Επιλεκτικά, με αυστηρά στρατηγικά και χρηματοοικονομικά κριτήρια και με βασική προϋπόθεση τη δημιουργία μεγαλύτερης αξίας για τους μετόχους από εκείνη που θα μπορούσε να προκύψει από μια επαναγορά μετοχών, σχεδιάζει να κινηθεί η Alpha Bank στο πεδίο των εξαγορών και συγχωνεύσεων έως το 2030. Το μήνυμα αυτό έστειλε ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος της τράπεζας, Λάζαρος Παπαγαρυφάλλου, αναπληρωτής CΕO της τράπεζας παρουσιάζοντας το νέο στρατηγικό σχέδιο, το οποίο προβλέπει ότι οι εξαγορές θα αποτελέσουν ένα από τα βασικά εργαλεία ανάπτυξης και ενίσχυσης της κερδοφορίας.
Η φιλοσοφία της διοίκησης είναι σαφής: κάθε νέα συναλλαγή θα πρέπει να δικαιολογεί την επένδυση των κεφαλαίων, αποδίδοντας περισσότερο από την εναλλακτική επιλογή της επιστροφής τους στους μετόχους μέσω buyback. Παράλληλα, θα πρέπει να ενισχύει τα κέρδη ανά μετοχή (EPS) μέσα σε διάστημα δύο έως τριών ετών, να βελτιώνει τις αποδόσεις και να δημιουργεί πρόσθετη αξία για τον όμιλο.
Η Alpha Bank δεν προτίθεται, πάντως, να υποκαταστήσει την πολιτική διανομών με εξαγορές. Αντίθετα, τις αντιμετωπίζει ως συμπληρωματικό εργαλείο, διατηρώντας την αυξανόμενη ανταμοιβή των μετόχων ως σταθερή προτεραιότητα.
Η στρατηγική αυτή δεν αποτελεί απλώς έναν σχεδιασμό για την επόμενη τετραετία. Έχει ήδη δοκιμαστεί μέσα από τις κινήσεις που πραγματοποίησε η τράπεζα από τον Ιανουάριο του 2025 έως τον Ιούνιο του 2026, με στόχο την ενίσχυση διαφορετικών δραστηριοτήτων, από το investment banking και το asset management μέχρι το bancassurance, το fintech και τη διεθνή τραπεζική παρουσία.
Οι εξαγορές που αλλάζουν το επιχειρηματικό αποτύπωμα
Στο πλαίσιο αυτό, η δημιουργία μιας ισχυρής πλατφόρμας investment banking στην Ελλάδα και την Κύπρο ενισχύει τις προμήθειες και εκτιμάται ότι θα προσθέσει 1,4% στα κέρδη ανά μετοχή το 2027 και περίπου 15 μονάδες βάσης στην απόδοση RoTE. Αντίστοιχα, η συνένωση των ασφαλιστικών δραστηριοτήτων στην Κύπρο αναμένεται να ενισχύσει τα κέρδη ανά μετοχή κατά 2% το 2027 και την απόδοση κατά περισσότερες από 30 μονάδες βάσης.
Σημαντική είναι και η απόκτηση της Alpha Asset Management, που ενδυναμώνει τη θέση της τράπεζας στη διαχείριση κεφαλαίων, με εκτιμώμενη θετική επίδραση 1% στα κέρδη ανά μετοχή το 2027. Στις κινήσεις που διευρύνουν τις δυνατότητες του ομίλου εντάσσεται επίσης η επένδυση σε πλατφόρμα fintech factoring, η οποία προσφέρει νέες λύσεις χρηματοδότησης στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε Ελλάδα και Κύπρο.
Κομβικής σημασίας είναι, βεβαίως, η ενοποίηση της AstroBank, η οποία ενισχύει την παρουσία της Alpha Bank στην κυπριακή αγορά και εδραιώνει τη θέση της ως τρίτης μεγαλύτερης τράπεζας. Η συγκεκριμένη συναλλαγή εκτιμάται ότι θα προσθέσει 5% στα κέρδη ανά μετοχή το 2027 και περίπου 60 μονάδες βάσης στην απόδοση RoTE. Η διοίκηση υπολογίζει σε περίπου τέσσερα χρόνια την περίοδο αποπληρωμής των επενδύσεων αυτών, ενώ θέτει ως στόχο απόδοση RoCET1 άνω του 30% όταν οι συναλλαγές θα έχουν ωριμάσει πλήρως. Πρόκειται για αποδόσεις που εξηγούν γιατί οι εξαγορές αποτελούν βασικό μοχλό της στρατηγικής, υπό την προϋπόθεση ότι θα πληρούν τα αυστηρά κριτήρια που έχει θέσει η τράπεζα.
