Η πλήρης αξιοποίηση των δανειακών πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) σηματοδοτεί συγχρόνως την έναρξη μιας νέας φάσης για τη χρηματοδότηση του επιχειρείν, με το βάρος να μετατοπίζεται στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Οπως επιβεβαίωσε και ο αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Νίκος Παπαθανάσης, οι διαθέσιμοι δανειακοί πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης εξαντλήθηκαν, γεγονός που αντανακλά την υπέρτερη ζήτηση για χρηματοδότηση επενδυτικών έργων μέσω του Ταμείου.
Σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, το χρηματοδοτικό κενό εκτιμάται πλέον σε 3 έως 4 δισ. ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε έργα συνολικού ύψους 6 έως 8 δισ. ευρώ που δεν μπορούν να καλυφθούν υπό τους αρχικούς όρους του RRF. Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει την έντονη επενδυτική κινητοποίηση των τελευταίων μηνών, συνεπεία και των πιέσεων που δημιουργήθηκαν από τον χρονισμό των αιτήσεων και τις επικείμενες μεταβολές στο επιτοκιακό περιβάλλον, οι οποίες αύξησαν τη ζήτηση.
Η έκρηξη των αιτήσεων και οι αιτίες
Αρχικά, οι δανειακοί πόροι του RRF ανέρχονταν περίπου σε 18 δισ. ευρώ. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν τραπεζικές πηγές, περίπου 4 δισ. ευρώ αφαιρέθηκαν από το συνολικό σχήμα: τα 2 δισ. ευρώ κατευθύνθηκαν στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα (ΕΑΤ) για τη στήριξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ενώ άλλα 2 δισ. ευρώ διοχετεύτηκαν στο πρόγραμμα «Σπίτι μου». Μετά τις ανακατανομές, οι καθαροί διαθέσιμοι πόροι του RRF διαμορφώθηκαν στα 13,5 δισ. ευρώ. Η απόφαση αυτή, σύμφωνα με τραπεζικούς κύκλους, είχε ληφθεί με βάση την αρχική εικόνα ζήτησης, η οποία έδειχνε ότι ενδέχεται να υπάρξουν αδιάθετα κεφάλαια. Ωστόσο, η δυναμική άλλαξε ριζικά. Η ανακοίνωση του ορόσημου λήξης υποβολής αιτήσεων, σε συνδυασμό με την επικείμενη αύξηση των επιτοκίων, λειτούργησε ως καταλύτης για μαζική εισροή επενδυτικών σχεδίων στα τραπεζικά γραφεία.
Το αποτέλεσμα ήταν υπέρτερη ζήτηση, η οποία ξεπέρασε κατά πολύ τις διαθέσιμες χρηματοδοτήσεις.
Πέρα όμως από τη συγκυρία, σημαντικό ρόλο έπαιξε και η δομή των προγραμμάτων. Οι συμβάσεις προέβλεπαν συγκεκριμένες ποσοστώσεις, με 20% για έργα ψηφιακής μετάβασης και 37,5% για πράσινη μετάβαση, γεγονός που περιόριζε την ευελιξία κατανομής των πόρων. Παράλληλα, πολλές επιχειρήσεις προχώρησαν σε σημαντικές δαπάνες για την προετοιμασία των φακέλων ένταξης, με κόστος για συμβούλους και ορκωτούς ελεγκτές, χωρίς τελικά να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση λόγω εξάντλησης των πόρων.
Οι λύσεις για την επόμενη μέρα
Οι τραπεζίτες αναφέρουν ότι οι λύσεις που έχουν στη διάθεσή τους οι τράπεζες για να εξυπηρετήσουν τους πελάτες τους είναι οι παρακάτω:
■ Εργα που θα υλοποιηθούν αποκλειστικά με τραπεζικό δανεισμό με υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης.
■ Εργα που θα συνδυάσουν τραπεζικά κεφάλαια και πόρους της ΕΑΤ κυρίως για μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
■ Εργα που τελικά θα ακυρωθούν ή θα αναβληθούν, προκαλώντας προσωρινή επιβράδυνση της επενδυτικής δραστηριότητας.
■ Ενας συνδυασμός όλων των παραπάνω.
