search icon

Τράπεζες

ΤτΕ: Στο 25% το ποσοστό των «κόκκινων» δανείων παρά τον «Ηρακλή»

Επιπρόσθετα, η εποπτική αρχή εκτιμά ότι η διενέργεια συναλλαγών τιτλοποίησης θα επιφέρει μείωση τριών μονάδων κατά μέσο όρο στον Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας των τραπεζών

Πολύ πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο θα διατηρηθεί το ποσοστό των «κόκκινων» δανείων στις εγχώριες τράπεζες, παρά την ολοκλήρωση των τιτλοποιήσεων μέσω του «Ηρακλή».

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των υπηρεσιών της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), ο λόγος των μη εξυπηρετούμενων δανείων προς το σύνολο των δανείων (NPL ratio) μετά την ολοκλήρωση των συναλλαγών που εκκρεμούν εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε περίπου 25%, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τυχόν νέα «κόκκινα» δάνεια που θα δημιουργηθούν εξαιτίας της πανδημίας. «Το ποσοστό αυτό θα εξακολουθεί να είναι το υψηλότερο στην ευρωζώνη και πολλαπλάσιο του μέσου όρου των τραπεζών που εποπτεύονται από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό – SSM (2,9% με στοιχεία Ιουνίου 2020)», τονίζεται χαρακτηριστικά στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Αξίζει να αναφερθεί πως στο τέλος του εννεαμήνου του 2020 το προβληματικό απόθεμα διαμορφώθηκε στα 58,7 δισ. ευρώ, σημειώνοντας μείωση 14,3% ή 9,8 δισ. ευρώ σε σχέση με το τέλος του 2019 (68,5 δισ. ευρώ), ενώ ο λόγος των ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων ανήλθε σε 35,8%.

Επιπρόσθετα, η εποπτική αρχή εκτιμά ότι η διενέργεια συναλλαγών τιτλοποίησης θα επιφέρει μείωση τριών μονάδων κατά μέσο όρο στον Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας των τραπεζών. «Οι εν λόγω ζημίες σχετίζονται αφενός, με την απαιτούμενη απομείωση της αξίας των μεταβιβαζόμενων, λόγω τιτλοποίησης, δανείων, προκειμένου να επιτευχθεί το ελάχιστο όριο πιστοληπτικής διαβάθμισης ΒΒ- στην ανώτερη τάξη ομολογιών (senior notes) και αφετέρου, με την τιμή πώλησης της μεσαίας τάξης ομολογιών (mezzanine notes)», εξηγεί.

Πιο αναλυτικά, η κεφαλαιακή επάρκεια των πιστωτικών ιδρυμάτων μειώθηκε μεν, έναντι του Δεκεμβρίου 2019, αλλά διατηρήθηκε σε ικανοποιητικό επίπεδο, με τον Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας (Capital Adequacy Ratio) να διαμορφώνεται σε 16,3% τον Σεπτέμβριο του 2020. Οι οριστικές και εκκαθαρισμένες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (Deferred Tax Credits – DTCs), ωστόσο, ανέρχονταν τον Σεπτέμβριο του 2020 σε 15,2 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 54,5% των συνολικών εποπτικών κεφαλαίων.

«Το επόμενο έτος, χωρίς να ληφθούν υπόψη οποιεσδήποτε επιπτώσεις από την πανδημία, η συμμετοχή του DTC στα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών θα προσεγγίσει το 75%, γεγονός που επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών. Στο πλαίσιο αυτό, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η αποτύπωση των νέων ΜΕΔ που θα προκύψουν από την πανδημία στους ισολογισμούς των τραπεζών, σε συνδυασμό με τη διενέργεια της άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress test) που θα διεξαχθεί την άνοιξη του 2021, τυχόν πρόσθετες εποπτικές κεφαλαιακές απαιτήσεις λόγω της σταδιακής εφαρμογής του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 9 (ΔΠΧΑ 9) και της εφαρμογής του προληπτικού μηχανισμού ασφαλείας (prudential backstop), θα λειτουργήσουν επιβαρυντικά ως προς την κεφαλαιακή επάρκεια, ενώ, ταυτόχρονα, λόγω αρνητικής ή χαμηλής κερδοφορίας δεν διαφαίνεται πιθανή η δυνατότητα δημιουργίας εσωτερικού κεφαλαίου», καταλήγει η ΤτΕ.

Διαβάστε ακόμη:

Κορωνοϊός: Σήμερα οι αποφάσεις για Γυμνάσια και Λύκεια – Από Μάρτιο η εστίαση

Σφίγγει ο κλοιός για MLS – Καματάκη

Αποζημιώσεις ενοικίων: Οι λάθος καταχωρίσεις στο TAXISNET που εμποδίζoυν τις πληρωμές

Exit mobile version