Με τη σκιά της Μέσης Ανατολής να πέφτει βαριά πάνω από την ευρωπαϊκή ατζέντα, η άτυπη Σύνοδος Κορυφής της ΕΕ που άνοιξε στην Κύπρο εξελίσσεται σε μια από τις πιο κρίσιμες πολιτικές συναντήσεις των τελευταίων μηνών.

Στο τραπέζι δεν βρίσκονται μόνο οι άμεσες γεωπολιτικές εξελίξεις, αλλά και το ερώτημα πώς θα αντιδράσει η Ευρώπη αν η κρίση αποκτήσει διάρκεια, περάσει με μεγαλύτερη ένταση στην οικονομία και δοκιμάσει στην πράξη τα όρια της στρατηγικής της αυτονομίας.

Γι’ αυτό και η συζήτηση στην κυπριακή πρωτεύουσα έχει από την πρώτη στιγμή τρία καθαρά μέτωπα: το plan B για τις οικονομικές συνέπειες ενός παρατεταμένου πολέμου, την επιχειρησιακή ενεργοποίηση της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής και την ανάγκη να αποκτήσει η Ένωση πιο ορατό ρόλο στην περιοχή.

Τα μηνύματα Μητσοτάκη

Η ελληνική πλευρά προσέρχεται στη σύνοδο με σαφή γραμμή ότι το βάρος μετατοπίζεται πλέον όλο και περισσότερο από το στρατιωτικό σκέλος στις οικονομικές επιπτώσεις. Αυτό ακριβώς αποτύπωσε και ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη συνέντευξή του στο Breitbart News, όπου εξέφρασε την ελπίδα ότι ΗΠΑ και Ιράν θα καταλήξουν σε συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου, επισημαίνοντας πως η διεθνής ανησυχία εστιάζει πλέον στις συνέπειες για την ενέργεια και τη σταθερότητα.

Στην ίδια συνέντευξη ο πρωθυπουργός συνέδεσε την κρίση με την ανάγκη η Ευρώπη να γίνει πιο πραγματιστική στην ενεργειακή της στρατηγική και πιο έτοιμη να αντιμετωπίσει διαταραχές που ξεκινούν από τη γεωπολιτική και καταλήγουν στην οικονομία.

Αυτό το σκεπτικό διαπερνά και τη γραμμή που μεταφέρει η Αθήνα στην Κύπρο. Στο κυβερνητικό επιτελείο θεωρούν ότι, εφόσον η κρίση παραταθεί, οι παρενέργειες δεν θα περιοριστούν στο ενεργειακό κόστος ή στις θαλάσσιες μεταφορές, αλλά θα επηρεάσουν τον πληθωρισμό, τις αλυσίδες εφοδιασμού, την παραγωγή και τελικά τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά.

Γι’ αυτό και το λεγόμενο plan B δεν αντιμετωπίζεται ως μια γενική άσκηση προετοιμασίας, αλλά ως αναγκαίο πλαίσιο αντίδρασης σε περίπτωση νέου κύματος πίεσης. Ψηλά στην ατζέντα βρίσκεται και το επόμενο βήμα για την εφαρμογή της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής, με σημείο αναφοράς την κινητοποίηση για την προστασία της Κύπρου.

Η συζήτηση επικεντρώνεται πλέον λιγότερο στη θεωρία και περισσότερο στο επιχειρησιακό ερώτημα: πώς η Ευρώπη θα μπορούσε να ανταποκριθεί πιο γρήγορα, πιο αποτελεσματικά και με μεγαλύτερο συντονισμό αν ένα αντίστοιχο σενάριο επαναληφθεί.

Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει περιγράψει το διακύβευμα με τη φράση ότι πρέπει να απαντηθεί «πώς, σε περίπτωση που κάτι τέτοιο επαναληφθεί, θα μπορούσαμε να ανταποκριθούμε πιο αποτελεσματικά. Διότι αυτό θα αποτελέσει σαφή ένδειξη ότι αντιμετωπίζουμε σοβαρά τη στρατηγική μας αυτονομία».

Η ελληνογαλλική συμμαχία

Στο πεδίο αυτό συναντιούνται με αυξημένη ένταση οι θέσεις Αθήνας και Παρισιού. Η ελληνογαλλική γραμμή υπέρ μιας πιο συνεκτικής ευρωπαϊκής άμυνας, με έμφαση στη διαλειτουργικότητα, στη στρατηγική αυτονομία και στην επιχειρησιακή ετοιμότητα, αποκτά τώρα νέο βάθος και σε διμερές επίπεδο.

Η επίσκεψη του Εμανουέλ Μακρόν στην Ελλάδα, που ακολουθεί τη σύνοδο, εντάσσεται ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο και αποκτά πρόσθετο βάρος, καθώς συνδέεται με την πρόθεση να ανανεωθεί επ’ αόριστον η ελληνογαλλική συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας, δίνοντας πιο μόνιμο ορίζοντα σε μια σχέση που τα τελευταία χρόνια έχει εξελιχθεί σε βασικό άξονα της ελληνικής αμυντικής και ευρωπαϊκής στρατηγικής. Η υφιστάμενη συμφωνία στρατηγικής εταιρικής σχέσης του 2021 είχε ήδη θεμελιώσει τη ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής ανάμεσα στις δύο χώρες και αποτέλεσε σημείο αναφοράς για την ευρύτερη συζήτηση περί ευρωπαϊκής άμυνας.

Η επίσκεψη Μακρόν αποκτά έτσι τριπλή σημασία. Σε πολιτικό επίπεδο, επιβεβαιώνει ότι ο άξονας Αθήνας – Παρισιού παραμένει ενεργός σε μια περίοδο όπου η Ένωση αναζητεί πιο συμπαγείς απαντήσεις στην ασφάλεια και στη γεωπολιτική ρευστότητα. Σε αμυντικό επίπεδο, η Ελλάδα προβάλλει τη στρατιωτική διαλειτουργικότητα με τη Γαλλία —με αιχμή τα Rafale, τις φρεγάτες FDI/Belharra και τη στενότερη επιχειρησιακή συνεργασία— ως παράδειγμα του πώς μπορεί να αποκτήσει πιο απτό περιεχόμενο η κοινή ευρωπαϊκή άμυνα. Η ναυπήγηση της πρώτης ελληνικής FDI έχει ήδη δρομολογηθεί, ενώ η στρατηγική συνεργασία με τη Dassault και τη Naval Group παρουσιάζεται από την ελληνική πλευρά ως υπόδειγμα αμυντικής σύμπραξης με ευρωπαϊκό βάθος.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η σημασία της επίσκεψης ενισχύεται και από τη σταθερή γραμμή του ίδιου του Μακρόν υπέρ της ευρωπαϊκής κυριαρχίας και μιας πιο ισχυρής ευρωπαϊκής άμυνας. Το Ελιζέ έχει επανειλημμένα επιμείνει ότι η Ευρώπη πρέπει να αποκτήσει μεγαλύτερη ικανότητα αυτόνομης δράσης, χωρίς αυτό να αναιρεί τον ρόλο του ΝΑΤΟ, αλλά ενισχύοντας τη συνολική αξιοπιστία της Ένωσης σε ένα περιβάλλον πολλαπλών κρίσεων. Με αυτή την έννοια, η ελληνογαλλική συνεννόηση δεν καταγράφεται απλώς ως διμερής συνεργασία, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής ζύμωσης για το πώς θα μετατραπεί η στρατηγική αυτονομία από σύνθημα σε μηχανισμό.

Το πρώτο δείγμα

Την ίδια στιγμή, η άτυπη σύνοδος στην Κύπρο αποκτά και σαφή περιφερειακή διάσταση μέσα από τις συμμετοχές ηγετών της ευρύτερης περιοχής. Η ανταπόκριση στις προσκλήσεις λειτουργεί ως έμπρακτη επιβεβαίωση της προσπάθειας να έχει η Ευρωπαϊκή Ένωση πιο άμεση παρουσία στις εξελίξεις της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.

Στη σύνοδο δίνουν το παρών παίκτες-κλειδιά, όπως ο πρόεδρος της Αιγύπτου Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι, ο πρόεδρος του Λιβάνου Ζοζέφ Αούν, ο πρόεδρος της Συρίας Αχμέντ αλ Σάρα και ο πρίγκιπας διάδοχος της Ιορδανίας Χουσεΐν μπιν Αμπντάλα, σε μια σύνθεση που δίνει στη συνάντηση χαρακτηριστικά ευρύτερου γεωπολιτικού φόρουμ.

Σε αυτή ακριβώς τη λογική εντάσσεται και η φράση του Κυριάκου Μητσοτάκη ότι «ένα σημαντικό μέρος της ευθύνης βαρύνει και εμάς. Εάν πράγματι επιθυμούμε να έχουμε ουσιαστικό ρόλο στο τραπέζι των εξελίξεων, οφείλουμε να το αποδεικνύουμε έμπρακτα. Πρέπει να είμαστε παρόντες και να καταδεικνύουμε σε όλους τους δρώντες της περιοχής ότι έχουμε κάτι ουσιαστικό να προσφέρουμε». Η τοποθέτηση αυτή συνοψίζει και το βασικό επιχείρημα της ελληνικής πλευράς: ότι η ευρωπαϊκή επιρροή δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο σε ανακοινώσεις, αλλά απαιτεί παρουσία, δίκτυα και πρακτική ικανότητα παρέμβασης.

Η έναρξη της συνόδου γίνεται, πάντως, και σε ένα κλίμα σχετικής πολιτικής ώθησης για την Ένωση, μετά την αποδέσμευση του χρηματοδοτικού πακέτου των 90 δισ. ευρώ για την Ουκρανία. Η εξέλιξη αυτή δίνει στις Βρυξέλλες ένα χειροπιαστό παράδειγμα πολιτικής και οικονομικής κινητοποίησης.

Το ερώτημα που ανοίγει τώρα στην Κύπρο είναι αν η ίδια αποφασιστικότητα μπορεί να μεταφερθεί και στα άλλα ανοιχτά μέτωπα: στο σχέδιο αντιμετώπισης των οικονομικών επιπτώσεων του πολέμου, στην ουσιαστική εφαρμογή της ρήτρας συνδρομής και στη διαμόρφωση μιας πιο συνεκτικής ευρωπαϊκής παρουσίας στην περιοχή.

Διαβάστε ακόμη

Πώς το bitcoin μπορεί σύντομα να ξεπεράσει και πάλι τα $80.000 (γράφημα)

Samuel Laurinkari (Wolt) στο newmoney: Η Ελλάδα είναι μία από τις πιο υψηλής απόδοσης αγορές της Wolt παγκοσμίως

ΔΕΗ: Το στοίχημα των €4 δισ., οι hyperscalers στην Κοζάνη και το νέο ευρωπαϊκό growth story

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα