Τα επιτόκια αποτελούν τον σημαντικότερο παράγοντα που επηρεάζει τα αποτελέσματα των τραπεζών σε όλη την Ευρώπη – και ασφαλώς των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων.
Η επικείμενη συνεδρίαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τον τραπεζικό κλάδο, καθώς θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τις συνθήκες μέσα στις οποίες θα κινηθούν οι ευρωπαϊκές τράπεζες κατά το β’ εξάμηνο του 2026.
Αν και το βασικό σενάριο των αγορών συγκλίνει στη διατήρηση των επιτοκίων στα σημερινά επίπεδα, η συζήτηση έχει μετατοπιστεί πλέον από το αν θα υπάρξει άμεση αλλαγή πολιτικής στο πόσο γρήγορα θα αρχίσει να υποχωρεί η επίδραση των υψηλών επιτοκίων στην τραπεζική κερδοφορία.
Επιτόκια
Για τις ελληνικές τράπεζες το σημαντικότερο στοιχείο δεν είναι μόνο το επίπεδο των επιτοκίων, αλλά η διάρκεια διατήρησής τους στα παρόντα υψηλά επίπεδα. Τα αποτελέσματα σε σύγκριση με εκείνα των τραπεζών που εποπτεύονται από τον SSM, απέδειξαν ότι οι τέσσερις συστημικές τράπεζες εξακολουθούν να επωφελούνται περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μεγάλο τραπεζικό σύστημα της Ευρωζώνης από το σημερινό περιβάλλον επιτοκίων.
Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δείχνουν ότι το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο των ελληνικών τραπεζών διαμορφώνεται στο 2,72%, έναντι μόλις 1,54% για τον μέσο όρο των τραπεζών που εποπτεύονται από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM). Η διαφορά αυτή δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο. Αντανακλά τη δομή της ελληνικής αγοράς, όπου το μεγαλύτερο μέρος των δανείων είναι κυμαινόμενου επιτοκίου, ενώ το κόστος των καταθέσεων αυξάνεται με σαφώς βραδύτερο ρυθμό.
Ρευστότητα
Αυτό εξηγεί γιατί, παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να εμφανίζουν υψηλότερη αποδοτικότητα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ο δείκτης κόστος/έσοδα διαμορφώνεται μόλις στο 37,35% έναντι 54,62% του μέσου όρου των ευρωπαϊκών τραπεζών, επίδοση που αποτελεί αποτέλεσμα της πολυετούς αναδιάρθρωσης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.
Εξίσου σημαντική είναι η εικόνα στη ρευστότητα. Οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν δείκτη κάλυψης ρευστότητας (LCR) σχεδόν 189%, έναντι περίπου 154% του μέσου όρου των ευρωπαϊκών τραπεζών, ενώ ο δείκτης καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (NSFR) παραμένει επίσης αισθητά υψηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Παράλληλα, ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις περιορίζεται στο 64,9%, όταν στις τράπεζες υπό την εποπτεία του SSM υπερβαίνει το 100%. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν άφθονη ρευστότητα και σημαντικά περιθώρια για νέα πιστωτική επέκταση, καθώς οι καταθέσεις εξακολουθούν να υπερκαλύπτουν τις χορηγήσεις.
Προοπτικές και «αγκάθια»
Η παραπάνω εικόνα δημιουργεί ευνοϊκές προϋποθέσεις και για το β’ τρίμηνο του έτους.
Τα έσοδα από τόκους αναμένεται να διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα, καθώς οι μειώσεις επιτοκίων της ΕΚΤ δεν έχουν ακόμη μεταφερθεί πλήρως στους ισολογισμούς των τραπεζών.
Παράλληλα, η αυξημένη ζήτηση επιχειρηματικών δανείων που συνδέονται με έργα του Ταμείου Ανάκαμψης και μεγάλες ιδιωτικές επενδύσεις αναμένεται να στηρίξει την πιστωτική επέκταση, ενισχύοντας τόσο τα έσοδα από τόκους όσο και τις προμήθειες.
Βεβαίως, η εικόνα δεν είναι απολύτως ομοιόμορφη. Οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να εμφανίζουν υψηλότερο ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (2,64% έναντι 1,88%), αν και η διαφορά έχει περιοριστεί θεαματικά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Σχετικά πιο συγκρατημένη είναι και η εικόνα στους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, καθώς ο δείκτης CET1 των ελληνικών τραπεζών παραμένει οριακά χαμηλότερος από τον μέσο όρο των τραπεζών που εποπτεύονται από τον SSM.
Ωστόσο, η ισχυρή οργανική κερδοφορία των τελευταίων δύο ετών επιτρέπει τη σταδιακή ενίσχυση των κεφαλαίων χωρίς να απαιτούνται έκτακτες κινήσεις, γεγονός που διαφοροποιεί ουσιαστικά τη σημερινή εικόνα από εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι τα κεφάλαια των ελληνικών τραπεζών εξακολουθούν να περιλαμβάνουν σημαντικό ποσοστό αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (DTC).
Κερδοφορία
Υπό τις παραπάνω συνθήκες, οι προοπτικές για τα αποτελέσματα του β’ τριμήνου παραμένουν θετικές. Η διατήρηση των επιτοκίων της ΕΚΤ σε σχετικά υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα αναμένεται να συνεχίσει να στηρίζει τα καθαρά έσοδα από τόκους, ενώ η πιστωτική επέκταση και η αύξηση των προμηθειών μπορούν σταδιακά να αντισταθμίσουν τη μελλοντική αποκλιμάκωση των επιτοκιακών περιθωρίων.
Ταυτόχρονα, το χαμηλό κόστος κινδύνου, η ισχυρή ρευστότητα και η συνεχιζόμενη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων δημιουργούν τις προϋποθέσεις ώστε οι ελληνικές τράπεζες να διατηρήσουν για ακόμη ένα τρίμηνο επιδόσεις ανώτερες από τον μέσο όρο των ευρωπαϊκών συστημικών τραπεζών.
Η πραγματική πρόκληση για την επόμενη μέρα, ωστόσο, δεν θα είναι η επίτευξη υψηλής κερδοφορίας, αλλά η διατήρηση και κυρίως η επιτάχυνση της πιστωτικής επέκτασης, η οποία θα αποτελέσει τη βάση για βιώσιμη ανάπτυξη των εσόδων όταν τα επιτόκια επιστρέψουν σε χαμηλότερα επίπεδα.
Μέχρι στιγμής, πάντως, όλα τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν αποκτήσει πολύ ισχυρότερες βάσεις απ’ ό,τι στο παρελθόν και είναι πλέον καλύτερα προετοιμασμένες να αντιμετωπίσουν τη μετάβαση σε ένα νέο περιβάλλον νομισματικής πολιτικής.
Η πρόκληση για τη συνέχεια δεν θα είναι τόσο η επίτευξη υψηλής κερδοφορίας, αλλά η διατήρηση και αύξηση της πιστωτικής επέκτασης που εντέλει θα τη διασφαλίσει.
Διαβάστε ακόμη
ΔΥΠΑ: Συνεχίζονται οι αιτήσεις για τις ΠΕΠΑΣ Μαθητείας – Οι ειδικότητες, οι αμοιβές και τα επιδόματα
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
