μείωσης κινδύνου. Το εύρημα αυτό υπογραμμίζει την ανάγκη ενίσχυσης της παρακολούθησης των μεγάλων εταιρικών δανείων.
Τι πρέπει να γίνει
Συνιστάται στις ελληνικές αρχές να αξιοποιήσουν το τρέχον ευνοϊκό περιβάλλον για να ενθαρρύνουν τις τράπεζες να βελτιώσουν την ποιότητα των κεφαλαίων τους και να προωθήσουν μεγαλύτερη διαφοροποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Τα αποτελέσματα των τεστ αντοχής δείχνουν ότι σε δυσμενή σενάρια η απομείωση των DTCs θα μπορούσε να καθυστερήσει σημαντικά, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία μιας ταχύτερης σταδιακής κατάργησής τους μέσω νομοθετικών παρεμβάσεων. Επιπλέον, θα πρέπει να εξεταστούν μέτρα που θα συμβάλουν στη διαφοροποίηση των τραπεζικών ισολογισμών και στη μείωση της συγκέντρωσης κινδύνου απέναντι σε μεγάλες επιχειρήσεις. Τα μέτρα αυτά θα ενισχύσουν την ανθεκτικότητα του τραπεζικού συστήματος και θα στηρίξουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα μεσοπρόθεσμα.
Τέλος, οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν ισχυρή ανθεκτικότητα σε εύλογα σενάρια πίεσης ρευστότητας, χάρη στη σημαντική ενίσχυση των αποθεμάτων ρευστότητας τα τελευταία χρόνια. Τόσο ο Δείκτης Κάλυψης Ρευστότητας (LCR) όσο και ο Δείκτης Καθαρής Σταθερής Χρηματοδότησης (NSFR) παραμένουν σημαντικά υψηλότεροι από τις κανονιστικές απαιτήσεις και καλύτεροι από τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς μέσους όρους.
Διαβάστε ακόμη
FT: Ελληνες εφοπλιστές «κυνηγούν» καύσιμα σε όλο τον κόσμο μετά την κρίση στη Μέση Ανατολή
Κήπος: Οδηγός επιβίωσης κάτω από τον καυτό καλοκαιρινό ήλιο
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
