Η νίκη των Δημοκρατικών αλλάζει τις ισορροπίες στην Ουάσιγκτον και η Αθήνα ξεκινά τη δυναμομέτρηση των επιπτώσεων. Τα 40 F-35 που διεκδικεί ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, οι ανοιχτοί λογαριασμοί στην Ανατολική Μεσόγειο και τα μεγάλα ενεργειακά deals με τις Ηνωμένες Πολιτείες μπαίνουν στην εξίσωση, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα Κογκρέσο που από τον Ιανουάριο θα ελέγχεται από τους πολιτικούς του αντιπάλους.
Το ενδιαφέρον στρέφεται πρωτίστως στο πόσο μπορεί να περιοριστεί η ευχέρεια κινήσεων του Λευκού Οίκου απέναντι στην Άγκυρα. Η Τουρκία επενδύει στον προσωπικό δίαυλο Τραμπ – Ερντογάν, ενώ η Αθήνα έχει χτίσει διακομματικές συμμαχίες στο Καπιτώλιο, που έχουν ήδη δοκιμαστεί στα δύσκολα.
Το αγκάθι των F-35
Το πρώτο μεγάλο τεστ αφορά την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, από το οποίο αποκλείστηκε το 2019 εξαιτίας της αγοράς των ρωσικών S-400.
Η Άγκυρα διεκδικεί 40 μαχητικά πέμπτης γενιάς, όμως στον δρόμο της βρίσκονται δύο διαφορετικά εμπόδια. Οι κυρώσεις CAATSA και το άρθρο 1245 του αμερικανικού αμυντικού νόμου του 2020, που θέτει συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τους S-400 πριν επιτραπεί η μεταφορά F-35 στην Τουρκία.
Μια συμφωνία Τραμπ – Ερντογάν δεν αρκεί, επομένως, για να παρακαμφθεί η νομοθεσία. Η άρση των περιορισμών απαιτεί την εκπλήρωση των νόμιμων προϋποθέσεων ή αλλαγή του σχετικού πλαισίου, στην οποία το Κογκρέσο έχει καθοριστικό λόγο.
Οι σύμμαχοι στο Καπιτώλιο
Η διακομματική στήριξη της Ελλάδας δεν εξαντλείται στις καθιερωμένες διαβεβαιώσεις φιλίας. Τον Αύγουστο του 2025, σαράντα Αμερικανοί βουλευτές ζήτησαν από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ να απορρίψει την επιστροφή της Τουρκίας στα F-35 όσο διατηρεί τους S-400.
Στην πρώτη γραμμή της πρωτοβουλίας βρέθηκαν οι Κρις Πάπας, Γκας Μπιλιράκης, Νικόλ Μαλλιωτάκη και Ντίνα Τάιτους. Η εκλογή του Πάπας στη Γερουσία του Νιου Χάμσαϊρ προσθέτει έναν ακόμη σημαντικό δίαυλο για την Αθήνα, με έναν πολιτικό που έχει αναλάβει επανειλημμένα πρωτοβουλίες για ελληνικά και κυπριακά ζητήματα.
Το βλέμμα στρέφεται τώρα στις κρίσιμες επιτροπές Εξωτερικών Σχέσεων και Ενόπλων Δυνάμεων, που έχουν λόγο στις αμυντικές συμφωνίες και στον έλεγχο της κυβέρνησης. Εκεί αναμένεται, σύμφωνα με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Παύλο Μαρινάκη, να βρεθούν πρόσωπα με τα οποία η ελληνική κυβέρνηση διατηρεί πολύ καλές σχέσεις.
Η ενέργεια
Πέρα από τους εξοπλισμούς, η αμερικανική κάλπη συναντά και τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα που συνδέουν τις δύο χώρες.
Το αμερικανικό LNG, ο Κάθετος Διάδρομος και οι έρευνες υδρογονανθράκων αναβαθμίζουν τον ρόλο της Ελλάδας ως ενεργειακής πύλης προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η Αλεξανδρούπολη και οι ελληνικές υποδομές φυσικού αερίου αποτελούν κρίκους μιας διαδρομής που φιλοδοξεί να τροφοδοτεί τις αγορές των Βαλκανίων και της ευρύτερης περιοχής, περιορίζοντας την εξάρτηση από το ρωσικό αέριο.
Εδώ η επιρροή του Κογκρέσου είναι διαφορετική. Δεν αποφασίζει για κάθε εμπορική συμφωνία, μπορεί όμως να επηρεάσει χρηματοδοτήσεις, κυρώσεις και το νομοθετικό πλαίσιο της ενεργειακής συνεργασίας. Γι’ αυτό και η Αθήνα επιδιώκει συνέχεια στις στρατηγικές συμφωνίες, ανεξαρτήτως της πολιτικής αντιπαράθεσης στην Ουάσιγκτον.
Το παράθυρο του Τραμπ
Η δυναμομέτρηση έχει και ημερομηνία-κλειδί. Την 3η Ιανουαρίου 2027, όταν αναλαμβάνει καθήκοντα το νέο Κογκρέσο. Μέχρι τότε, ο Τραμπ κινείται με τους σημερινούς κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς, διατηρώντας ένα παράθυρο για διπλωματικές και ενδεχομένως νομοθετικές πρωτοβουλίες. Αυτό δεν αναιρεί τους ισχύοντες περιορισμούς για τα τουρκικά F-35, ούτε προεξοφλεί κάποια συμφωνία με την Άγκυρα.
Για την Αθήνα, όμως, η ημερομηνία έχει βαρύτητα. Το ερώτημα είναι εάν ο Αμερικανός πρόεδρος θα επιχειρήσει κάποια κίνηση προς τον Ερντογάν πριν αλλάξει η πλειοψηφία στο Καπιτώλιο. Και κυρίως, τι περιθώρια θα αφήσει αυτή η αλλαγή στους επόμενους χειρισμούς της Ουάσιγκτον.
