Οι ελληνικές τράπεζες καταγράφουν κέρδη, διανέμουν μερίσματα και απολαμβάνουν την εμπιστοσύνη των πελατών τους. Πρόκειται για μια εντυπωσιακή επιστροφή, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας βρέθηκε το 2015 ένα βήμα πριν από την κατάρρευση, σημειώνει σε ανάλυση της η γερμανική Handelsblatt.
Μέσα σε λίγους μήνες, οι τράπεζες είχαν τότε χάσει πάνω από το μισό των καταθέσεών τους. Για να ανακοπεί η φυγή κεφαλαίων, ο τότε υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης διέταξε το κλείσιμο των τραπεζών για μία εβδομάδα και την επιβολή capital controls. Στη συνέχεια, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες χρειάστηκε να ανακεφαλαιοποιηθούν με κρατικά κεφάλαια στήριξης και ιδιωτικά κεφάλαια.

Σήμερα, εκείνη η κρίση μοιάζει σχεδόν ξεχασμένη, αναφέρει το γερμανικό μέσο. Τα κρατικά κεφάλαια στήριξης έχουν αποπληρωθεί πλήρως. «Τα αποτελέσματα του πανευρωπαϊκού stress test του 2025 επιβεβαιώνουν την ανθεκτικότητα των ελληνικών τραπεζών», δήλωσε στην Handelsblatt ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας.
«Ακόμη και σε δυσμενή σενάρια, τα ιδρύματα εμφανίζουν δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας υψηλότερους από τις κανονιστικές απαιτήσεις και πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο», πρόσθεσε.
Ελληνικές τράπεζες: Υψηλή κερδοφορία παρά τη μείωση των επιτοκιακών εσόδων
Τα στοιχεία για τους πρώτους εννέα μήνες του 2025 επιβεβαιώνουν αυτή την εικόνα. Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες — Εθνική Τράπεζα, Alpha Bank, Eurobank και Τράπεζα Πειραιώς — κατέγραψαν στο διάστημα αυτό καθαρά κέρδη συνολικού ύψους 3,53 δισ. ευρώ, έναντι 3,51 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.
Έτσι, η κερδοφορία παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα, παρά τις πιέσεις στα επιτοκιακά έσοδα, που προκάλεσαν οι μειώσεις των βασικών επιτοκίων. Για το σύνολο του 2025, οι αναλυτές εκτιμούν ότι τα κέρδη των τεσσάρων τραπεζών θα διαμορφωθούν περίπου στα 4,7 δισ. ευρώ, έναντι 4,3 δισ. ευρώ το προηγούμενο έτος.
Κύριοι μοχλοί της θετικής αυτής πορείας είναι κυρίως η αύξηση των εσόδων από προμήθειες, καθώς και η πιστωτική επέκταση της τάξης του 11%.
Ταυτόχρονα, βελτιώνεται αισθητά και η ποιότητα των χαρτοφυλακίων δανείων. Η μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (Non-Performing Loans – NPL) προχωρά με γρήγορους ρυθμούς. Το 2016 περίπου το 55% των χορηγήσεων θεωρούνταν μη εξυπηρετούμενες ή με άμεσο κίνδυνο αθέτησης. Μέσω διαγραφών, αναδιαρθρώσεων και τιτλοποιήσεων, οι τράπεζες περιόρισαν δραστικά αυτά τα βάρη τα τελευταία χρόνια. Τον Σεπτέμβριο του 2025, ο δείκτης NPL διαμορφώθηκε στο 3,6% — στο χαμηλότερο επίπεδο από την ένταξη της Ελλάδας στην Eυρωζώνη.
Ισχυρή παραμένει και η κεφαλαιακή επάρκεια του κλάδου. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ο δείκτης βασικών ιδίων κεφαλαίων (CET1) υποχώρησε οριακά τον Σεπτέμβριο του 2025 στο 15,9%, από 16% στο τέλος του 2024. Το επίπεδο αυτό τοποθετεί τις ελληνικές τράπεζες ελαφρώς κάτω από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, που ανήλθε σε 16,1% το δεύτερο τρίμηνο του 2025, αλλά σαφώς πάνω από το κανονιστικό ελάχιστο όριο του 11%.
Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν αδυναμίες στην ποιότητα των ιδίων κεφαλαίων. Ένα σημαντικό μέρος τους αφορά αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις από μεταφερόμενες ζημίες (Deferred Tax Credits – DTC). Οι απαιτήσεις αυτές είχαν παραχωρηθεί από το κράτος στις τράπεζες το 2013, ως αντιστάθμισμα για τις ζημίες που υπέστησαν από το «κούρεμα» των ελληνικών κρατικών ομολόγων, το οποίο το 2012 κόστισε στα πιστωτικά ιδρύματα σχεδόν το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων τους.
Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζα της Ελλάδος, στο τέλος του τρίτου τριμήνου του 2025 οι DTC εξακολουθούσαν να αντιστοιχούν στο 43,5% του δείκτη βασικών ιδίων κεφαλαίων (CET1), έναντι 47,5% στο τέλος του 2024.
Χάρη στη βελτιωμένη κερδοφορία, οι τράπεζες έχουν επιταχύνει από το 2024 τη διαδικασία μείωσης αυτών των φορολογικών πιστώσεων. Αρχικά, η πλήρης εκκαθάριση προβλεπόταν να ολοκληρωθεί έως το 2041. Πλέον, τα πιστωτικά ιδρύματα σχεδιάζουν πρόσθετες απομειώσεις, με στόχο οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTC) να έχουν αφαιρεθεί πλήρως από τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας το αργότερο έως το 2034.
Οι τραπεζικές μετοχές στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος
Κατά τη διάρκεια της κρίσης δημόσιου χρέους, οι συστημικές τράπεζες χρειάστηκε να ανακεφαλαιοποιηθούν τρεις φορές, γεγονός που οδήγησε τους παλαιούς μετόχους σε απώλειες της τάξης του 99%.
Σήμερα, ωστόσο, οι τραπεζικές μετοχές συγκαταλέγονται στα ισχυρότερα χαρτιά του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Από το 2024, τα ιδρύματα άρχισαν εκ νέου να διανέμουν μερίσματα. Για τη χρήση του 2025, οι δείκτες διανομής εκτιμάται ότι θα κινηθούν μεταξύ 50% και 60% των κερδών. Ο συνδυασμός μερισμάτων και προγραμμάτων επαναγοράς μετοχών έχει καταστήσει τις τραπεζικές μετοχές ιδιαίτερα ελκυστικές: ο δείκτης FTSE/Athex Banks ενισχύθηκε κατά 81% τους τελευταίους δώδεκα μήνες.
Παρά το ισχυρό ράλι, διεθνείς επενδυτικοί οίκοι εξακολουθούν να βλέπουν περαιτέρω περιθώρια ανόδου. Η JP Morgan επισημαίνει ότι οι ελληνικές τράπεζες αποτιμώνται ακόμη περίπου 15% χαμηλότερα σε σχέση με τον μέσο όρο των ευρωπαϊκών τραπεζών. Η Goldman Sachs τις κατατάσσει στις πιο ελκυστικές τραπεζικές μετοχές στην Ευρώπη. Παράλληλα, αναλυτές της Bank of America εκτιμούν ότι ο κλάδος βρίσκεται «σε μια νέα φάση βιώσιμης οργανικής ανάπτυξης, η οποία δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί πλήρως στις αποτιμήσεις».
Όπως σημειώνουν, η Ελλάδα αποτελεί σήμερα μία από τις ελάχιστες ευρωπαϊκές αγορές τραπεζών όπου κερδοφορία, ποιότητα κεφαλαίων και διανομές κινούνται ταυτόχρονα ανοδικά.
Προειδοποίηση για κινδύνους από τον Στουρνάρα
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, εμφανίζεται επίσης αισιόδοξος, επισημαίνοντας ωστόσο και τους κινδύνους. «Οι προοπτικές για το 2026 παραμένουν θετικές και, παρά τη μείωση των επιτοκίων, η κερδοφορία αναμένεται να διατηρηθεί σε σχετικά υψηλά επίπεδα», δήλωσε στην Handelsblatt.
Παράλληλα, εφιστά την προσοχή. Όπως τονίζει, οι τράπεζες οφείλουν να διασφαλίσουν ότι η χορήγηση δανείων βασίζεται σε συντηρητικά κριτήρια, ώστε να διατηρηθεί η ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού.
Επιπλέον, υπογραμμίζει την ανάγκη για συνεχή επένδυση στην τεχνολογία, τόσο για την αντιμετώπιση των κυβερνοκινδύνων όσο και για τη βελτίωση της αποδοτικότητας.
Ως τη δυνητικά μεγαλύτερη απειλή, ο Γιάννης Στουρνάρας αναφέρει τις απρόβλεπτες γεωπολιτικές εξελίξεις.
Όπως επισημαίνει, οι κίνδυνοι αυτοί θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τα πιστωτικά ιδρύματα τόσο στη μερισματική τους πολιτική όσο και στη διατήρηση επαρκών κεφαλαιακών αποθεμάτων.
Η προειδοποίησή του είναι σαφής: «Η ανθεκτικότητα που έχει επιτευχθεί δεν πρέπει να οδηγήσει σε εφησυχασμό και κοντόφθαλμες αποφάσεις»
Διαβάστε ακόμη
Τουρκία: Καμία χαλάρωση πολιτικής παρά την πτώση του πληθωρισμού
TSMC: Ξεπέρασαν τις εκτιμήσεις τα έσοδα – Ενισχύουν το στοίχημα της AI
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.