search icon

Stories

Οι Έλληνες πίνουμε 510 καφέδες τον χρόνο (ο καθένας): Η ιστορία του αγαπημένου ροφήματος, από τον Λουμίδη και τον Λέντζο στις business δισεκατομμυρίων

Πώς η καθημερινή συνήθεια των Ελλήνων με τις 510 κούπες ετησίως εξελίχθηκε σε μια τεράστια και παγκόσμιας κλίμακας αγορά.

Όταν κάποιος θέλει να προβοκάρει το ελληνικό κοινό, λέει πως “για να υπάρξει αντίδραση, θα πρέπει να τους κόψει κάποιος τον καφέ”. Κάτι τέτοιο, φυσικά, οι Έλληνες δεν θα επιτρέψουμε να γίνει ποτέ. Ίσα- ίσα που πάντα θα βρίσκουμε την ευκαιρία για ένα ποτηράκι φρέντο ακόμα.

“Δεν έχεις δει τίποτα από την κουλτούρα των Ελλήνων, αν δεν δοκιμάσεις τον καφέ τους”, λέει, κρατώντας ένα χάρτινο ποτηράκι με έναν Freddo Espresso στο χέρι, μια ινφλουένσερ που έχει έρθει από… την άλλη άκρη του κόσμου. Η αλήθεια είναι πως έχει δίκιο. Ο καφές ήταν, είναι και θα είναι πάντα ένα μέρος της κουλτούρας μας. Από το φλυτζανάκι του ελληνικού, στο “πάμε στον Άδωνι για καφέ” και τον Λέντζο για τις “φραπεδιές” των 80s-90s και σήμερα στα φρέντο που… μεσουρανούν στις προτιμήσεις του κόσμου.

To ιστορικό πατάρι του Λουμίδη στην Ομόνοια

Όπου υπάρχει κουλτούρα, δηλαδή πολιτισμός, υπάρχει και επιχειρηματικότητα. Και έτσι, όπως εξελίσσεται η κουλτούρα του καφέ στην Ελλάδα, εξελίσσεται και η αγορά του, μετατρεπόμενη σε μια βιομηχανία τόνων. Ξεκινήσαμε από το “Πατάρι του Λουμίδη” στη Σταδίου, όπου έπιναν τον “βαρύ γλυκόν” τους ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Νίκος Γκάτσος, ο Γιώργος Σεφέρης αλλάζοντας την πορεία των ελληνικών γραμμάτων, το καφενείο της Δεξαμενής στο Κολωνάκι που περνούσε τις ώρες του ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και ο Κώστας Βάρναλης, καθώς και το ιστορικό “Παστρέ” του Παστρούδη στην Αλεξάνδρεια, όπου ξημεροβραδιαζόταν με τον βραστό καφέ του ο Καβάφης. Πήγαμε στον Άδωνι που τραγουδήθηκε (από την Αλεξανδρινή Άλκηστι Πρωτοψάλτη!) και τον Γαλαξία στην πλατεία της Νέας Σμύρνης, όπου θα πετύχαινες τον Φάνη Χριστοδούλου να φτιάχνει (μόνος του!) το φραπόγαλο που θα έπινε και στα άλλα στέκια που έπινε το φραπέ της η νεολαία των 80s και 90s, όπως τον θρυλικό Λέντζο.

Και φτάσαμε στο σήμερα. Που κάθε Έλληνας και μη, θα έχει πάντα στο χέρι του έναν φρέντο εσπρέσο ή έναν φρέντο καπουτσίνο. Και πίσω από αυτή τη συνήθεια κρύβεται μια αγορά εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, ένα παγκόσμιο χρηματιστήριο εμπορευμάτων και μια αλυσίδα που ξεκινά από τις φυτείες της Βραζιλίας και του Βιετνάμ.

Πίνουμε 510 καφέδες το χρόνο (ο καθένας)

Το γεγονός ότι πρωτοπορούμε στον καφέ, με τον Βακόνδιο να εφευρίσκει τον φραπέ στα μέσα των 50s και την οικογένεια Ιωσηφίδη τον freddo espresso, το 1991, δεν είναι τυχαίο. Πέρυσι, οι Έλληνες βρεθήκαμε στην πρώτη θέση παγκοσμίως σε παραγγελίες καφέ σύμφωνα με πλατφόρμα διανομής, αφού, όπως προκύπτει, κάθε ένας από εμάς καταναλώνει κατά μέσο όρο 510 κούπες (ή ποτήρια) καφέ τον χρόνο!

Σύμφωνα με την Ελληνική Ένωση Καφέ, στην Ελλάδα καταναλώνονται περίπου 40.000 τόνοι καφέ τον χρόνο. Οι διεθνείς εκτιμήσεις της αγοράς, που μετρούν σε «ισοδύναμο πράσινου», δηλαδή ακαβούρδιστου κόκκου, ανεβάζουν την κατανάλωση για την περίοδο 2025/26 (Οκτώβριος 2025 – Σεπτέμβριος 2026) σε περίπου 71.600 τόνους, δηλαδή γύρω στους 1,2 εκατ. σάκους των 60 κιλών. Η διαφορά που βλέπετε, έχει εξήγηση. Ο καβουρδισμένος καφές χάνει βάρος στο ψήσιμο, ο στιγμιαίος απαιτεί πολλαπλάσια ποσότητα πρώτης ύλης, ενώ στις μετρήσεις μπαίνουν και τα εκατομμύρια τουριστών.

Ο θρυλικός φραπέ, ο… τέως αγαπημένος καφέ των ελλήνων

Με πληθυσμό περίπου 10,4 εκατομμύρια, αυτό σημαίνει από 4 έως σχεδόν 7 κιλά καφέ ανά κάτοικο τον χρόνο, ανάλογα με τη μέθοδο. Παλαιότερα στοιχεία της ΕΕΚ μιλούσαν για περίπου 510 κούπες ανά άτομο ετησίως και συνολικά περίπου 5 δισ. κούπες τον χρόνο.

Τα στοιχεία του εμπορίου επιβεβαιώνουν την εικόνα. Σύμφωνα με τη βάση UN Comtrade, το 2024 η Ελλάδα εισήγαγε περίπου 58.900 τόνους καφέ, αξίας περίπου 427 εκατ. δολαρίων. Το 2025 οι εισαγωγές ακαβούρδιστου καφέ έφτασαν περίπου τους 44.900 τόνους.

Ναι, αλλά τι πίνουμε; Ο freddo είναι ό,τι πιο βολικό υπάρχει σε καφέ και “δικαίως” βλέπει κανείς όλη την ημέρα τους Έλληνες και τις Ελληνίδες να τον κρατάνε στο χέρι ή να… περιμένουν το delivery, ή να περιμένουν σε κάποια ουρά για να τον προμηθευτούν.

Αυτή η μετατόπιση προς το συγκεκριμένο ρόφημα αποτυπώνεται καθαρά και στα στοιχεία για την αγορά εκτός σπιτιού. Στις καφετέριες, ο espresso είναι ο πρώτος καφές σε προτίμηση με 53%, αφήνοντας αρκετά πίσω τον ελληνικό που ακολουθεί με 22%, τον στιγμιαίο με 14% και τον καφέ φίλτρου με 9%. Είναι μια κατάταξη που δεν αποτυπώνει μόνο γούστο, αλλά και αλλαγή πολιτισμικού κώδικα. Η καφετέρια του 2026 δεν δουλεύει με τους ίδιους κανόνες με το παλιό καφενείο, ή το καφέ του 1996. Η μηχανή espresso έχει πια τον πρώτο λόγο και το know-how γύρω από την εκχύλιση, το χαρμάνι, το άλεσμα και το αφρόγαλα έχει μετατραπεί σε μέρος της εμπορικής αξίας του καταστήματος. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι “υπερδυνάμεις” του φραπέ των 80s, όπως ο Λέντζος, το Select, ο Άδωνις και… λοιπές δυνάμεις πέρασαν στην ιστορία, είτε κλείνοντας, είτε περιοριζόμενοι σε μικρούς χώρους, είτε αλλάζοντας.