Επενδύσεις 900 εκατ. ευρώ στην τεχνολογία και στοίχημα 100 εκατ. από την AI
Παράλληλα με τις εξαγορές, η Alpha Bank σχεδιάζει να επενδύσει περίπου 900 εκατ. ευρώ στην τεχνολογία την περίοδο 2027-2030, αυξάνοντας κατά περίπου 50% τις σχετικές δαπάνες σε σύγκριση με την προηγούμενη τετραετία.
Η μεταβολή δεν αφορά μόνο το ύψος των επενδύσεων, αλλά και τον προσανατολισμό τους. Μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων θα κατευθυνθεί στον μετασχηματισμό της τράπεζας και όχι απλώς στη συντήρηση των υφιστάμενων συστημάτων. Ιδιαίτερη θέση αποκτά η τεχνητή νοημοσύνη, η αξιοποίηση της οποίας εκτιμάται ότι μπορεί να δημιουργεί επαναλαμβανόμενη ετήσια αξία περίπου 100 εκατ. ευρώ από το 2030.
Στο ασφαλιστικό πεδίο, η στρατηγική στηρίζεται στη διαπίστωση ότι η διείσδυση των ασφαλιστικών προϊόντων στην Ελλάδα παραμένει περίπου τρεις φορές χαμηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η τράπεζα θέλει να αξιοποιήσει αυτό το περιθώριο ανάπτυξης, δημιουργώντας ισχυρή ασφαλιστική πλατφόρμα στην Κύπρο μέσω των Universal και Altius και αναπτύσσοντας περαιτέρω την Alpha Life στην Ελλάδα.
Οι ασφαλιστικές εργασίες εκτιμάται ότι θα συνεισφέρουν περίπου 6% στην κερδοφορία του ομίλου, ενώ οι προμήθειες από το bancassurance προβλέπεται να αυξάνονται με ετήσιο ρυθμό περίπου 6% έως το 2030. Στις πρόσθετες ευκαιρίες που εξετάζει η Alpha περιλαμβάνονται, επίσης, οι τοποθετήσεις σε ακίνητα, private equity και fintech, με προϋπολογισμό περίπου 100 εκατ. ευρώ για εναλλακτικές επενδύσεις στην τετραετία.
Το ζητούμενο είναι η σταδιακή διαφοροποίηση των πηγών εσόδων και η αύξηση των προμηθειών, ώστε η κερδοφορία να μην εξαρτάται αποκλειστικά από την πορεία των επιτοκιακών εσόδων.
Πώς θα χρηματοδοτηθεί το σχέδιο των 7,3 δισ. ευρώ
Το μεγάλο ερώτημα είναι από πού θα προέλθουν τα κεφάλαια για να χρηματοδοτηθούν ταυτόχρονα η αναπτυξιακή στρατηγική, οι τεχνολογικές επενδύσεις, οι εξαγορές και οι αυξημένες διανομές. Την απάντηση έδωσε ο Λάζαρος Παπαγαρυφάλλου παρουσιάζοντας την κεφαλαιακή στρατηγική της τράπεζας έως το 2030.
Η Alpha Bank υπολογίζει ότι την περίοδο 2027-2030 θα δημιουργήσει περίπου 6,9 δισ. ευρώ νέων κεφαλαίων, κυρίως μέσω της σωρευτικής κερδοφορίας της. Μαζί με τα υφιστάμενα κεφαλαιακά περιθώρια, η συνολική διαθέσιμη κεφαλαιακή δυνατότητα διαμορφώνεται στα 7,3 δισ. ευρώ.
Η δυνατότητα αυτή στηρίζεται στην οργανική δημιουργία κεφαλαίου, στη βελτιστοποίηση των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού (RWA), στη διαχείριση των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων και στην επιτάχυνση της απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου (DTC). Η τράπεζα έχει άλλωστε αποδείξει την ικανότητά της να δημιουργεί κεφάλαια: την περίοδο 2023-2025 συγκέντρωσε 3,4 δισ. ευρώ, τα οποία κατευθύνθηκαν στην ανάπτυξη των δανειακών εργασιών, στην τεχνολογία, σε εξαγορές και στις διανομές προς τους μετόχους.
Στο νέο τετραετές πλάνο, περίπου 1,2 δισ. ευρώ θα κατευθυνθούν στην αύξηση των RWA και στη χρηματοδότηση της πιστωτικής ανάπτυξης, ενώ περίπου 700 εκατ. ευρώ προβλέπονται για επενδύσεις. Επιπλέον, 2 δισ. ευρώ προορίζονται για χρηματικά μερίσματα και άλλα 2 δισ. ευρώ αποτελούν πρόσθετη κεφαλαιακή δυνατότητα, η οποία μπορεί να αξιοποιηθεί είτε για επιπλέον διανομές είτε για ανάπτυξη και εξαγορές, ανάλογα με τις ευκαιρίες που θα προκύψουν και τις εποπτικές εγκρίσεις.
Η διοίκηση θέτει ως βασική προϋπόθεση τη διατήρηση του δείκτη CET1 πάνω από το 13%, ώστε να διασφαλίζεται ότι η τράπεζα θα διαθέτει επαρκή κεφάλαια για να στηρίξει την ανάπτυξή της χωρίς να υπονομεύσει την ανθεκτικότητά της.
Πάνω από 4 δισ. ευρώ στους μετόχους έως το 2030
Η αυξημένη δυνατότητα δημιουργίας κεφαλαίου επιτρέπει στην Alpha Bank να ανεβάσει σημαντικά τον πήχη των διανομών. Για την περίοδο 2027-2030, ο στόχος είναι να επιστραφούν στους μετόχους περισσότερα από 4 δισ. ευρώ, συνδυάζοντας 2 δισ. ευρώ σε χρηματικά μερίσματα με επιπλέον 2 δισ. ευρώ μέσω επαναγορών μετοχών ή άλλων μορφών πρόσθετων διανομών.
Το ποσό αντιστοιχεί περίπου στο 40% της σημερινής χρηματιστηριακής αξίας της τράπεζας. Παράλληλα, ο δείκτης διανομής κερδών (payout ratio) προβλέπεται να αυξηθεί στο 40% έως το 2028 από περίπου 28% το 2025, με τον σχεδιασμό να προβλέπει επίπεδα της τάξης του 55% το 2028 και το 2030.
Η στρατηγική αποτυπώνει μια αλλαγή ισορροπίας: η Alpha Bank θέλει να περάσει από τη φάση της ενίσχυσης της κεφαλαιακής της βάσης και των επενδύσεων σε ένα
μοντέλο που συνδυάζει υψηλότερες αποδόσεις, επιλεκτικές εξαγορές και γενναιότερες επιστροφές κεφαλαίου.
Επιλογή δραστηριοτήτων με υψηλότερες αποδόσεις
Η αναπτυξιακή στρατηγική δεν θα στηριχθεί μόνο στην αύξηση του ισολογισμού, αλλά κυρίως στην ανακατανομή κεφαλαίων προς δραστηριότητες με μεγαλύτερη προοπτική κερδοφορίας. Η διεθνής δραστηριότητα, η λιανική και χονδρική τραπεζική, οι ασφαλιστικές εργασίες και το wealth management αποτελούν βασικούς πυλώνες του σχεδίου.
Στόχος είναι η απόδοση RoCET1 σε επίπεδο ομίλου να αυξηθεί από περίπου 20% το 2026 σε 24% το 2030. Στο διεθνές σκέλος, η συνεισφορά των θυγατρικών στα καθαρά κέρδη επιδιώκεται να φτάσει το 18%. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η Κύπρος, ενώ στο Λουξεμβούργο αναπτύσσεται νέα πλατφόρμα wealth management για Έλληνες και Κύπριους πελάτες. Στόχος είναι τα υπό διαχείριση κεφάλαια σε Λουξεμβούργο και Κύπρο να ξεπεράσουν τα 4 δισ. ευρώ από περίπου 800 εκατ. ευρώ σήμερα.
Το επιχειρησιακό σχέδιο συμπληρώνεται από τη μείωση του δείκτη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων περίπου στο 2%, τον περιορισμό του DTC προς CET1 κάτω από 5% έως το 2030 και τη βελτίωση του δείκτη κόστους προς έσοδα κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες, στο περίπου 34%.
Η κεντρική επιδίωξη της διοίκησης είναι να δημιουργήσει μια τράπεζα με μεγαλύτερη διεθνή παρουσία, ισχυρότερες προμήθειες και υψηλότερες αποδόσεις, η οποία θα μπορεί να χρηματοδοτεί την ανάπτυξή της από την οργανική της κερδοφορία και ταυτόχρονα να επιστρέφει σημαντικό μέρος της αξίας που δημιουργεί στους μετόχους της.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.