Σε ισχυρή θέση για την επίτευξη υπεραποδόσεων (outperformance) σε βάθος πολλών ετών βρίσκονται οι ελληνικές τράπεζες, λαμβάνοντας σημαντική ώθηση από τη δυναμική της εγχώριας οικονομίας, τη διαρκή πιστωτική επέκταση και τη σταδιακή διαφοροποίηση των πηγών εσόδων τους.
Περισσότερο από μία δεκαετία μετά την εποχή που η ελληνική οικονομία και το τραπεζικό της σύστημα βρίσκονταν στο επίκεντρο της κρίσης χρέους της ευρωζώνης, σήμερα αμφότεροι οι πυλώνες θεωρούνται από τη διεθνή επενδυτική κοινότητα ως χαρακτηριστικά παραδείγματα ανάκαμψης και ανθεκτικότητας στην ευρωπαϊκή περιφέρεια.
Όπως επισημαίνει στο S&P Global Market Intelligence ο Αντρέα Κοστάντζο, αντιπρόεδρος αξιολογήσεων ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων του οίκου Morningstar DBRS, ο τομέας έχει ολοκληρώσει σε μεγάλο βαθμό την αναδιάρθρωση της postcrisis (μετά την κρίση) περιόδου. «Περιμένουμε ότι οι ελληνικές τράπεζες θα διατηρήσουν τα ενισχυμένα πιστωτικά τους προφίλ σε βραχυπρόθεσμο και μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, υποστηριζόμενες από τις σχετικώς ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες, τη διατηρήσιμη πιστωτική επέκταση, τη βελτιούμενη διαφοροποίηση των εσόδων και τα σημαντικά αναβαθμισμένα προφίλ κινδύνου», σημείωσε ο κ. Κοστάντζο.
Παρά τις προκλήσεις και τις γεωπολιτικές αναταράξεις από τη Μέση Ανατολή, η κερδοφορία των ελληνικών συστημικών τραπεζών προβλέπεται να κινηθεί ελαφρώς υψηλότερα το 2026 σε σχέση με το 2025. Σύμφωνα με τον Αλεσάντρο Μποράτι, αναπληρωτή διευθυντή και επικεφαλής αναλυτή για τις ελληνικές τράπεζες στη Scope Ratings, η κερδοφορία εξισορροπείται από την ώθηση των διατηρούμενων επιτοκίων, τη δυναμική των νέων χορηγήσεων και την αύξηση των εσόδων από προμήθειες. «Πέραν του 2026, βλέπουμε την κερδοφορία να παραμένει ισχυρή έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου, υποστηριζόμενη από τη συνεπή εγχώρια ανάπτυξη και την περαιτέρω επιχειρηματική διαφοροποίηση», τονίζει ο κ. Μποράτι.
Αύξηση κερδών και αναθεώρηση στόχων
Με βάση τις εκτιμήσεις της κοινής γνώμης των αναλυτών (consensus) από τη Visible Alpha, τα συνολικά καθαρά κέρδη των τεσσάρων μεγάλων τραπεζών της χώρας —Εθνική Τράπεζα, Alpha Bank, Eurobank και Τράπεζα Πειραιώς— αναμένεται να αυξηθούν κατά 6,7% το 2026, προτού επιταχυνθούν περαιτέρω κατά 14,8% το 2027, διατηρώντας ισχυρή δυναμική και το 2028.
Ήδη, η Εθνική Τράπεζα, η Alpha Bank και η Eurobank προχώρησαν σε αύξηση των στόχων τους για τα κέρδη ανά μετοχή του 2026, ενώ η Τράπεζα Πειραιώς επιβεβαίωσε ότι βρίσκεται σε τροχιά επίτευξης του δικού της στόχου για κέρδη ανά μετοχή ύψους 0,90 ευρώ.
Χαρακτηριστική ήταν η τοποθέτηση του διευθύνοντος συμβούλου της Eurobank, Φωκίωνα Καραβία, ο οποίος υπογράμμισε ότι τα αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου αποδεικνύουν συμπαγή οργανική ανάπτυξη με ρυθμό ταχύτερο του αναμενόμενου, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. «Παρά τους συνεχιζόμενους γεωπολιτικούς κινδύνους, η ισχύς των υποκείμενων τάσεων μάς δίνει τη βεβαιότητα ότι θα υπερβούμε τους ετήσιους στόχους μας», ανέφερε ο κ. Καραβίας.
«Ασπίδα» η ισχυρή εγχώρια οικονομία
Η Ελλάδα συνεχίζει να υπεραποδίδει σταθερά έναντι του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ. Παράλληλα, αν και η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και το Ιράν επηρέασε γειτονικές περιοχές όπως η Κύπρος, οι επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία παραμένουν περιορισμένες, με τον τουριστικό τομέα να μην εμφανίζει σημάδια επιδείνωσης, όπως παρατηρεί η Morgan Stanley σε σχετική ανάλυσή της.
Η πιστωτική επέκταση στην Ελλάδα κινείται με ρυθμούς ταχύτερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, τροφοδοτούμενη κυρίως από τις εταιρικές χορηγήσεις σε τομείς όπως οι υποδομές, η ενέργεια, ο τουρισμός και τα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF).