O Χρήστος Λέντζος, o βασιλιάς» του φραπέ που όμως ο ίδιος έπινε εσπρέσο!

Χαρακτηριστικότερη η περίπτωση του Λέντζου, στο Παγκράτι. Από το 1965 που άνοιξε ως ζαχαροπλαστείο, έγινε ανάρπαστος, φτιάχνοντας έναν θρυλικό φραπέ, που έγινε ως και τραγούδι (Δ. Κοντογιάννης, σε στίχους Μ. Ρασούλη και μουσική Χρ. Νικολόπουλου) και για τη συνταγή του οποίου κυκλοφορούσαν… μύθοι, όπως ότι χρησιμοποιούσε αυγό, μπέικιν πάουντερ ή κρέμα γάλακτος για να πετύχει το πλούσιο μίγμα. Ο ίδιος, απλά χτύπαγε καλά το μίγμα στο σέικερ και έπειτα στη μηχανή.  Μέχρι που το 2013, ως θύμα της κρίσης, έβαλε λουκέτο…

Μαζί με τον Λέντζο, πέρναγε στην ιστορία μια ολόκληρη εποχή. Μια εποχή στην οποία “βασίλευαν” τα πλαστικά σέικερ. Αυτά που κουβαλούσαν οι Έλληνες μαζί τους και με το “σπαστό” για να απολαμβάνουν όλη τη μέρα το φραπέ τους, ακόμα και στην παραλία, αλλά και τα σέικερ “στιγμής”, στα οποία χρειαζόταν απλά να βάλεις παγωμένο νερό και να κουνήσεις για να απολαύσεις φραπέ. Μια εποχή με καφετέριες στις πολύχρωμες καρέκλες των οποίων οι νέοι και όχι μόνο απολάμβαναν “το φραπεδάκι”. Για πάντα;

Η εποχή αυτή δεν πέρασε στη λήθη του παρελθόντος για πάντα, εάν δει κανείς την τάση επιστροφής που εμφανίζεται δειλά- δειλά για τον φραπέ στις καφετέριες, αλλά και αν περάσει κανείς από τον δρόμο στο ράφι του σούπερ μάρκετ. Ειδικά εκεί, η εικόνα αλλάζει και θυμίζει ότι η Ελλάδα δεν ξεχνά εύκολα τις βαθιές της συνήθειες. Εκεί, πρώτος είναι ο ελληνικός καφές με 36%, δεύτερος ο στιγμιαίος με 26%, ενώ espresso και φίλτρου μοιράζονται από 15%.

Χορός δισεκατομμυρίων

Σύμφωνα με τη NielsenIQ, οι πωλήσεις καφέ σε σούπερ μάρκετ, μίνι μάρκετ και καταστήματα καφέ έφτασαν τα 501,4 εκατ. ευρώ το 2025, έναντι 441 εκατ. το 2024, αύξηση 13,7%. Η λεπτομέρεια όμως είναι αποκαλυπτική: ο όγκος αυξήθηκε μόλις 1,8%, ενώ η μέση τιμή 11,9%. Με άλλα λόγια, το μεγαλύτερο μέρος της ανόδου προήλθε από ανατιμήσεις.

Το επτάμηνο Ιανουαρίου–Ιουλίου 2026 οι πωλήσεις έφτασαν τα 304,7 εκατ. ευρώ (+8,9%), με τον όγκο να ανεβαίνει 3,2% και τη μέση τιμή 5,7%. Από το 2018 έως το 2025 η κατηγορία κατέγραψε μέση ετήσια αύξηση 6,5%. Ο καφές είναι πλέον η τρίτη μεγαλύτερη κατηγορία σε τζίρο από τις 171 που παρακολουθεί η NielsenIQ στο οργανωμένο λιανεμπόριο, πίσω μόνο από το τυρί και το γάλα.

Φρέντο εσπρέσο

Και αυτό είναι μόνο το ράφι. Συνυπολογίστε πως στην εστίαση, ο ζεστός ή κρύος καφές αντιστοιχεί στο 57,9% των ροφημάτων που καταναλώνονται σε χώρους φιλοξενίας και στο 74% μέσα σε καφετέριες και αλυσίδες.

Το «χρηματιστήριο» του καφέ

Ο καφές είναι από τα πιο πολυσυζητημένα εμπορεύματα του πλανήτη. Η τιμή του διαμορφώνεται στην Intercontinental Exchange (ICE), σε δύο βασικά συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures): Το ένα είναι τα Arabica («Coffee C») στη Νέα Υόρκη, με τιμή σε σεντς ανά λίβρα. Κάθε συμβόλαιο αντιστοιχεί σε 37.500 λίβρες, περίπου 17 τόνους κόκκων. Και το άλλο τα Robusta στο Λονδίνο (ICE Europe), με τιμή σε δολάρια ανά τόνο.

Στα futures, παραγωγοί, έμποροι, καβουρντζήδες και επενδυτικά κεφάλαια «κλειδώνουν» σήμερα τιμές για μελλοντικές παραδόσεις. Γι’ αυτό η αγορά αντιδρά ακαριαία σε μια πρόγνωση βροχής στο Μίνας Ζεράις, σε έναν δασμό στις ΗΠΑ ή σε μια αλλαγή στα πιστοποιημένα αποθέματα των αποθηκών της ICE. Όταν τον Φεβρουάριο του 2025 η ICE αύξησε τα περιθώρια ασφάλισης (margins) στα 10.410 δολάρια ανά συμβόλαιο arabica, σχεδόν τα διπλάσια σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα, πολλοί πωλητές αναγκάστηκαν να κλείσουν θέσεις και η άνοδος επιταχύνθηκε.

Η Ελλάδα δεν διαθέτει δικό της χρηματιστήριο καφέ. Οι Έλληνες εισαγωγείς και καφεκόπτες αγοράζουν με βάση τις τιμές της ICE και προσθέτουν τα «διαφορικά» ποιότητας και προέλευσης, τα ναύλα, την ενέργεια για το καβούρδισμα, τη συσκευασία και τη διανομή. Πάνω σε όλα αυτά προστίθεται ένα ελληνικό στοιχείο: ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (ΕΦΚ), που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2017 και ανέρχεται σε 2 ευρώ ανά κιλό στον πράσινο καφέ, 3 ευρώ στον έτοιμο εισαγόμενο και 4 ευρώ στον στιγμιαίο.

Ο αρχικός προϋπολογισμός του μέτρου ήταν 70 εκατ. ευρώ τον χρόνο. Το 2023 τα έσοδα έφτασαν τα 140 εκατ., ενώ σωρευτικά από το 2017 έχουν ξεπεράσει το 1 δισ. ευρώ. Η ΕΕΚ ζητά την κατάργηση ή τουλάχιστον τη δραστική μείωσή του, επικαλούμενη το παράδειγμα της Δανίας που κατάργησε φόρους σε καφέ και σοκολάτα, και εκτιμά ότι οι ποσότητες που διακινούνται παράνομα κινούνται στο 10%–15% της αγοράς. Η Ελλάδα είναι, μαζί με τη Γερμανία και το Βέλγιο, από τις λίγες χώρες της ΕΕ με ειδικό φόρο στον καφέ.

Το ασανσέρ των τιμών

Και ενώ τα τσουβάλια πηγαινοέρχονται (ή, για την ακρίβεια, μόνο έρχονται, στην Ελλάδα), η τιμή του arabica στη Νέα Υόρκη έχει κάνει διαδρομή τρενάκι του λούνα παρκ. Γύρω στο 2018 έπεσε κοντά στα 0,95 δολάρια ανά λίβρα λόγω υπερπροσφοράς από τη Βραζιλία. Ο παγετός του 2021 στη Βραζιλία, οι ξηρασίες του 2024 και ο καιρός στο Βιετνάμ γύρισαν το παιχνίδι ανάποδα. Τον Δεκέμβριο του 2024 το arabica ξεπέρασε το ιστορικό υψηλό του 1977 (3,375 δολάρια/λίβρα) και στις 11 Φεβρουαρίου 2025 έγραψε νέο ρεκόρ στα 4,2995 δολάρια/λίβρα, επίπεδο που προσέγγισε ξανά τον Οκτώβριο του 2025. Από τον πάτο του 2018 μέχρι την κορυφή του 2025, η τιμή πολλαπλασιάστηκε περίπου επί 4,5. Στο ίδιο διάστημα, το robusta στο Λονδίνο σκαρφάλωσε πάνω από τα 5.700 δολάρια ανά τόνο.

Το 2026 ήρθε η αποκλιμάκωση. Στις αρχές Οκτωβρίου 2026 το arabica κινούνταν λίγο κάτω από τα 2,95 δολάρια/λίβρα, περίπου 30% χαμηλότερα από την κορυφή.

Στην Ελλάδα βέβαια, αυτή η πτώση δεν φαίνεται γρήγορα στο ποτήρι μας. Τα σούπερ μάρκετ και οι καφεκόπτες πουλούν ακόμη αποθέματα που αγοράστηκαν ακριβά. Το περασμένο έτος, ο επώνυμος αλεσμένος εσπρέσο των 250 γραμμαρίων ανέβηκε από 4,50–5,00 ευρώ κοντά ή και πάνω από τα 7 ευρώ. Στο ίδιο χρονικό διάστημα, ο επώνυμος στιγμιαίος των 200 γραμμαρίων άγγιξε ή ξεπέρασε τα 7,50 ευρώ, ενώ ο ελληνικός και στιγμιαίος κατέγραψαν ανατιμήσεις έως 20%–40% μέσα σε λίγους μήνες.

Στην καφετέρια, ο φρέντο εσπρέσο στο χέρι κοστίζει σήμερα στην Αθήνα 2,30–2,60 ευρώ και στο τραπέζι 3,00–4,00 ευρώ, με τη Θεσσαλονίκη και το Ηράκλειο σε παρόμοια επίπεδα και την Πάτρα και τη Λάρισα λίγο χαμηλότερα.

Οι “παίκτες” της αγοράς

Ποιοι είναι όμως οι πρωταγωνιστές της τεράστιας αυτής αγοράς; Η Nestlé Ελλάς είναι ο μεγάλος παίκτης του συσκευασμένου καφέ, με το Nescafé, τον Λουμίδη Παπαγάλο και το εργοστάσιο επεξεργασίας ελληνικού και συσκευασίας στιγμιαίου καφέ στα Οινόφυτα Βοιωτίας. Ο κύκλος εργασιών της έφτασε τα 460,11 εκατ. ευρώ το 2025, έναντι 413,61 εκατ. το 2024, με την κερδοφορία να πιέζεται από το κόστος πρώτων υλών. Ο Λουμίδης Παπαγάλος έχει ιστορικά μερίδια άνω του 60% στην κατηγορία του ελληνικού καφέ.

Στην άλλη πλευρά βρίσκεται το Bravo, σήμα της JDE Peet’s, που την 1η Απριλίου 2026 πέρασε στον έλεγχο της αμερικανικής Keurig Dr Pepper. Η KDP κατέβαλε περίπου 15,1 δισ. ευρώ για τις μετοχές που προσφέρθηκαν, στα 31,85 ευρώ ανά μετοχή, αποκτώντας το 96,22%. Στόχος της είναι να διαχωριστεί σε δύο εισηγμένες εταιρείες, μία εκ των οποίων θα είναι αποκλειστικά παγκόσμια εταιρεία καφέ, με σήματα όπως Jacobs, L’OR, Peet’s και Douwe Egberts.

Η ελληνική αγορά καφέ στο χέρι έχει γεννήσει αλυσίδες που πλέον έχουν εξαγωγική δραστηριότητα. Μια από αυτές, είναι η Coffee Island του προφυλακισμένου για το σκάνδαλο δωροδοκιών στο μπάσκετ Βαγγέλη Λιόλιου, με περίπου 390 καταστήματα σε περισσότερες από 95 ελληνικές πόλεις και περίπου 60 στο εξωτερικό, σε 14 χώρες. Κύκλος εργασιών περίπου 40 εκατ. ευρώ το 2025. Επεξεργάζεται 1.900 τόνους καφέ τον χρόνο και άνοιξε τον Ιανουάριο του 2026 στη Μονμάρτη του Παρισιού. Άλλη είναι η Mikel (Λάρισα, 2008) με 258 καταστήματα στην Ελλάδα και 120 σε 18 αγορές του εξωτερικού, με ισχυρή παρουσία στην Τουρκία και επόμενο βήμα την Ινδία. Επίσης, τα Coffee Berry και Gregory’s, που επεκτείνονται σε Κύπρο και Ευρώπη. Η μονάδα της Coffee Berry στο Κορωπί έχει δυναμικότητα έως 3.200 τόνους τον χρόνο. Σύμφωνα με τη Euromonitor, Coffee Island και Mikel ηγούνται της αγοράς καφετεριών στην Ελλάδα.

Στον παγκόσμιο χάρτη, τον τόνο δίνουν η Nestlé (Nescafé, Nespresso, Starbucks στο κανάλι λιανικής), η νέα KDP–JDE Peet’s, η Starbucks με τα καταστήματά της και οι Ιταλοί όπως η Lavazza και η illy. Στην πλευρά της προσφοράς, πέντε χώρες (Βραζιλία, Βιετνάμ, Κολομβία, Ινδονησία και Ονδούρα) παράγουν περίπου το 85% του παγκόσμιου καφέ, από περίπου 12,5 εκατ. αγρότες σε περίπου 70 χώρες.

Πού… θα πάει αυτό το ποτήρι;

Η συναίνεση των αναλυτών δείχνει πέρασμα από την έλλειψη στο πλεόνασμα. Η Rabobank περιγράφει τη μετάβαση ως «from tight to light» και προβλέπει πλεόνασμα 7–10 εκατ. σάκων για την περίοδο 2026/27, το πρώτο σημαντικό μετά από χρόνια ελλειμμάτων. Η StoneX εκτιμά πλεόνασμα 10 εκατ. σάκων για το 2026, το μεγαλύτερο σε έξι χρόνια. Το USDA προβλέπει ρεκόρ σοδειάς 71,9 εκατ. σάκων στη Βραζιλία για το 2026/27, αύξηση 14%.

Σε δημοσκόπηση του Reuters τον Μάρτιο του 2026, 11 αναλυτές προέβλεψαν κατά μέσο όρο arabica στα 2,25 δολάρια/λίβρα στο τέλος του 2026. Οι κίνδυνοι παραμένουν: ο καιρός στη Βραζιλία, οι δασμοί, τα ναύλα και οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή, που επηρεάζουν το κόστος λιπασμάτων, μεταφοράς και καβουρδίσματος.

Στην ελληνική αγορά τώρα, στη λιανική, εάν διατηρηθεί ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης της περιόδου 2018–2025 (6,5% τον χρόνο), οι πωλήσεις στο ράφι θα πλησιάσουν τα 690 εκατ. ευρώ το 2030.  Στις κάψουλες, η StrategyH προβλέπει ότι η αγορά καψουλών στην Ελλάδα θα φτάσει τα 155,8 εκατ. δολάρια το 2031, με μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 5,5%. Στον στιγμιαίο, η Statista εκτιμά τα έσοδα της κατηγορίας στα 297,6 εκατ. δολάρια το 2026, με ελαφρά πτωτική τάση (−0,24% τον χρόνο έως το 2031). Στον Ready-to-drink, ο έτοιμος κρύος καφές έφτασε τα 16,8 εκατ. ευρώ το 2025 (+6,3%), αλλά η ανάπτυξη επιβραδύνθηκε στο +0,6% το επτάμηνο του 2026.

Exit mobile version