Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα εισέρχεται σε μια νέα φάση ωρίμανσης, με τις συστημικές τράπεζες να κινούνται πλέον σε περιβάλλον κανονικότητας, υψηλής κερδοφορίας και αυξημένων μερισμάτων, γεγονός το οποίο ενισχύει και την επενδυτική τους ισχύ.

Σε μία περίοδο όπου ξεκινούν οι διαπραγματεύσεις για την είσοδο του ελληνικού χρηματιστηρίου στις ανεπτυγμένες αγορές του MSCI, οι ελληνικές τράπεζες έχουν εισέλθει δυναμικά μέσα στο 2026, με τους διεθνείς οίκους να υπερθεματίζουν για την πορεία τους. Ας σημειωθεί πως για τις συστημικές τράπεζες η κεφαλαιοποίησή τους ξεπερνάει τα 51 δισ. ευρώ και το ράλι των τιμών τους διαμορφώνεται από 21% έως 31%.

Το 2025 οι τέσσερις συστημικές τράπεζες κατέγραψαν εντυπωσιακή πιστωτική ανάπτυξη, με τα συνολικά ενήμερα δάνεια στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των συμμετοχών σε διεθνείς κοινοπρακτικές εκδόσεις εταιρικού χρέους, να αυξάνονται κατά περίπου 14,2 δισ. ευρώ ξεπερνώντας όλους τους στόχους. Κύριος μοχλός αυτής της επέκτασης ήταν οι εταιρικές χρηματοδοτήσεις. Παρά την κυριαρχία των εταιρικών χορηγήσεων, η δανειακή δραστηριότητα στη λιανική σημείωσε θετικό πρόσημο, κυρίως λόγω της ενίσχυσης των καταναλωτικών δανείων, γεγονός που υποδηλώνει σταδιακή επαναφορά της ζήτησης από νοικοκυριά μετά από χρόνια απομόχλευσης.

Επιπλέον, αυξημένη ήταν η συμμετοχή των διεθνών χρηματοδοτήσεων στο χαρτοφυλάκιο εταιρικών δανείων, ενισχύοντας τη διαφοροποίηση και την ανθεκτικότητα των τραπεζικών χαρτοφυλακίων σε διεθνές επίπεδο, σε σύγκριση με το 2024.

Τα σχέδια των συστημικών τραπεζών

Καθεμία από τις τράπεζες διαθέτει ένα διαφορετικό προφίλ, το οποίο ωστόσο κοιτάζει στενά κερδοφορία και επενδυτές. Οι συζητήσεις που πραγματοποιούνται με διεθνείς επενδυτές, όπως π.χ. στο πρόσφατο εικονικό συνέδριο της Autonomous, ενόψει και της επικείμενης διαβούλευσης της MSCI για την αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς σε αναπτυγμένη, ανέδειξαν ένα κοινό νήμα: ισχυρή δυναμική έως το 2026, με έμφαση στη διανομή κεφαλαίου, στη δανειακή επέκταση και στη διαφοροποίηση πηγών εσόδων.

Η Εθνική Τράπεζα ξεχωρίζει για τη σαφή στροφή της προς γενναίες διανομές κερδών, που δυνητικά μπορεί να φτάσουν και το 100%. Για πρώτη φορά, η διοίκησή της αναγνωρίζει ανοικτά ότι οι συνθήκες κεφαλαιακής επάρκειας το επιτρέπουν, με τον δείκτη CET1 να διατηρείται άνω του 18%. Παράλληλα, υποβαθμίζει βραχυπρόθεσμα μεγάλες εγχώριες εξαγορές και στρέφει το ενδιαφέρον της σε διασυνοριακές κινήσεις, αφού πρώτα ολοκληρώσει την αναμόρφωση του λειτουργικού της μοντέλου. Στο πεδίο των εσόδων, η ΕΤΕ επωφελείται από την κυρίαρχη θέση της στις καταθέσεις χαμηλού κόστους, γεγονός που στηρίζει τα καθαρά έσοδα από τόκους, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει σημαντικά τα έσοδα από asset management. Αδύναμος κρίκος παραμένει το bancassurance, όπου η τράπεζα υστερεί έναντι του ανταγωνισμού, κάτι που αναμένεται να απασχολήσει τις ανακοινώσεις του επόμενου διαστήματος.