Όπως εξηγεί στο S&P Global Market Intelligence η Αγάπη Μαυρογιάννη, αναλύτρια της Beta Χρηματιστηριακή, η ανάπτυξη των δανείων με επίκεντρο τις επιχειρήσεις καθιστά την πιστωτική επέκταση πιο ανθεκτική απέναντι σε βραχυπρόθεσμα γεωπολιτικά σοκ. «Οι τράπεζες που διαθέτουν ισχυρή καταθετική βάση και χαμηλό δείκτη δανείων προς καταθέσεις έχουν πρόσθετο περιθώριο να απορροφήσουν και να υποστηρίξουν μεγαλύτερη πιστωτική επέκταση», σημειώνει η κ. Μαυρογιάννη.
Από την πλευρά της Τράπεζας Πειραιώς, ο διευθύνων σύμβουλος Χρήστος Μεγάλου χαρακτήρισε την αύξηση των χορηγήσεων ως τον «πυλώνα» των επιδόσεων της τράπεζας, επισημαίνοντας ότι η πιστωτική επέκταση διέπει όλους τους τομείς της οικονομίας, ενώ παρατηρείται και ενθαρρυντική ανάκαμψη στα νοικοκυριά.
Κυριαρχούν τα έσοδα από τόκους, αυξάνονται οι προμήθειες
Τα καθαρά έσοδα από τόκους (NII) θα συνεχίσουν να αποτελούν την κύρια πηγή εσόδων για τα ελληνικά ιδρύματα τα επόμενα χρόνια, υπογραμμίζει η αναλύτρια της Beta Securities, Αγάπη Μαυρογιάννη. Μετά από μια προσωρινή προσαρμογή το 2025 εν μέρει λόγω της μείωσης των επιτοκίων, τα καθαρά έσοδα από τόκους των τεσσάρων συστημικών τραπεζών προβλέπεται να διευρυνθούν κατά 7,8% το 2026, 9,2% το 2027 και 5,5% το 2028, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Visible Alpha.
Παράλληλα, η κερδοφορία θα υποστηριχθεί σημαντικά από τη μεγέθυνση των εσόδων από προμήθειες, κυρίως μέσω της διαχείρισης περιουσίας (wealth management) και των τραπεζο-ασφαλιστικών προϊόντων (bancassurance). Τα καθαρά έσοδα από προμήθειες αναμένεται να σημειώσουν άλμα 18,9% το 2026, ενώ υπολογίζεται ότι θα αντιπροσωπεύουν περίπου το 24% των συνολικών εσόδων την περίοδο 2026-2028, έναντι 19,6% το 2025.
Στο πλαίσιο αυτό, ο οικονομικός διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας, Χρήστος Χριστοδούλου, δήλωσε ότι η τράπεζα σημειώνει ορατή πρόοδο στη δημιουργία μιας πιο διαφοροποιημένης βάσης εσόδων, εστιάζοντας στην ενίσχυση των προμηθειών που θα στηρίξουν ουσιαστικά την οργανική κερδοφορία από το 2027 και μετά. Ο ίδιος έκανε ειδική αναφορά στη συνεργασία με την Allianz για την ενδυνάμωση των ασφαλιστικών προϊόντων, τάση που ακολουθούν και οι υπόλοιπες ελληνικές τράπεζες μέσω εξαγορών και συνεργασιών.
Τα συνολικά έσοδα των τραπεζών εκτιμάται ότι θα μεγεθυνθούν με ρυθμούς άνω του 9% το 2026 και το 2027, προτού ομαλοποιηθούν στο 5,6% το 2028.
Ποιότητα ενεργητικού και διαχείριση κινδύνων
Η ποιότητα του ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών έχει βελτιωθεί θεαματικά, με τους δείκτες μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL) και την κάλυψή τους να ευθυγραμμίζονται πλέον με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Σύμφωνα με την κ. Μαυρογιάννη, τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (NPEs) βαίνουν συνεχώς μειούμενα προς το επίπεδο του 2% έως το 2028, ενώ το κόστος κινδύνου (cost of risk) προβλέπεται να υποχωρήσει σταδιακά μεταξύ 25 και 45 μονάδων βάσης. «Ο κύριος κίνδυνος ανατροπής της τάσης θα ήταν μια απότομη μακροοικονομική ή γεωπολιτική επιδείνωση, που θα επιτάχυνε τη δημιουργία νέων προβληματικών δανείων και θα πίεζε προς τα πάνω το κόστος κινδύνου», προειδοποιεί η αναλύτρια της Beta Securities.
Από την πλευρά της Scope Ratings, ο κ. Μποράτι σημειώνει ότι οι τράπεζες εστιάζουν όλο και περισσότερο τις χορηγήσεις τους σε μεγάλες επιχειρήσεις, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο συγκέντρωσης (concentration risk) και απαιτεί στενή παρακολούθηση.
Τέλος, όσον αφορά τους εγχώριους νομικούς και ρυθμιστικούς παράγοντες, όπως οι πρόσφατες αποφάσεις του Αρείου Πάγου για τον νόμο Κατσέλη ή τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο, ο οίκος Morningstar DBRS εκτιμά ότι παρά τις όποιες εφάπαξ επιπτώσεις, δεν αναμένεται να κλονίσουν τα θεμελιώδη πιστωτικά μεγέθη του ελληνικού τραπεζικού κλάδου.
Διαβάστε ακόμη
Δεκαπενταύγουστος 2026: Ποιοι θα πάρουν έξτρα χρήματα επειδή η σημερινή αργία πέφτει Σάββατο
Χρήματα στα παιδιά: Πότε η οικονομική βοήθεια ή το χαρτζιλίκι απαιτεί δήλωση στην εφορία;
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.