Ένα διπλό μήνυμα προς την Ευρώπη για την επόμενη ημέρα που έρχεται μετά από την πρόσφατη ενεργειακή αναταραχή έστειλε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας μιλώντας στο Economist Romania Government Roundtable ένα διπλό μήνυμα προς την Ευρώπη: η νέα άνοδος των τιμών της ενέργειας απειλεί να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό και να επιβραδύνει την ανάπτυξη, όμως η απάντηση δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στα επιτόκια της ΕΚΤ.
Περιγράφοντας τη σημερινή συγκυρία ως μια στασιμοπληθωριστική δοκιμασία για τη ζώνη του ευρώ, υπογράμμισε ότι η νομισματική πολιτική οφείλει να παραμείνει σε εγρήγορση απέναντι στον κίνδυνο δευτερογενών πληθωριστικών πιέσεων, ενώ ταυτόχρονα η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να επιταχύνει τη θεσμική και οικονομική της ενοποίηση, από την τραπεζική ένωση και την ένωση κεφαλαιαγορών έως τις κοινές επενδύσεις και την έκδοση κοινού χρέους για στρατηγικές προτεραιότητες.
Σε μια εποχή επαναλαμβανόμενων εξωτερικών σοκ, η ανθεκτικότητα της Ευρώπης δεν θα κριθεί μόνο από τις αποφάσεις της Φρανκφούρτης, αλλά από το κατά πόσο οι Βρυξέλλες θα κινηθούν με κοινή στρατηγική, ταχύτητα και πολιτική βούληση, τόνισε.
Παράλληλα, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι η ΕΚΤ εισέρχεται σε αυτή τη νέα φάση από ισχυρότερη αφετηρία σε σχέση με την περίοδο 2021-2022, με τον πληθωρισμό να κινείται κοντά στον στόχο και τη νομισματική πολιτική να βρίσκεται ήδη σε ουδέτερο επίπεδο.
Ωστόσο, προειδοποίησε ότι η πρόσφατη εμπειρία υψηλού πληθωρισμού καθιστά πλέον πιο ευαίσθητες τις προσδοκίες επιχειρήσεων και νοικοκυριών, αυξάνοντας τον κίνδυνο πιο γρήγορης μετάδοσης των αυξήσεων σε μισθούς και τιμές. Σε αυτό το πλαίσιο, τόνισε ότι οι δημοσιονομικές παρεμβάσεις θα πρέπει να είναι αυστηρά στοχευμένες και προσωρινές, ώστε να μην υπονομεύουν τη σταθερότητα των τιμών, ενώ υπογράμμισε ότι η επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων αποτελεί προϋπόθεση για τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Ολόκληρη η ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα
Χαίρομαι που έχω την ευκαιρία να σας μιλήσω σήμερα για ένα φλέγον θέμα: τις συνέπειες που θα έχει η τρέχουσα διαταραχή των τιμών της ενέργειας στα μακροοικονομικά μεγέθη και τη νομισματική πολιτική. Θα ξεκινήσω περιγράφοντας τους κύριους προβληματισμούς από τη σκοπιά της νομισματικής πολιτικής της ζώνης του ευρώ και στη συνέχεια θα αναφερθώ στο γενικότερο πλαίσιο προτεραιοτήτων της οικονομικής πολιτικής στην ΕΕ, το οποίο, όπως θα υποστηρίξω, έχει άμεσο αντίκτυπο στην αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής.

1. Θέματα νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή προκάλεσε μια νέα δυσμενή εξωτερική διαταραχή της προσφοράς για την Ευρώπη μέσω διαφόρων διαύλων, και κυρίως μέσω των επιπτώσεών του στις αγορές ενέργειας. Ως καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, η ζώνη του ευρώ αντιμετωπίζει, για άλλη μία φορά, αρνητική επίδραση των όρων εμπορίου, ενώ ταυτόχρονα οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής βρίσκονται μπροστά σε νέα διλήμματα και προκλήσεις.
Η φύση της παρούσας διαταραχής των τιμών της ενέργειας είναι στασιμοπληθωριστική. Σύμφωνα με το βασικό σενάριο των προβολών των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ, οι οποίες δημοσιεύθηκαν τον Μάρτιο, η διαταραχή αναμένεται να ωθήσει τον γενικό πληθωρισμό σε υψηλότερα επίπεδα βραχυπρόθεσμα, ενώ θα επηρεάσει αρνητικά την ανάπτυξη μέσω του αυξημένου κόστους της ενέργειας, της μείωσης των πραγματικών εισοδημάτων, της αυξημένης αβεβαιότητας και της υποχώρησης της εμπιστοσύνης.
Οι προβολές δείχνουν ότι οι βραχυπρόθεσμες προοπτικές για τον πληθωρισμό έχουν επιδεινωθεί σημαντικά, καθώς ο γενικός πληθωρισμός προβλέπεται να διαμορφωθεί σε 3,1% το β ́ τρίμηνο του τρέχοντος έτους και 2,8% το γ ́ τρίμηνο. Ωστόσο, οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές για τον πληθωρισμό δεν έχουν απομακρυνθεί σημαντικά από τον στόχο του 2%.
Ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ αναμένεται, σύμφωνα με τις προβολές, να διαμορφωθεί σε 0,9% εφέτος, ελαφρώς χαμηλότερα σε σχέση με τις προηγούμενες προβολές. Ωστόσο, αυτές οι προοπτικές υπόκεινται σε υψηλή αβεβαιότητα, που εξαρτάται από την εξέλιξη του πολέμου. Η νομισματική πολιτική θα πρέπει να πορευθεί μέσα σε αυτή την αβεβαιότητα. Εάν ο πόλεμος συνεχιστεί επί μακρόν, η ζώνη του ευρώ θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα δυσμενέστερο μακροοικονομικό περιβάλλον από εκείνο που προκύπτει από το βασικό σενάριο των προβολών της ΕΚΤ, με ασθενέστερη ανάπτυξη και υψηλότερο και πιο επίμονο πληθωρισμό.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η πρόκληση για τους κεντρικούς τραπεζίτες είναι σαφής: πώς να αντιδράσουμε στον πληθωρισμό, που σε μεγάλο βαθμό προκαλείται από παράγοντες από την πλευρά της προσφοράς, χωρίς να επιδεινωθεί η οικονομική επιβράδυνση. Η ΕΚΤ πορεύθηκε με επιτυχία σε ένα παρόμοιο επεισόδιο στο πρόσφατο παρελθόν και κατάφερε να τιθασεύσει τον πληθωρισμό, επιτυγχάνοντας παράλληλα ομαλή προσγείωση της οικονομίας – δηλαδή χωρίς αρνητικό ρυθμό ανάπτυξης.
Για να αποσαφηνίσω τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η νομισματική πολιτική, θα ήθελα να υπενθυμίσω εν συντομία τις προκλήσεις που αντιμετώπισε το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ στις αρχές της δεκαετίας του 2020, όταν η ζώνη του ευρώ επλήγη από μια σειρά διαταραχών, συμπεριλαμβανομένης της πανδημίας Covid-19 και της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Η απότομη άνοδος του πληθωρισμού την περίοδο 2021-2022
Κατά τη διάρκεια της έξαρσης του πληθωρισμού την περίοδο 2021-2022, οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό παρέμειναν συγκρατημένες – το επιτόκιο των συμφωνιών ανταλλαγής που συνδέεται με τον πληθωρισμό μετά από 5 έτη για ορίζοντα 5 ετών (forward) στη ζώνη του ευρώ παρέμεινε κάτω του 3% καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου, παρά το γεγονός ότι ο πραγματικός πληθωρισμός έφθασε σε διψήφια επίπεδα.
Αντανακλώντας τις σταθεροποιημένες προσδοκίες για τον πληθωρισμό, η αύξηση των ονομαστικών μισθών ήταν αρχικά σχετικά υποτονική, ενώ οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν απότομα πριν ανακάμψουν σταδιακά, καθώς οι εργαζόμενοι επιδίωξαν να ανακτήσουν την αγοραστική δύναμη που διέβρωσε η αύξηση του πληθωρισμού. Το σημαντικότερο είναι ότι δεν δημιουργήθηκε δίνη μισθών-τιμών. Μια τέτοια συγκρατημένη αύξηση των ονομαστικών μισθών ενδεχομένως θα είναι δυσκολότερο να επιτευχθεί αυτή τη φορά, εάν συνεχιστεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, για δύο βασικούς λόγους.
Πρώτον, κατά το επεισόδιο πληθωρισμού την περίοδο 2021-2022, οι οικονομικές μονάδες δεν είχαν πρόσφατη μνήμη υψηλού πληθωρισμού. Οι προσδοκίες τους βασίζονταν σε δεκαετίες πολύ χαμηλού – ακόμη και αρνητικού – πληθωρισμού. Έτσι, δεν είχαν κανέναν λόγο να αναμένουν ότι ο πληθωρισμός θα αυξανόταν σε επίπεδο άνω του 10% – όπως τελικά συνέβη. Αυτή τη φορά όμως, η μνήμη του διψήφιου πληθωρισμού είναι νωπή και έτσι οι παραγωγοί και οι μισθωτοί είναι απίθανο να αντιδράσουν τόσο αργά όπως τότε. Έχουν πλέον εξοικειωθεί πολύ περισσότερο με τον υψηλότερο πληθωρισμό.
Δεύτερον, κατά την περίοδο 2021-2022 η νομισματική πολιτική θεωρήθηκε το βασικό σημείο πρόσδεσης των μεσοπρόθεσμων προσδοκιών για τον πληθωρισμό, κάτι στο οποίο συνέβαλε η υψηλή αξιοπιστία των κεντρικών τραπεζών. Τώρα όμως που ο πόλεμος στο Ιράν ήρθε σχεδόν αμέσως μετά τη μεταπανδημική πληθωριστική διαταραχή, την εισβολή στην Ουκρανία και τους κραδασμούς που προκάλεσαν οι επιθέσεις του Ιουνίου 2025 κατά του Ιράν, οι οικονομικές μονάδες μπορεί να μην είναι τόσο πρόθυμες να θεωρήσουν τις κεντρικές τράπεζες ως τον κυρίαρχο του παιχνιδιού. Οι πολίτες μπορεί να αρχίσουν να πιστεύουν ολοένα και περισσότερο ότι ο πληθωρισμός καθορίζεται, τουλάχιστον εν μέρει, από επαναλαμβανόμενες παγκόσμιες διαταραχές από την πλευρά της προσφοράς στην παγκόσμια οικονομία, και ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν είναι σε θέση να προφυλάξουν την οικονομία πλήρως.
Οι συνέπειες για την πολιτική είναι σαφείς. Εάν εμφανιστούν ενδείξεις εδραίωσης των δευτερογενών επιδράσεων ή μεταβολής των πληθωριστικών προσδοκιών, η ΕΚΤ θα πρέπει να αντιδράσει γρήγορα για να διασφαλίσει ότι οι πληθωριστικές πιέσεις δεν θα παγιωθούν στις προσδοκίες.
Η νομισματική πολιτική την προσεχή περίοδο
Ενώ τα παραπάνω υποδηλώνουν ότι η διαχείριση του τρέχοντος επεισοδίου μπορεί να αποδειχθεί από ορισμένες απόψεις δυσκολότερη, υπάρχει επίσης μια σημαντική διαφορά σε σύγκριση με το επεισόδιο του 2021-2022: ξεκινάμε από ισχυρότερη αρχική θέση. Και θα εξηγήσω γιατί:
Μέχρι μόλις πριν από λίγες εβδομάδες, η ΕΚΤ χαρακτήριζε την καταλληλότητα της κατεύθυνσης της πολιτικής της με τη φράση «Είμαστε σε καλό σημείο». Πλέον όμως βρισκόμαστε σε λιγότερο καλό σημείο επειδή είμαστε εκτεθειμένοι σε αυξημένους κινδύνους. Τούτου λεχθέντος, είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι ξεκινάμε από μια στέρεα βάση και εξακολουθούμε να είμαστε σε θέση να πορευθούμε μέσα στην αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει τις μελλοντικές εξελίξεις.
• Ο πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ κυμαίνεται γύρω από τον στόχο του 2% εδώ και σχεδόν ένα έτος, και μάλιστα υπολείπεται ελαφρώς του συμμετρικού στόχου μας τους δύο πρώτους μήνες του 2026. Αυτό παρέχει κάποιο περιθώριο για μια μελλοντική αυστηροποίηση των επιτοκίων. Επιπλέον, η ανάπτυξη της ζώνης του ευρώ αποδεικνύεται ανθεκτική. Αντιθέτως, όταν η ΕΚΤ ξεκίνησε τον κύκλο αυστηροποίησης της νομισματικής πολιτικής τον Ιούλιο του 2022, ο ρυθμός πληθωρισμού τον Ιούνιο του 2022, που ήταν το πιο πρόσφατο διαθέσιμο στοιχείο, ήταν 8,6%.
• Το Διοικητικό Συμβούλιο είχε αυξήσει το επιτόκιο πολιτικής, δηλ. το επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων (DFR), από -50 μονάδες βάσης σε 0%. Η σημερινή κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής είναι πολύ διαφορετική: το επιτόκιο της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων, σήμερα στο 2,0%, βρίσκεται σε ουδέτερο επίπεδο.
• Επιπλέον, στα μέσα του 2022 ο ισολογισμός της ΕΚΤ δημιουργούσε συνθήκες διευκολυντικής νομισματικής πολιτικής, καθώς οι αγορές τίτλων είχαν μόλις τερματιστεί, αλλά οι επανεπενδύσεις συνεχίζονταν. Σήμερα, η διαδικασία ομαλοποίησης του ισολογισμού βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη.
Αλλά και το Διοικητικό Συμβούλιο είναι καλύτερα εξοπλισμένο αυτή τη φορά. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια βελτιώσαμε τα αναλυτικά μας εργαλεία, επαναξιολογήσαμε τη στρατηγική μας και εστιάσαμε περισσότερο στους κινδύνους που περιβάλλουν τις προοπτικές, μεταξύ άλλων χρησιμοποιώντας σενάρια και αναλύσεις ευαισθησίας. Έτσι διασφαλίζεται ότι έχουμε καλή πληροφόρηση όταν αξιολογούμε την κατάσταση και ότι κατανοούμε καλύτερα τη δυναμική της μετάδοσης σε έμμεσες και δευτερογενείς επιδράσεις.
Προτού αναφερθώ στο ευρύτερο τοπίο της πολιτικής, θέλω να ολοκληρώσω την αξιολόγησή μου με την παρατήρηση ότι η νομισματική πολιτική κατόρθωσε, παρά τις σοβαρές αντιξοότητες, να επιτύχει σταθερότητα των τιμών. Πέτυχε τον στόχο της για τον πληθωρισμό χωρίς να προκαλέσει ύφεση ή να δημιουργήσει προβλήματα στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η ΕΚΤ είναι μία από τις σχετικά λίγες κεντρικές τράπεζες που κατόρθωσαν να επαναφέρουν τον πληθωρισμό στον στόχο, επιτυγχάνοντας παράλληλα «ομαλή προσγείωση».
2. Γενικότερα θέματα ευρωπαϊκής πολιτικής
Οι θετικές επιδόσεις της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ είναι ακόμη πιο εντυπωσιακές αν εξεταστούν στο πλαίσιο του επίμονου κατακερματισμού εντός της ζώνης του ευρώ και των ελλείψεων που εξακολουθούν να υπάρχουν στην αρχιτεκτονική της. Ο κατακερματισμός των χρηματοπιστωτικών αγορών και των κεφαλαιαγορών και η έλλειψη ενός κοινού συστήματος δημοσιονομικής διαχείρισης μπορούν να αποδυναμώσουν και να ανισοκατανείμουν τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής μεταξύ των κρατών-μελών, περιπλέκοντας το καθήκον της διατήρησης της σταθερότητας των τιμών για την Ένωση στο σύνολό της.
Μια πιο ενοποιημένη οικονομία της ζώνης του ευρώ θα αυξήσει την αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής και θα ενισχύσει την ομαλή μετάδοσή της στις οικονομίες της ζώνης. Αυτό με τη σειρά του θα βοηθήσει τις κεντρικές τράπεζες να επιτύχουν τη λεπτή ισορροπία μεταξύ της συγκράτησης των πληθωριστικών πιέσεων και της ταυτόχρονης αποτροπής μιας ανεπιθύμητης εξασθένησης της οικονομικής ανάπτυξης. Η πρόκληση αυτή τείνει να γίνεται ιδιαίτερα έντονη σε περίπτωση δυσμενών διαταραχών από την πλευρά της προσφοράς.
Η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης – ιδίως μέσω της δημιουργίας ενός Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασφάλισης Καταθέσεων – και η πρόοδος προς μια γνήσια Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων θα μειώσουν σημαντικά τον χρηματοπιστωτικό κατακερματισμό μεταξύ των κρατών-μελών και θα ενισχύσουν τα θεμέλια της νομισματικής πολιτικής.
Για την επίτευξη βαθύτερης ενοποίησης, μια συνεκτική, πανευρωπαϊκή στρατηγική απόκριση παύει πλέον να είναι απλά μια επιλογή, αλλά αποτελεί υποχρέωση. Η κατάσταση αυτή αντικατοπτρίζεται στην έκθεση Letta σχετικά με την βάθυνση της Ενιαίας Αγοράς και την εξάλειψη των σημαντικών εσωτερικών φραγμών που εξακολουθούν να υπάρχουν στο εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και στην έκθεση Draghi σχετικά με τις επενδυτικές ανάγκες, την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης.
Μόνο μέσω συντονισμένης κοινής δράσης μπορεί η ΕΕ να εξαλείψει τα κενά παραγωγικότητας και καινοτομίας, να ενισχύσει την ανθεκτικότητα και να διατηρήσει τη στρατηγική αυτονομία της. Η επίτευξη αυτής της δέσμης στόχων θα ενισχύσει επίσης την εφαρμογή, τη μετάδοση και την αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής για τη διαφύλαξη της σταθερότητας των τιμών και τη στήριξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Πρόσφατες πρωτοβουλίες της ΕΕ, όπως η στρατηγική πρωτοβουλία “Ευρωπαϊκή Άμυνα – Ετοιμότητα 2030”, καθώς και η Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας και η Συμφωνία για Καθαρή Βιομηχανία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σηματοδοτούν μια σημαντική στροφή της πολιτικής προς μια ισχυρότερη, μακρόπνοη βιομηχανική στρατηγική που επιδιώκει την παροχή κινήτρων για καινοτομία και επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες. Οι πρωτοβουλίες αυτές στηρίζουν τη βαθύτερη ολοκλήρωση της αγοράς και τονώνουν τις επενδύσεις μεγάλης κλίμακας σε κρίσιμες τεχνολογίες και υποδομές, αυξάνοντας έτσι την ανθεκτικότητα της Ευρώπης σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς.
Σχετικά με την έκδοση ευρωομολόγων και τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού ασφαλούς περιουσιακού στοιχείου
Η περαιτέρω έκδοση κοινού ευρωπαϊκού χρέους, για την επιδίωξη σαφώς καθορισμένων κοινών ευρωπαϊκών σκοπών υψηλής προτεραιότητας, όπως η ενίσχυση της άμυνας, η πράσινη ενέργεια και οι στρατηγικές επενδύσεις, θα αποτελούσε σαφές μήνυμα ότι η Ευρώπη κινείται προς την κατεύθυνση της περαιτέρω ενοποίησης και της συνυπευθυνότητας.
Εν προκειμένω η εμπειρία από το NextGenerationEU (NGEU) είναι ιδιαίτερα εποικοδομητική. Η κοινή έκδοση ομολόγων σε μεγάλη κλίμακα κατέδειξε ότι η ΕΕ μπορεί να δανειστεί σε συλλογικό επίπεδο μεγάλα ποσά, να δημιουργήσει μια καμπύλη αποδόσεων που χαρακτηρίζεται από υψηλή ρευστότητα σε όλες τις διάρκειες και να προσελκύσει ισχυρή παγκόσμια ζήτηση – χωρίς να υπονομεύεται η δημοσιονομική ευθύνη σε εθνικό επίπεδο. Το σημαντικότερο είναι ότι η χρηματοδότηση από το NGEU συνδέθηκε με σαφώς καθορισμένους ευρωπαϊκούς στόχους, δεσμεύσεις με αυστηρές προθεσμίες και όρους που προέβλεπαν την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων.
Αυτή η αρχιτεκτονική συνέβαλε στην άμβλυνση του ηθικού κινδύνου, ενώ παράλληλα ενίσχυσε την αξιοπιστία στις αγορές.
Η ζήτηση για ευρωπαϊκά κρατικά ομόλογα υψηλής ποιότητας παραμένει ισχυρή, τόσο σε εγχώριο όσο και σε διεθνές επίπεδο. Αυτό αντανακλά εν μέρει το διαρθρωτικό πλεόνασμα αποταμιεύσεων στη ζώνη του ευρώ. Ωστόσο, αυτή τη στιγμή σημαντικό μέρος των αποταμιεύσεών μας επενδύεται στο εξωτερικό λόγω της περιορισμένης προσφοράς εγχώριων τίτλων υψηλής ποιότητας. Η έκδοση σε επαρκή ποσά ενός καλά σχεδιασμένου ευρωπαϊκού ασφαλούς τίτλου θα συμβάλει στην απορρόφηση αυτής της ζήτησης, θα στηρίξει τη λειτουργία της αγοράς και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ενισχύοντας παράλληλα τον διεθνή ρόλο του ευρώ.
Μετουσίωση της δυναμικής σε δράση
Η ενεργειακή κρίση που αντιμετωπίζει σήμερα η ζώνη του ευρώ δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός. Είναι η πιο πρόσφατη από μια σειρά διαταραχών που θα πρέπει να μας αφυπνίσουν, τονίζοντας την επείγουσα ανάγκη για θεσμικές αλλαγές. Η μετουσίωση αυτής της δυναμικής σε συγκεκριμένη δράση θα απαιτήσει προσεκτική προετοιμασία, συντονισμένη δράση και διαρκή σύμπνοια μεταξύ των κρατών-μελών. Το σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον προσφέρει μια σαφή ευκαιρία για ταχύτερη πρόοδο. Πρέπει να εκμεταλλευτούμε αυτή την ευκαιρία προτού χαθεί.
Αναγνωρίζεται πλέον ευρέως στην Ευρώπη ότι ο στρατηγικός προσανατολισμός της πρέπει να αλλάξει ριζικά. Απαιτείται συλλογική αποφασιστικότητα για δράση – και για την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων που θα ενισχύσουν την ανθεκτικότητα και την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης. Η μεγαλύτερη ενοποίηση, μια γνήσια Ένωση Κεφαλαιαγορών, ένα ασφαλές ευρωπαϊκό περιουσιακό στοιχείο και μια συντονισμένη επενδυτική στρατηγική δεν είναι αφηρημένες φιλοδοξίες. Αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για μια Ευρώπη πιο ανθεκτική στους κλυδωνισμούς.
Αυτές οι δράσεις συνδέονται στενά με τη νομισματική πολιτική. Η πρόοδος προς μια βαθύτερη ένωση κεφαλαιαγορών θα συμβάλει στον μετριασμό του κατακερματισμού των χρηματοπιστωτικών αγορών και θα διασφαλίσει την ομαλή μετάδοση της νομισματικής πολιτικής σε όλες τις οικονομίες. Ένα πιο ενοποιημένο και διαφοροποιημένο χρηματοπιστωτικό σύστημα θα ενισχύσει επίσης την ανθεκτικότητα, βελτιώνοντας το περιβάλλον εντός του οποίου η νομισματική πολιτική μπορεί να λειτουργήσει με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.
Εξίσου σημαντική είναι και η ύπαρξη υγιών και αξιόπιστων δημοσιονομικών πλαισίων. Η δημοσιονομική πολιτική που είναι συνεπής με τη σταθερότητα των τιμών, αποφεύγοντας τα υπερκυκλικά μέτρα, στηρίζει την αποτελεσματική μετάδοση της νομισματικής πολιτικής. Τυχόν αντιδράσεις της δημοσιονομικής πολιτικής στη διαταραχή των τιμών της ενέργειας θα πρέπει να είναι προσωρινές, στοχευμένες και ειδικά σχεδιασμένες. Η διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών εξακολουθεί να αποτελεί προϋπόθεση για τη μακροπρόθεσμη οικονομική ανθεκτικότητα.
Ο Peter Drucker, «πατέρας» του σύγχρονου μάνατζμεντ, είπε κάποτε ότι «ο μεγαλύτερος κίνδυνος σε περιόδους αναταραχών δεν είναι η ίδια η αναταραχή, αλλά η αντίδραση με τη λογική του χθες». Αυτή η προειδοποίηση είναι εξαιρετικά επίκαιρη. Οι θεσμικές απαντήσεις του παρελθόντος δεν επαρκούν για τις μελλοντικές προκλήσεις. Αυτή τη στιγμή έχει ανοίξει ένα παράθυρο ευκαιρίας – έστω και βίαια, λόγω της τρέχουσας κρίσης. Δεν θα μείνει ανοικτό επ’ αόριστον. Το καθήκον που έχουμε μπροστά μας είναι ξεκάθαρο: να δράσουμε με τη φιλοδοξία, την ετοιμότητα και τη συλλογική αποφασιστικότητα που επιτάσσει μια τέτοια στιγμή.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.