Διαφορετικές σχολές και κατά συνέπεια επιδιώξεις αναπτύσσουν οι τράπεζες σε ό,τι αφορά στις διανομές προς τους μετόχους και τη διατήρηση των κεφαλαιακών τους αποθεμάτων.
Στόχος ένας και μόνον: Να γίνουν ελκυστικότερες κυρίως στο νέο περιβάλλον, όπως αυτό θα προκύψει από το χαρακτηρισμό της ελληνικής αγοράς σε αναπτυγμένη.
Βεβαίως, πρέπει να σημειωθεί πως τα επιχειρησιακά πλάνα των τραπεζών καταρτίστηκαν πριν από τον πόλεμο και προφανώς δεν έχουν επηρεαστεί από τα πρόσφατα γεγονότα. Ένας πόλεμος μεγάλης διάρκειας, επισημαίνουν οι ειδικοί, θα μπορούσε να δημιουργήσει διαφορετικές ανάγκες για το τραπεζικό σύστημα και ενδεχομένως να οδηγήσει ακόμη και σε νέες δεσμεύσεις από την εποπτεία.
Ωστόσο, κάτι τέτοιο, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, δεν θεωρείται πιθανό και σε κάθε περίπτωση ο πόλεμος δεν μεταβάλει τις βασικές επιδιώξεις
Εκείνο που μετρά περισσότερο για τις τράπεζες είναι ποιοι επενδυτές θα διαμορφώσουν το μετοχολόγιό τους τα επόμενα χρόνια και τι απαιτήσεις θα έχουν από τις διοικήσεις τους.
Οι διαφορετικές πολιτικές των ελληνικών τραπεζών
Οι δύο πιο χαρακτηριστικές διαφοροποιήσεις στη στρατηγική των πιστωτικών ιδρυμάτων αντιπροσωπεύονται κυρίως από την Τράπεζα Πειραιώς και την Εθνική Τράπεζα.
Η πρώτη παραμένει σταθερά προσανατολισμένη στη σχολή της ανάπτυξης και μέσω εξαγορών και συγχωνεύσεων, με τα κεφάλαια να διατηρούνται σε επίπεδα επαρκή αλλά όχι υπερβολικά. Ολα τα υπόλοιπα θα αποτελέσουν ανταμοιβή των μετόχων.
Σύμφωνα με το επιχειρησιακό της πλάνο, θα διατηρήσει τον δείκτη CET1 στο 12,5% και θα κρατήσει επιπλέον περίπου 250 εκατ. ευρώ διαθέσιμα για πιθανές εξαγορές και συγχωνεύσεις, εφόσον παρουσιαστούν ευκαιρίες.
Παράλληλα, σχεδιάζει διανομές προς τους μετόχους που θα φτάσουν τα 5 δισ. ευρώ μέσα στην επόμενη πενταετία που σημαίνει ποσοστό 55%-65% των κερδών της.
Η Εθνική Τράπεζα, από την άλλη πλευρά, «κλείνει το μάτι» στους μετόχους της, απογειώνοντας τις διανομές σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Για το 2026 έχει προγραμματίσει επαναγορά μετοχών ύψους 300 εκατ. ευρώ από τα κέρδη του 2025, ανεβάζοντας ήδη το συνολικό ποσό διανομών στο 1 δισ. ευρώ.
Και όλα αυτά με την υπόσχεση ότι θα διατηρήσει τον δείκτη CET1 περίπου στο 16%. Εφόσον μάλιστα δεν προκύψουν εξαγορές που να θεωρούνται ελκυστικές ή στρατηγικά λογικές για την τράπεζα, τότε οι διανομές προς τους μετόχους ενδέχεται να αυξηθούν ακόμη περισσότερο. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, να δούμε την Εθνική Τράπεζα να προχωρά ακόμη και σε διανομές που θα προσεγγίζουν ή θα ξεπερνούν το 100% των κερδών.
Σε μια «χρυσή τομή» μεταξύ των δύο αυτών προσεγγίσεων κινείται η Eurobank. Η τράπεζα διατηρεί τον δείκτη CET1 στο 14% και άνω, ενώ οι διανομές προς τους μετόχους αναμένεται να ξεπερνούν το 55%. Παράλληλα, κινείται επιθετικά στον τομέα των εξαγορών και συγχωνεύσεων, κυρίως σε αγορές εκτός Ελλάδας, επιδιώκοντας έτσι τη γεωγραφική διασπορά του κινδύνου και το άνοιγμα σε νέες αγορές.
Η Alpha Bank αναμένεται να παρουσιάσει το νέο επιχειρησιακό της σχέδιο τον Ιούνιο, ωστόσο και αυτή έχει ήδη κινηθεί δυναμικά στον τομέα των εξαγορών. Στα τέλη Φεβρουαρίου του 2026 ανακοίνωσε τη διανομή του 55% των καθαρών κερδών της χρήσης 2025, με συνολική επιβράβευση περίπου 519 εκατ. ευρώ προς τους μετόχους.
Η διανομή θα πραγματοποιηθεί μέσω συνδυασμού μερίσματος σε μετρητά και επαναγοράς ιδίων μετοχών. Ο δείκτης CET1 της τράπεζας διαμορφώθηκε στο τέλος του 2025 στο 15%.
Στα ραντάρ των ξένων οι ελληνικές τράπεζες
Την ίδια στιγμή, οι ελληνικές μετοχές παραμένουν σταθερά στο ραντάρ των διεθνών επενδυτών, με τις τράπεζες να πρωτοστατούν.
Παρά την αστάθεια στις αγορές που προκάλεσαν οι ανανεωμένες εντάσεις στη Μέση Ανατολή, οι διεθνείς επενδυτές έχουν διατηρήσει σε μεγάλο βαθμό τις θέσεις τους στις αγορές της περιοχής ΕΜΕΑ, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Bank of America.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα συνεχίζει να διατηρεί ορατή παρουσία στα χαρτοφυλάκια των Global Emerging Markets funds, καθώς εξακολουθεί να μην έχει ενταχθεί στις αναπτυγμένες αγορές.
Οι μετοχές των ελληνικών τραπεζών αποτελούν τον πιο σαφή και ολοκληρωμένο τρόπο για τους ξένους επενδυτές να αποκτήσουν έκθεση στην ελληνική οικονομία.
Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ξεχωρίζει ως μία από τις πιο overweight θέσεις μεταξύ των Global Emerging Markets funds στην περιοχή ΕΜΕΑ. Η τράπεζα εμφανίζει overweight θέση 179,3 μονάδων βάσης και περιλαμβάνεται στο 41,1% των χαρτοφυλακίων που παρακολουθεί η Bank of America.
Η Eurobank παρουσιάζει επίσης ισχυρή τοποθέτηση, με overweight 93 μονάδων βάσης και παρουσία στο 30,9% των funds.
Η Τράπεζα Πειραιώς ακολουθεί με overweight 64,5 μονάδων βάσης και συμμετοχή στο 35,7% των χαρτοφυλακίων.
Η Alpha Bank παραμένει επίσης σε θετικό έδαφος, με overweight 15 μονάδων βάσης και συμμετοχή στο 28,2% των GEM funds.
Η αλλαγή της αξιολόγησης και το συνέδριο της Morgan Stanley
Αν ληφθεί υπόψη ότι στο προσεχές διάστημα —και στο πλαίσιο των αξιολογήσεων του δείκτη MSCI— η ελληνική αγορά αναμένεται να χαρακτηριστεί εκ νέου ως αναπτυγμένη, τότε τα χαρτοφυλάκια των τραπεζών ενδέχεται να προσελκύσουν και επενδυτές με πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι στρατηγικές των τραπεζών αποκτούν διαφορετική στόχευση. Τα επενδυτικά ταμεία και οι θεσμικοί οργανισμοί που πραγματοποιούν μακροχρόνιες τοποθετήσεις δίνουν ιδιαίτερη σημασία στις αποδόσεις των μετοχών και, κατά συνέπεια, στις διανομές των τραπεζών.
Στις 17 έως 19 Μαρτίου, στο 22ο Morgan Stanley European Financials Conference που θα πραγματοποιηθεί στο Λονδίνο, οι ελληνικές τράπεζες θα έχουν στη διάθεσή τους ακόμη μία ευκαιρία να παρουσιάσουν τη στρατηγική τους στους διεθνείς επενδυτές και να ενισχύσουν το μετοχολόγιό τους, σε μια περίοδο κατά την οποία η πιθανή αναβάθμιση της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς δημιουργεί νέες προσδοκίες.
Διαβάστε ακόμη
3 μαθήματα που μας διδάσκει το γκολφ για τη ζωή και τις επιχειρήσεις
Απίστευτα χρήματα για να αγοράσουν σπίτι με θέα στην Ακρόπολη (pics)
10 εντυπωσιακοί ουρανοξύστες που ολοκληρώνονται το 2026
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.