Η νέα αυτή ισορροπία, πάντως, ειδικά για τις επιχειρήσεις που δεν θα χρησιμοποιήσουν πόρους της ΕΑΤ, αλλάζει ουσιαστικά το κόστος κεφαλαίου, καθώς η απουσία του RRF αφαιρεί επιδοτούμενη χρηματοδότηση με επιτόκια 0,30% έως 1%, οδηγώντας σε τραπεζικό δανεισμό που διαμορφώνεται πλέον μεταξύ 4% και 5%.
Η στροφή στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις
Το βασικό στρατηγικό στοιχείο της επόμενης μέρας είναι η σαφής στροφή της χρηματοδότησης τόσο των τραπεζών όσο και μεγάλου τμήματος των κοινοτικών πόρων προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η ΕΑΤ αναλαμβάνει κεντρικό ρόλο, αξιοποιώντας περίπου 2 δισ. ευρώ που προήλθαν από πόρους του RRF.
Οπως τονίζουν τραπεζικοί κύκλοι, πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρέθηκαν εκτός προγράμματος παρά το γεγονός ότι είχαν ήδη επενδύσει σημαντικά ποσά για την προετοιμασία των αιτήσεών τους. Η Πολιτεία επιχειρεί να μετριάσει τις επιπτώσεις μέσω της ΕΑΤ και της ευρύτερης αναπροσαρμογής των κριτηρίων ένταξης. Θεωρούν, δε, ότι η μόχλευση αυτού του ποσού μπορεί να βοηθήσει στην εκτέλεση έργων και πάνω από 5 δισ. ευρώ.
Οι πόροι και ο ρόλος της ΕΑΤ
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, το πρώτο τετράμηνο του 2026 οι εγκρίσεις δανείων ανήλθαν σε 1,09 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 580 εκατ. ευρώ κατευθύνθηκαν σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Παράλληλα, το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» έχει ξεπεράσει το 1,7 δισ. ευρώ σε υπαγωγές.
Η ΕΑΤ συνολικά από το 2019 έχει διοχετεύσει πάνω από 15 δισ. ευρώ στην οικονομία, με περισσότερα από 59.400 δάνεια προς ΜμΕ και 27.400 στεγαστικά δάνεια προς ιδιώτες. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, κάθε 1 ευρώ δημόσιου πόρου μέσω της ΕΑΤ αποδίδει 3,58 ευρώ στο ΑΕΠ, υποστηρίζοντας πάνω από 383.600 θέσεις εργασίας και δημιουργώντας περίπου 5 δισ. ευρώ δημόσια έσοδα.
Το νέο χρηματοδοτικό τοπίο
Η κυβέρνηση μέσω της ΕΑΤ φρόντισε το πρώτο στάδιο μετάβασης μετά την ολοκλήρωση του RRF. Οι τράπεζες καλούνται να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος του κενού, ενώ η ΕΑΤ αναλαμβάνει ρόλο σταθεροποιητή για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Οπως επισημαίνεται από κυβερνητικές πηγές, η απόσπαση των 2 δισ. ευρώ προς την ΕΑΤ αποτελεί συνειδητή στρατηγική επιλογή για τη διαμόρφωση ενός νέου μηχανισμού χρηματοδότησης που θα συνεχίσει να στηρίζει επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας. Mια δεύτερη φάση μετάβασης θα έρθει μετά τις αποφάσεις της Ε.Ε. και της ανακατεύθυνσης των πόρων που εκείνη θα αποφασίσει.
Η εξάντληση των πόρων του RRF δημιουργεί μεν ένα χρηματοδοτικό κενό 3 έως 4 δισ. ευρώ, αλλά ταυτόχρονα επιταχύνει τη μετάβαση σε ένα νέο πλαίσιο όπου η χρηματοδότηση των επενδύσεων θα βασίζεται περισσότερο στις τράπεζες και στην ΕΑΤ. Η έμφαση πλέον μετατοπίζεται στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες αναδεικνύονται σε κεντρικό πυλώνα της επόμενης φάσης ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.
Διαβάστε ακόμη
Το νέο κόλπο με τα αδήλωτα POS από Βουλγαρία – Συναγερμός στην ΑΑΔΕ
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