Η Τράπεζα Πειραιώς επενδύει στρατηγικά στην πλήρη ενσωμάτωση της Εθνικής Ασφαλιστικής, αναπτύσσοντας τον ασφαλιστικό της βραχίονα σε δύο άξονες: τη λιανική και τις εταιρικές ασφαλίσεις. Σε μια αγορά με χαμηλή ασφαλιστική διείσδυση, το εκτεταμένο δίκτυο της Πειραιώς και τα κρατικά κίνητρα δημιουργούν σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης. Παρά τις πιέσεις στα επιτοκιακά περιθώρια, η τράπεζα εκτιμά ότι η απώλεια εσόδων από ενδεχόμενες μειώσεις μπορεί να αντισταθμιστεί από ισχυρή πιστωτική επέκταση. Η διοίκηση εμφανίζεται πρόθυμη να επιστρέψει αυξημένο κεφάλαιο στους μετόχους, διατηρώντας τον δείκτη CET1 γύρω στο 13%, ενώ δίνει έμφαση στη συντηρητική διαχείριση κινδύνων και στις επαρκείς προβλέψεις. Η ασφαλιστική αγορά αποτελεί για την τράπεζα ένα πεδίο από το οποίο μπορεί να αποκομίσει σημαντικά έσοδα μιας και μετά την ολοκλήρωση του RRF η πιστωτική επέκταση δεν μπορεί να λειτουργήσει ως κινητήριος μοχλός στον ίδιο βαθμό που λειτουργεί τώρα.

Η Eurobank ακολουθεί σταθερά μια αυτόνομη στρατηγική, με γεωγραφική διαφοροποίηση σε Ελλάδα, Κύπρο και Βουλγαρία. Η ενσωμάτωση της Hellenic Bank και της CNP στην Κύπρο, καθώς και η επικείμενη εξαγορά της Eurolife ενισχύουν σημαντικά τα έσοδα από προμήθειες και διαφοροποιούν το επιχειρηματικό μοντέλο. Παρότι τα καθαρά έσοδα από τόκους αναμένεται να αυξηθούν με βραδύτερο ρυθμό λόγω χαμηλότερων επιτοκίων, η πιστωτική επέκταση και το wealth management δημιουργούν σταθερές προοπτικές. Με διανομές 50%-60% και δείκτη κόστους προς έσοδα κάτω από 40%, η Eurobank διατηρεί την πρωτοκαθεδρία σε επίπεδο ομίλου.

Η Alpha Bank, τέλος, εστιάζει στην αξιοποίηση της στρατηγικής συνεργασίας με τη UniCredit, η οποία αποδίδει μετρήσιμα οφέλη στη διαχείριση πλούτου, στην πρόσβαση σε κοινοπρακτικά δάνεια και στη διεθνή εξυπηρέτηση εταιρικών πελατών. Η UniCredit άνοιξε στην Alpha Bank δρόμους σε περιοχές που η τράπεζα δεν είχε πρόσβαση. Παρά τη σημαντική μετοχική συμμετοχή της UniCredit, η διοίκηση της Alpha δεν θεωρεί ότι η εξαγορά πλειοψηφικού ποσοστού προσέφερε πρόσθετα εμπορικά πλεονεκτήματα. Ο βασικός μοχλός ανάπτυξης παραμένει η εταιρική πίστη και η διαχείριση πλούτου, ενώ η λιανική τραπεζική κινείται με πιο ήπιους ρυθμούς.

Συνολικά, οι ελληνικές τράπεζες εισέρχονται σε μια χρονιά με δύο πρόσωπα: Από τη μία, ισχυρή πιστωτική δυναμική στηριζόμενη σε εταιρικές χορηγήσεις, έργα του Ταμείου Ανάκαμψης και διεθνείς κοινοπρακτικές εκδόσεις. Από την άλλη, πιέσεις κυρίως από τους γεωπολιτικούς κινδύνους που μπορεί να διαφοροποιήσουν το τοπίο για επιχειρήσεις και τράπεζες. Παρά τους κινδύνους, πάντως, το τραπεζικό σύστημα εμφανίζεται σαφώς πιο ανθεκτικό, κεφαλαιακά ισχυρό και προσανατολισμένο στη δημιουργία αξίας για τους μετόχους.

Διαβάστε ακόμη

Στις 16/2 η υπογραφή των συμβάσεων με Chevron-Helleniq Energy – Οι δρόμοι που ανοίγει για την Ελλάδα ο Κάθετος Διάδρομος

Διεθνή brands και νέα ξενοδοχεία στην Πάρο

Στην κορυφή της τροφικής πυραμίδας και της ακρίβειας – Πόσο θα ανέβουν ακόμα οι τιμές στο μοσχαρίσιο κρέας

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα