Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και ο ρόλος του χρηματοπιστωτικού συστήματος, το οποίο καλείται να λειτουργήσει όχι απλώς ως πάροχος ρευστότητας, αλλά ως ουσιαστικός καταλύτης επενδύσεων, κατευθύνοντας κεφάλαια προς παραγωγικούς, εξωστρεφείς και καινοτόμους κλάδους της οικονομίας. Αυτό δήλωσε ο πρόεδρος της Alpha Bank κ. Δημήτρης Τσιτσιράγκος στη γενική συνέλευση της τράπεζας. Σε ένα περιβάλλον όπου το επενδυτικό κενό εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση, η μετάβαση σε ένα βιώσιμο επενδυτικό υπόδειγμα αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διατηρήσιμη ανάπτυξη και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της χώρας.

Η Ελλάδα διαθέτει σήμερα μια μοναδική ευκαιρία: να κεφαλαιοποιήσει την αξιοπιστία που με κόπο κατέκτησε τα τελευταία χρόνια και να τη μετατρέψει σε ένα νέο, ανθεκτικό και βιώσιμο αναπτυξιακό πρότυπο. Η επιτυχία αυτής της μετάβασης θα εξαρτηθεί από την ικανότητά μας να συνδυάσουμε τη δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα με τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, τις παραγωγικές επενδύσεις με την καινοτομία, καθώς και την τεχνολογική πρόοδο με τη συνεχή αναβάθμιση του ανθρώπινου κεφαλαίου.

Το μεγάλο στοίχημα είναι η μετατροπή μιας ανάπτυξης που στηρίχθηκε σε εξωτερικούς πόρους σε μια ανάπτυξη που θα εδράζεται στην παραγωγικότητα, την εξωστρέφεια και τη δημιουργία υψηλής προστιθέμενης αξίας. Παράλληλα, απαιτείται να ενισχυθεί η κοινωνική συνοχή, να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η δημογραφική πρόκληση και να διασφαλιστεί ότι οι ευκαιρίες θα διαχέονται σε ολόκληρη την κοινωνία. Γιατί η ανάπτυξη που δεν δημιουργεί προοπτικές για όλους δεν μπορεί να θεωρηθεί πραγματικά επιτυχημένη. Αυτή είναι η φιλοσοφία που καθοδηγεί και τις επιλογές μας στην Alpha Bank.

Ακολουθεί ολόκληρη η ομιλία του Δημήτρη Τσιτσιράγκου

Κυρίες και κύριοι μέτοχοι,

Είναι ιδιαίτερη τιμή να απευθύνομαι σήμερα σε εσάς, σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής: αφήνει πίσω της μια μακρά περίοδο ανάκαμψης και εισέρχεται σε μια φάση ωρίμανσης, μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από αυξημένη πολυπλοκότητα και αβεβαιότητα.

Δεν είναι μακριά η εποχή κατά την οποία η Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής κρίσης. Σήμερα, όμως, τα δεδομένα έχουν ουσιωδώς μεταβληθεί. Η χώρα έχει ανακτήσει μακροοικονομική σταθερότητα, ενισχύει τη διεθνή της αξιοπιστία και εμφανίζει αναπτυξιακή δυναμική που υπερβαίνει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Στη μεταπανδημική περίοδο, η πορεία αυτή εδράζεται σε ένα συνεκτικό τρίπτυχο: τη διατηρούμενη δημοσιονομική πειθαρχία, την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, καθώς και τη στήριξη από την ισχυρή ανάκαμψη της διεθνούς τουριστικής ζήτησης, που λειτούργησε ευνοϊκά για την ελληνική οικονομία. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα φαίνεται να βελτιώνει σταδιακά τη σχετική της θέση, αναδεικνύοντας συγκριτικά πλεονεκτήματα και ενισχύοντας τον ρόλο της ως αξιόπιστος και ελκυστικός οικονομικός εταίρος εντός της Ευρώπης

Επιτρέψτε μου να δομήσω την παρέμβασή μου σε τέσσερις βασικούς άξονες. Κατ’ αρχάς, πού βρισκόμαστε σήμερα.

Η ελληνική οικονομία εμφανίζει σαφή σημάδια ανθεκτικότητας. Οι ρυθμοί ανάπτυξης παραμένουν σταθερά υψηλότεροι από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με το ΑΕΠ να έχει αυξηθεί κατά 2,1% το 2025 και να διατηρεί αυτόν τον ρυθμό το πρώτο τρίμηνο του 2026 (2%). Η αγορά εργασίας διατηρεί τη θετική εικόνα , με την απασχόληση να αυξάνεται και την ανεργία να κινείται σε μονοψήφια ποσοστά έπειτα από 15 χρόνια .

Σε δημοσιονομικό επίπεδο, η πρόοδος είναι εντυπωσιακή . Το δημόσιο χρέος έχει μειωθεί σημαντικά, διαμορφούμενο περίπου στο 146% του ΑΕΠ το 2025 , ενώ η χώρα καταγράφει σταθερά και υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα κοντά στο 4,8% με 4,9% του ΑΕΠ την τελευταία διετία . Οι επενδύσεις αποτελούν πλέον βασικό πυλώνα ανάπτυξης, στηριζόμενες σε μεγάλο βαθμό στους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης.

Έως τα τέλη Μαΐου, είχαν εκταμιευθεί 24,6 δισ. ευρώ — περίπου το 68% του συνόλου. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με την υψηλότερη ταχύτητα απορρόφησης των ευρωπαϊκών πόρων . Ως εκ τούτου η Ελλάδα εισέρχεται στη νέα περίοδο με ισχυρότερα μακροοικονομικά θεμελιώδη , περισσότερη αξιοπιστία και αυξημένη εμπιστοσύνη από τις αγορές. Η πρόοδος αυτή δεν έχει περάσει απαρατήρητη από τη διεθνή επενδυτική κοινότητα: οι μεγάλοι οίκοι αξιολόγησης — Standard & Poor’s, Fitch, DBRS, Scope και πλέον η Moody’s — έχουν τοποθετήσει το ελληνικό αξιόχρεο εντός επενδυτικής βαθμίδας, με τη χώρα να δανείζεται σήμερα στις διεθνείς αγορές με παρόμοιο κόστος με την Ιταλία και τη Γαλλία.

Ένας δεύτερος άξονας είναι το διεθνές περιβάλλον. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις, και ειδικότερα οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή, δημιουργούν ένα νέο ενεργειακό σοκ. Οι τιμές της ενέργειας παραμένουν ευμετάβλητες, επηρεάζοντας άμεσα το κόστος παραγωγής και κατανάλωσης.

Η ένταση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη γεωπολιτική κρίση που προστίθεται σε μια ήδη επιβαρυμένη διεθνή ατζέντα: το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι, υπό το βάρος της, ο ρυθμός αύξησης του παγκόσμιου ΑΕΠ θα επιβραδυνθεί στο 3,1% φέτος, από 3,4% πέρυσι. Η ίδια αυτή πίεση οδήγησε, μόλις πριν από λίγες ημέρες, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πρώτη αύξηση επιτοκίων από το 2023, με το βασικό επιτόκιο αναχρηματοδότησης να διαμορφώνεται στο 2,40% . Παράλληλα, στην Ευρωζώνη, ο ρυθμός μεγέθυνσης εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί κοντά στο 1% το 2026, ενώ ο πληθωρισμός αναμένεται γύρω στο 3%, προσεγγίζοντας τον στόχο του 2% όχι πριν από το 2028, γεγονός που σημαίνει ότι η νομισματική πολιτική παραμένει περιοριστική και τα επιτόκια σε σχετικά υψηλά επίπεδα.

Ταυτόχρονα, βρισκόμαστε σε μια ευρύτερη αναδιάταξη της παγκόσμιας οικονομίας: οι αλυσίδες εφοδιασμού μεταβάλλονται, ο προστατευτισμός ενισχύεται και ο ανταγωνισμός για επενδύσεις και κεφάλαια γίνεται εντονότερος.

Τρίτον, πώς αλληλεπιδρά η ελληνική οικονομία με αυτό το περιβάλλον. Η Ελλάδα, ως ανοικτή οικονομία και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό σε σύγκριση με το παρελθόν, επηρεάζεται άμεσα από τις διεθνείς εξελίξεις.

Ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα ανέλθει σημαντικά, κυρίως λόγω τ ων τιμών της ενέργειας, ενώ η ανάπτυξη επιβραδύνεται κοντά στο 1,8% υπό την προϋπόθεση ότι η συμφωνία -πλαίσιο ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν θα τηρηθεί και θα αποκατασταθεί σταδιακά η ομαλή λειτουργία των διεθνών ενεργειακών αγορών .

Οι επιπτώσεις είναι σαφείς: αυξημένο κόστος για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα και ενίσχυση της αβεβαιότητας.

Ωστόσο, υπάρχουν και σημαντικοί παράγοντες σταθερότητας: η υψηλή επενδυτική δραστηριότητα, η ισχυρή τουριστική βάση, η βελτιωμένη δημοσιονομική εικόνα και — πολύ σημαντικά — ένα πλέον υγιές και ανθεκτικό τραπεζικό σύστημα.

Και έρχομαι τώρα στο τέταρτο και πιο κρίσιμο σκέλος: τις μεγάλες προκλήσεις και τις προοπτικές της μετά το Ταμείο Ανάκαμψης εποχής.

Κυρίες και κύριοι μέτοχοι,

Όπως ανέφερα , το Ταμείο Ανάκαμψης αποτέλεσε έναν εξαιρετικά ισχυρό μοχλό ανάπτυξης, με συνολικούς πόρους που υπερβαίνουν τα 30 δισεκατομμύρια ευρώ. Όμως, το 2026 είναι ουσιαστικά το τελευταίο έτος πλήρους αξιοποίησης αυτού του εργαλείου. Από το 2027 και μετά, η ελληνική οικονομία θα πρέπει να σταθεί περισσότερο στις δικές της δυνάμεις.

Και εδώ αναδύονται συγκεκριμένες, μετρήσιμες προκλήσεις. Πρώτον, η επιβράδυνση της ανάπτυξης. Οι ρυθμοί ανάπτυξης αναμένεται να κινηθούν μεταξύ 1,6% και 1,8%, από επίπεδα άνω του 2% τα προηγούμενα χρόνια. Αυτή η διαφορά, αν και φαίνεται μικρή, μεταφράζεται σε σημαντική απώλεια οικονομικής δυναμικής σε βάθος χρόνου.

Δεύτερον, το επενδυτικό κενό. Με τη σταδιακή αποχώρηση των ευρωπαϊκών πόρων, οι επενδύσεις θα πρέπει να στηριχθούν περισσότερο σε ιδιωτικά κεφάλαια. Η πρόκληση δεν είναι μόνο να διατηρηθεί το επίπεδο των επενδύσεων, αλλά να διασφαλιστεί η ποιότητά τους και η απόδοσή τους.

Χρειάζεται επιτάχυνση αδειοδοτήσεων, λιγότερα διοικητικά εμπόδια, ανάπτυξη της εγχώριας κεφαλαιαγοράς και καλύτερο επιχειρηματικό κλίμα για την προσέλκυση Αμέσων Ξένων Επενδύσεων (Α ΞΕ ) υψηλής ποιότητας.

Στο πεδίο αυτό, κινούμαστε σε ικανοποιητικό επίπεδο ως προς τον συνολικό όγκο. Το 2025 οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις υπερέβησαν τα 11 δισ. Ευρώ , αυξημένες περισσότερο από 150% σε σύγκριση με το 2019. Ωστόσο, η ποσοτική αύξηση από μόνη της δεν επαρκεί· απαιτούνται επενδύσεις που ενισχύουν τη μεταφορά τεχνογνωσίας και συμβάλλουν στη δημιουργία θέσεων εργασίας υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Τρίτον, ο πληθωρισμός. Με επίπεδα άνω του 4%, υπό την επίδραση των γεωπολιτικών εξελίξεων στη Μέση Ανατολή , παραμένει σημαντικά υψηλότερος από τον στόχο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Αυτό περιορίζει το πραγματικό εισόδημα και επηρεάζει την κατανάλωση.

Τέταρτον, το εξωτερικό ισοζύγιο. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών παραμένει κοντά στο 6% του ΑΕΠ. Αυτό υποδηλώνει ότι ένα σημαντικό μέρος της ζήτησης καλύπτεται από εισαγωγές, ιδίως ενέργειας. Πρόκειται για ένα από τα υψηλότερα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών στην Ευρωζώνη, με το ΔΝΤ να προβλέπει περαιτέρω διόγκωσή του φέτος λόγω των υψηλότερων τιμών ενέργειας.

Και πέμπτον, η παραγωγικότητα και το δημογραφικό. Η αύξηση της παραγωγικότητας αποτελεί προϋπόθεση για βιώσιμη ανάπτυξη, ενώ η γήρανση του πληθυσμού περιορίζει τη δυνητική οικονομική μεγέθυνση.

Παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, η απόκλιση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στο πεδίο της παραγωγικότητας παραμένει σημαντική. Το πρόβλημα αυτό συνδέεται στενά με το επενδυτικό έλλειμμα της προηγούμενης δεκαετίας, τη δομή της επιχειρηματικότητας – με την κυριαρχία πολύ μικρών επιχειρήσεων – και την υστέρηση στην υιοθέτηση νέων τεχνολογιών.

Η διάσταση αυτή επιτείνεται από τις δημογραφικές εξελίξεις. Η γήρανση του πληθυσμού και η συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού συνιστούν έναν πρόσθετο περιορισμό στην αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας, καθιστώντας ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη αύξησης της παραγωγικότητας ως αντιστάθμισμα.

Σε αυτό το σημείο, η τεχνητή νοημοσύνη δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με επιφυλακτικότητα ή φόβο. Αντιθέτως, μπορεί να αποτελέσει μέρος της λύσης. Η χαμηλή διείσδυση προηγμένων τεχνολογιών στις ελληνικές επιχειρήσεις περιορίζει την αποδοτικότητα, ενώ διεθνώς παρατηρείται σαφής συσχέτιση μεταξύ αξιοποίησης τέτοιων εργαλείων και υψηλότερης παραγωγικότητας.

Επομένως, η ενίσχυση της ψηφιακής μετάβασης, των επενδύσεων σε άυλο κεφάλαιο και της ανάπτυξης δεξιοτήτων συνιστά στρατηγική προτεραιότητα.

Κυρίες και κύριοι,

Η εμπειρία των τελευταίων ετών καταδεικνύει ότι η Ελλάδα έχει καταφέρει, με μεγάλες θυσίες της κοινωνίας, να ανακτήσει ένα πολύτιμο κεφάλαιο: την αξιοπιστία της. Η δημοσιονομική προσαρμογή, η ενίσχυση των θεσμών και η σταδιακή αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των αγορών έχουν διαμορφώσει ένα περιβάλλον που επιτρέπει πλέον στη χώρα να διεκδικεί ενεργό ρόλο στο νέο διεθνές τοπίο. Το κεφάλαιο αυτό είναι ταυτόχρονα σπάνιο και εύθραυστο – και ακριβώς γι’ αυτό απαιτείται να αξιοποιηθεί με στρατηγική συνέπεια.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι πώς η θετική αυτή εικόνα μπορεί να μεταφραστεί σε διατηρήσιμες επενδύσεις. Πρώτον, προϋποθέτει τη διατήρηση της μακροοικονομικής σταθερότητας .

Δεύτερον, απαιτεί την ενίσχυση των θεσμών και τη μείωση των διαρθρωτικών αγκυλώσεων που αυξάνουν την αβεβαιότητα για τους επενδυτές, όπως η καθυστέρηση στην απονομή δικαιοσύνης ή η γραφειοκρατία. Τρίτον, καθίσταται αναγκαία η ενεργητική κινητοποίηση τόσο των ευρωπαϊκών όσο και των ιδιωτικών κεφαλαίων, με έμφαση σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως ο
ψηφιακός μετασχηματισμός, η πράσινη μετάβαση και η καινοτομία.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και ο ρόλος του χρηματοπιστωτικού συστήματος, το οποίο καλείται να λειτουργήσει όχι απλώς ως πάροχος ρευστότητας, αλλά ως καταλύτης επενδύσεων, κατευθύνοντας πόρους προς δυναμικούς και εξωστρεφείς κλάδους της οικονομίας. Σε ένα περιβάλλον όπου το επενδυτικό κενό παραμένει, η μετάβαση σε ένα βιώσιμο επενδυτικό υπόδειγμα αποτελεί κεντρική προϋπόθεση για τη διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Η Ελλάδα διαθέτει σήμερα μια μοναδική ευκαιρία: να κεφαλαιοποιήσει την αξιοπιστία που με κόπο κατέκτησε και να τη μετατρέψει σε ένα νέο, βιώσιμο αναπτυξιακό πρότυπο. Η επιτυχία αυτής της μετάβασης θα εξαρτηθεί από την ικανότητα να συνδυαστούν η σταθερότητα με τις μεταρρυθμίσεις, οι επενδύσεις με την καινοτομία και η τεχνολογία με το ανθρώπινο κεφάλαιο.

Το μεγάλο στοίχημα, λοιπόν, είναι σαφές: να μετατραπεί η ανάπτυξη που στηρίχθηκε σε εξωτερικούς πόρους , σε ανάπτυξη που βασίζεται στην παραγωγικότητα, την καινοτομία και την εξωστρέφεια , ενώ παράλληλα να ενισχυθεί η κοινωνική συνοχή, να στηριχθεί η κοινωνία και να αντιμετωπιστεί το δημογραφικό, ώστε η ανάπτυξη να αφορά όλους και να είναι πιο δίκαιη και βιώσιμη .

Το σημειώνω αυτό γιατί η ανάπτυξη που δεν αγγίζει όλους δεν είναι πραγματική ανάπτυξη. Αυτή η πεποίθηση δεν είναι ρητορική, είναι η λογική πίσω από τις επιλογές μας ως Alpha Bank . Μαζί με τις υπόλοιπες συστημικές τράπεζες συμμετέχουμε στο πρόγραμμα «Μαριέττα Γιαννάκου» για την αναβάθμιση δημόσιων σχολείων σε όλη τη χώρα. Σχεδόν 700 σχολεία έχουν ήδη ανακαινιστεί ή βρίσκονται σε φάση ριζικής αναβάθμισης, κάτι που σημαίνει καλύτερες συνθήκες εκπαίδευσης, άθλησης και διαβίωσης στους σχολικούς χώρους για π άνω από 150.000 μαθητές σε όλη την Ελλάδα. Και συνεχίζουμε για τα επόμενα δύο χρόνια καθώς η στήριξη στο μέλλον αυτής της χώρας αξίζει πολύ περισσότερο από οποιοδήποτε οικονομικό αποτέλεσμα.

Για δέκατη τρίτη συνεχή χρονιά, επίσης, τρέχει το πρόγραμμα «Μαζί, με στόχο την υγεία». 138 δομές, πάνω από ένα εκατομμύριο πολίτες με καλύτερη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας σε 114 περιοχές της χώρας . Δεκατρία χρόνια σημαίνει ότι αυτό δεν είναι μ ια πρωτοβουλία εντυπώσεων, είναι δέσμευση. Τέλος, μέσα από την πρωτοβουλία «Πολιτισμός για Όλους» εργαζόμαστε για να μην είναι ο πολιτισμός προνόμιο λίγων. Άτομα με αναπηρία και ευάλωτες ομάδες έχουν δικαίωμα στη συμμετοχή, και εμείς αναλαμβάνουμε να κάνουμε αυτό το δικαίωμα πραγματικό.

Κυρίες και κύριοι μέτοχοι,

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η επιχειρηματική στρατηγική της Alpha Bank αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα τελευταία δύο χρόνια, η Τράπεζα έχει υλοποιήσει μια συνεκτική στρατηγική μετασχηματισμού. Σε επίπεδο αποτελεσμάτων, κατέγραψε ισχυρή κερδοφορία και ενίσχυση των βασικών της εσόδων, επιβεβαιώνοντας τη μετάβαση σε ένα πιο ανθεκτικό και διαφοροποιημένο επιχειρηματικό μοντέλο.

Τα μεγέθη του 2025 το αποδεικνύουν εμφατικά. Η Τράπεζα κατέγραψε καθαρά κέρδη 943,3 εκατομμυρίων ευρώ (μετά από φόρους) , με κέρδη ανά μετοχή 0,36 ευρώ και απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων 13,8%. Τα συνολικά έσοδα διαμορφώθηκαν σε 2,2 δισεκατομμύρια ευρώ, με ρεκόρ εκταμιεύσεων δανείων 4,2 δισεκατομμυρίων ευρώ στο δ’ τρίμηνο και καθαρή πιστωτική επέκταση 3, 5 δισεκατομμυρίων ευρώ για το σύνολο της χρονιάς. Ο δείκτης CET1 διαμορφώθηκε στο 15%. Στο πλαίσιο αυτό, η διανομή προς τους μετόχους ανήλθε σε 519 εκατομμύρια ευρ ώ — το 55% των κερδών, έναντι αρχικής καθοδήγησης 425 εκατομμυρίων — τετραπλάσια σε σχέση με τα 122 εκατομμύρια του 2023.

Σε επίπεδο στρατηγικών κινήσεων, η Τράπεζα έχει κάνει επιλογές που διαμορφώνουν το πρόσωπο του Ομίλου για τα επόμενα χρόνια. Ξεκινώ από εκεί που το αποτέλεσμα θα έχει άμεσο αντίκτυπο στην πραγματική οικονομία της Ελλάδας, δηλαδή τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα. Το factoring ήταν μέχρι τώρα προνόμιο μεγέθους. Οι μεγάλες εταιρείες μπορούσαν ανέκαθεν να μετατρέπουν τιμολογημένες απαιτήσεις σε άμεσο κεφάλαιο κίνησης. Οι μικρές επιχειρήσεις περίμεναν εξήντα, ενενήντα, ή και μερικές φορές εκατόν είκοσι ημέρες, για να εισπράξουν αυτό που ήδη είχαν κερδίσει. Αυτή η αναμονή έχει πρόσωπο. Είναι ο ελεύθερος επαγγελματίας που δεν ξέρει αν θα καλύψει τις υποχρεώσεις του τον επόμενο μήνα, η οικογενειακή επιχείρηση που δεν μπορεί να πληρώσει τον προμηθευτή της γιατί ο δικός της πελάτης δεν έχει ακόμα εξοφλήσει.

Με την εξαγορά της FlexFin, η Alpha Bank κάνει μια επιλογή αρχής: να φέρει αυτά τα εργαλεία εκεί που ανήκουν, δηλαδή στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, στους ελεύθερους επαγγελματίες, στις ατομικές και οικογενειακές επιχειρήσεις που συγκροτούν τον αόρατο πλην αναντικατάστατο ιστό της ελληνικής οικονομίας. Πίσω από κάθε τέτοια επιχείρηση υπάρχει ένα νοικοκυριό.

Στηρίζοντας τη ρευστότητά της, στηρίζουμε την οικογένεια που εξαρτάται από αυτήν. Αυτό δεν το λέμε ως εταιρική ρητορεία. Το λέμε ως ορισμό του ρόλου που επιλέγουμε να παίζουμε στην πραγματική οικονομία.

Η πλατφόρμα λειτουργεί πλήρως ψηφιακά, μειώνοντας δραστικά τον χρόνο χρηματοδότησης. Υποστηρίζει ήδη πάνω από 2.200 επιχειρήσεις, με απαιτήσεις για περισσότερους από 16.000 αγοραστές σε όλη τη χώρα. Αυτοί δεν είναι αριθμοί επίδοσης. Είναι το μέγεθος του οικονομικού οξυγόνου που φτάνει πλέον εκεί που δεν έφτανε.

Παράλληλα, η απόκτηση της Axia Ventures θωράκισε τις δυνατότητες του Ομίλου στην επενδυτική τραπεζική. Και η πρόσφατη απόκτηση του 69,6% της Alpha Trust αναβαθμίζει τα υπό διαχείριση κεφάλαια της Alpha Bank Asset Management από περίπου 7 σε 9,2 δισεκατομμύρια ευρώ, τοποθετώντας τον Όμιλο στη δεύτερη θέση της εγχώριας αγοράς διαχείρισης περιουσίας.

Ιδιαίτερης σημασίας είναι η εμβάθυνση της συνεργασίας με την UniCredit . Η συνεργασία αυτή σημαίνει στην πράξη κάτι πολύ συγκεκριμένο: ένας Έλληνας εξαγωγέας ή μια ελληνική επιχείρηση που επεκτείνεται στην Ευρώπη έχει πλέον δίπλα της δύο τράπεζες — μια ελληνική που γνωρίζει βαθιά την τοπική πραγματικότητα, και μια ευρωπαϊκή με παρουσία σε 13 χώρες. Αυτό δεν είναι απλώς χρηματοδότηση. Είναι ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Ταυτόχρονα , η Alpha Bank συνεχίζει να στηρίζει ενεργά την πραγματική οικονομία, διατηρώντας ισχυρή παρουσία σε στρατηγικούς κλάδους , όπως η ναυτιλία και η επιχειρηματικότητα. Κλείνοντας, κυρίες και κύριοι μέτοχοι, η περίοδος που διανύουμε είναι απαιτητική, αλλά και γεμάτη ευκαιρίες. Η ελληνική οικονομία έχει κάνει μια μεγάλη διαδρομή. Το τραπεζικό σύστημα έχει μετασχηματιστεί.

Και η Alpha Bank έχει τοποθετηθεί με σαφήνεια για την επόμενη φάση ανάπτυξης. Κλείνοντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά: Όλους τους ανθρώπους της Τράπεζας για την αφοσίωση και τον επαγγελματισμό τους, τους πελάτες μας για την εμπιστοσύνη τους, και εσάς, τους μετόχους μας, για τη διαρκή σας στήριξη.

Σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας, η εμπιστοσύνη, η συνέπεια και η στρατηγική διορατικότητα είναι το ισχυρότερο μας πλεονέκτημα.

Σας ευχαριστώ πολύ .

Διαβάστε ακόμη

Φορολογική ενημερότητα: Οι νέοι κανόνες για οφειλέτες της Εφορίας – Τι αλλάζει στις μεταβιβάσεις ακινήτων

Ο καύσωνας δημιουργεί μια νέα αγορά δισεκατομμυρίων στην Ευρώπη – Γιατί η Ελλάδα έχει πλεονέκτημα που λίγοι διαθέτουν (διαγράμματα)

Ιστορικές επιδόσεις για το Πλαίσιο: Μία ανάσα από τα 500 εκατ. ευρώ με άλμα στην κερδοφορία

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα