Οι ελληνικές τράπεζες εισήλθαν στο 2026 με ισχυρή δυναμική, καθώς η πιστωτική επέκταση παραμένει ανθεκτική, η ποιότητα ενεργητικού στηρίζει τις επιδόσεις και η ευχέρεια κεφαλαιακής αξιοποίησης διευρύνεται. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της Goldman Sachs μετά τις επαφές που είχαν τα στελέχη τους στις 9 και 10 Μαρτίου στην Αθήνα με τις διοικήσεις και τα τμήματα επενδυτικών σχέσεων των Eurobank, Εθνικής Τράπεζας, Alpha Bank, Τράπεζας Πειραιώς, καθώς και της Τράπεζας Κύπρου.

Η βασική εικόνα που μεταφέρει η αμερικανική τράπεζα είναι ότι το μακροοικονομικό περιβάλλον στην Ελλάδα παραμένει υποστηρικτικό για τον κλάδο. Η οικονομία συνεχίζει να τροφοδοτεί τη ζήτηση για δάνεια, κυρίως επιχειρηματικά, ενώ η ποιότητα του χαρτοφυλακίου δεν εμφανίζει, προς το παρόν, σημάδια ουσιαστικής επιδείνωσης. Η Goldman Sachs αναγνωρίζει ότι οι πρόσφατες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή αποτελούν παράγοντα κινδύνου, κυρίως μέσω της επίδρασής τους στις τιμές ενέργειας και στον πληθωρισμό, ωστόσο σημειώνει ότι η ελληνική οικονομία εμφανίζεται λιγότερο εκτεθειμένη σε ένα ενεργειακό σοκ σε σχέση με άλλες οικονομίες της Ευρωζώνης. Παράλληλα, επισημαίνει ότι η δημοσιονομική εικόνα της χώρας παραμένει συνετή, η ανεργία συνεχίζει την πτωτική της πορεία και οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης εξακολουθούν να λειτουργούν ως σημαντικός μοχλός στήριξης, ακόμη και αν το παράθυρο ένταξης νέων σχημάτων κλείνει μέσα στο 2026.

Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρέθηκε η κεφαλαιακή κατανομή. Η Goldman Sachs αναφέρει ότι οι τράπεζες δίνουν ολοένα μεγαλύτερη έμφαση στην ενίσχυση των διανομών προς τους μετόχους, τόσο μέσω τακτικών payout όσο και, όπου είναι εφικτό, μέσω έκτακτων επιστροφών κεφαλαίου. Την ίδια στιγμή, διαπιστώνεται σαφής στόχευση σε μικρές, συμπληρωματικές εξαγορές, κυρίως στους τομείς του bancassurance και της διαχείρισης κεφαλαίων. Η έμφαση αυτή δείχνει ότι ο κλάδος έχει περάσει πια από τη φάση της αναδιάρθρωσης σε μια νέα φάση, όπου η συζήτηση αφορά περισσότερο τον τρόπο αξιοποίησης του πλεονάζοντος κεφαλαίου και λιγότερο τη θωράκιση των ισολογισμών. Η Goldman υπενθυμίζει μάλιστα ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την πρόσθετη διανομή 300 εκατ. ευρώ της Εθνικής Τράπεζας που ανακοινώθηκε μαζί με τα αποτελέσματα του δ’ τριμήνου.

Δεύτερο βασικό συμπέρασμα είναι ότι η πιστωτική δραστηριότητα παραμένει ισχυρή και στο 2026. Οι διοικήσεις έκαναν λόγο για καλούς αγωγούς νέων χορηγήσεων και συνέχιση της τάσης υπέρ των εταιρικών δανείων. Η Goldman Sachs σημειώνει ότι η ορατότητα για το 2027 και μετά παραμένει θετική, αν και αναγνωρίζεται πως μια παρατεταμένη ενεργειακή αναταραχή θα μπορούσε να επηρεάσει την οικονομική δραστηριότητα μέσω δευτερογενών επιδράσεων στον πληθωρισμό και στο κόστος. Στο μέτωπο του ανταγωνισμού, το report επισημαίνει ότι η περαιτέρω συμπίεση των περιθωρίων θεωρείται πιθανή, αλλά με βραδύτερο ρυθμό, ενώ οι διεθνείς αγορές κοινοπρακτικών δανείων αναδεικνύονται ως μία ακόμη πηγή ανάπτυξης.

Υποστηρικτικές παραμένουν, κατά τη Goldman, και οι συνθήκες χρηματοδότησης μέσω καταθέσεων. Πολλοί λογαριασμοί στην Ελλάδα εξακολουθούν να έχουν έντονα συναλλακτικό χαρακτήρα, με μικρά και κατακερματισμένα υπόλοιπα, χωρίς να καταγράφεται ανοδική πίεση στο κόστος καταθέσεων. Παράλληλα, οι τράπεζες συνεχίζουν να προσπαθούν να μετατοπίσουν μέρος της πελατειακής βάσης από τις προθεσμιακές καταθέσεις προς προϊόντα υπό διαχείριση. Η τάση αυτή συνδέεται και με την ιστορικά περιορισμένη διείσδυση επενδυτικών προϊόντων στην ελληνική αγορά, όπου η αποταμίευση παραδοσιακά κατευθυνόταν κυρίως σε καταθέσεις και ακίνητα.

Η Goldman Sachs στέκεται επίσης στην Κύπρο, την οποία χαρακτηρίζει ελκυστική αγορά λόγω χαμηλού κόστους καταθέσεων και θετικού μακροοικονομικού περιβάλλοντος. Η χαμηλή ανεργία, η ισχυρή αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ και η συνεχιζόμενη μεταφορά εταιρειών στην Κύπρο, με στήριξη από το φορολογικό καθεστώς και τα κρατικά σχέδια, συντηρούν ένα ευνοϊκό πλαίσιο. Η επενδυτική τράπεζα σημειώνει ότι το μεγαλύτερο μέρος του μεριδίου αγοράς ανήκει σε Eurobank και Τράπεζα Κύπρου, ενώ η Alpha Bank έχει ενισχύσει πρόσφατα την παρουσία της.

Σε επίπεδο επιμέρους τραπεζών, η Alpha Bank ανέδειξε τα οφέλη από τη συνεργασία με τη UniCredit, τόσο στη χονδρική τραπεζική όσο και στη γεωγραφική εμβέλεια, ενώ έδωσε έμφαση και στη χαμηλή ακόμη διείσδυση της αγοράς διαχείρισης κεφαλαίων στην Ελλάδα. Η Εθνική Τράπεζα υπογράμμισε τη δύναμη της καταθετικής της βάσης, ιδίως στη λιανική, και την πειθαρχημένη προσέγγιση στην αξιοποίηση κεφαλαίου, με στόχο ο CET1 να υποχωρήσει κάτω από το 16% έως το 2028, μέσα από υψηλότερες διανομές και πιστωτική ανάπτυξη, χωρίς να χαθεί το περιθώριο για μελλοντικές συμφωνίες. Η Eurobank εστίασε στη διαρκή βελτίωση της αποδοτικότητας κόστους, σε ισορροπία με τις επενδύσεις στην τεχνολογία, ενώ η Τράπεζα Πειραιώς ανέδειξε την πλεονάζουσα κεφαλαιακή της θέση στο τέλος του υφιστάμενου σχεδίου, που της δίνει ευελιξία για ισχυρότερη δανειακή ανάπτυξη, πιθανές εξαγορές ή υψηλότερες διανομές.

Στις αποτιμήσεις, η Goldman Sachs διατηρεί σύσταση αγοράς για Eurobank, Τράπεζα Πειραιώς και Alpha Bank, με τιμές στόχους στα 5,00 ευρώ, 10,50 ευρώ και 5,10 ευρώ αντίστοιχα, ενώ για την Εθνική Τράπεζα διατηρεί ουδέτερη σύσταση με τιμή στόχο τα 17,50 ευρώ. Οι αποτιμήσεις αυτές βασίζονται σε πολλαπλασιαστές P/E για το 2027, στις 10,5 φορές για την Eurobank, 10,25 φορές για την Τράπεζα Πειραιώς, 10 φορές για την Alpha Bank και 11,25 φορές για την Εθνική.

Διαβάστε ακόμη

Ελληνικός Θόλος: Η «ασπίδα» που έπρεπε να είχε στηθεί και η νέα αρχιτεκτονική άμυνας Ελλάδα – Κύπρου – Ισραήλ

Joint War Committee: Η άγνωστη ομάδα του Λονδίνου που καθορίζει τις τύχες της ναυτιλίας και του παγκόσμιου εμπορίου

Κατοικία: 4 επενδυτικές τάσεις και 1 πρόκληση στα νεόδμητα στην Αθήνα έως το 2030 – Πού πιάνουν ταβάνι οι τιμές (πίνακας)

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα