Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Στα άδυτα της μακροοικονομικής επιστήμης υπάρχουν ορισμένα στατιστικά μεγέθη που, αν και σπάνια καταλαμβάνουν τις πρώτες σελίδες του οικονομικού τύπου, διαθέτουν πολύ μεγαλύτερη προγνωστική ισχύ για το μέλλον των αγορών από τους δείκτες που παρακολουθούνται καθημερινά στα χρηματιστήρια. Στην κορυφή αυτής της κατηγορίας βρίσκεται το νομισματικό μέγεθος Μ3, το οποίο αποτυπώνει το συνολικό αποτύπωμα του χρήματος που κυκλοφορεί σε μια οικονομική επικράτεια.

Η απόφαση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των Ηνωμένων Πολιτειών να διακόψει οριστικά τη δημοσιοποίηση των συγκεκριμένων στοιχείων, την άνοιξη του 2006, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Η επίσημη τοποθέτηση της κεντρικής τράπεζας, σύμφωνα με την οποία η συλλογή των δεδομένων συνεπαγόταν δυσανάλογα υψηλό διοικητικό κόστος σε σχέση με την πρακτική τους χρησιμότητα, αντιμετωπίστηκε με έντονο σκεπτικισμό από μεγάλο μέρος της ακαδημαϊκής κοινότητας.

Η χρονική συγκυρία αυτής της απόφασης δεν φαινόταν καθόλου τυχαία. Το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα διένυε τότε μια περίοδο ακραίας πιστωτικής επέκτασης, με την αγορά ακινήτων να καταγράφει ιστορικά υψηλά, τα τραπεζικά ιδρύματα να εγκρίνουν στεγαστικά δάνεια χωρίς ουσιαστικά κριτήρια φερεγγυότητας και το επενδυτικό κοινό να βρίσκεται σε κατάσταση απόλυτης ευφορίας.

Μόλις δύο χρόνια μετά από αυτή τη συσκότιση των στοιχείων, η κατάρρευση της Lehman Brothers πυροδότησε τη μεγαλύτερη παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση των τελευταίων δεκαετιών. Σήμερα, δύο δεκαετίες μετά, η συζήτηση ανοίγει ξανά, με έμπειρους αναλυτές της αγοράς να επισημαίνουν ότι η Fed εξακολουθεί να εθελοτυφλεί απέναντι στους κινδύνους που εγκυμονεί η ανεξέλεγκτη παραγωγή χρήματος, προειδοποιώντας για νέες, αόρατες ακόμη απειλές.

Τι είναι το Μ3 και η μονεταριστική θεωρία

Για την πλήρη κατανόηση της αντιπαράθεσης, είναι απαραίτητο να οριστεί η φύση του Μ3. Ο συγκεκριμένος δείκτης αποτελεί το πληρέστερο εργαλείο μέτρησης της συνολικής ρευστότητας, καθώς πέρα από τα κέρματα, τα χαρτονομίσματα και τις απλές καταθέσεις όψεως, ενσωματώνει μεγάλα προθεσμιακά χρηματοοικονομικά προϊόντα, μερίδια σε θεσμικά αμοιβαία κεφάλαια της χρηματαγοράς και άλλες μορφές βραχυπρόθεσμων τίτλων με υψηλό βαθμό ρευστότητας.

Οι θιασώτες της ανάλυσης του Μ3 υποστηρίζουν ότι η απότομη διόγκωσή του λειτουργεί ως ένα αδιάψευστο σήμα κινδύνου για τη δημιουργία κερδοσκοπικών φουσκών και την εκδήλωση έντονων πληθωριστικών πιέσεων μεσοπρόθεσμα.

Η προσέγγιση αυτή έλκει την καταγωγή της από τη σχολή του μονεταρισμού και τις θεωρίες του Μίλτον Φρίντμαν. Ο νομπελίστας οικονομολόγος είχε διατυπώσει το περίφημο αξίωμα ότι ο πληθωρισμός αποτελεί πάντα και παντού ένα καθαρά νομισματικό φαινόμενο. Όταν η ποσότητα του χρήματος σε μια οικονομία αυξάνεται με ρυθμό σαφώς ταχύτερο από την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, η υποτίμηση της αγοραστικής δύναμης του νομίσματος και η άνοδος των τιμών αποτελούν μαθηματική βεβαιότητα.

Αυτή η φιλοσοφία καθόρισε τις πολιτικές των κεντρικών τραπεζών για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ενδεικτικά, η κυβέρνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ στο Ηνωμένο Βασίλειο, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, χρησιμοποίησε τον έλεγχο των ευρύτερων νομισματικών δεικτών ως το βασικότερο όπλο για να τιθασεύσει τον πληθωρισμό που απειλούσε τη βρετανική οικονομία.

Η σύγχρονη σπόκλιση και το ρίσκο της πραγματικής οικονομίας

Στον αντίποδα, η αμερικανική κεντρική τράπεζα επέλεξε να αποστασιοποιηθεί από αυτές τις αρχές. Το 2021, ο πρόεδρος της Fed, Τζερόμ Πάουελ, προχώρησε σε μια δήλωση που θεωρήθηκε αιρετική από τους παραδοσιακούς οικονομολόγους, υποστηρίζοντας ότι η αυξομείωση της ποσότητας χρήματος δεν επηρεάζει πλέον ουσιαστικά τις μακροοικονομικές προοπτικές.

Η συγκεκριμένη αντίληψη δοκιμάζεται έντονα στο τρέχον οικονομικό περιβάλλον, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι αντιμέτωπες με μια νέα πλημμύρα ρευστότητας, η οποία τροφοδοτείται τόσο από τις συνεχείς παρεμβάσεις της Fed στις αγορές ομολόγων όσο και από τα διογκούμενα δημοσιονομικά ελλείμματα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.

Πολλοί αναλυτές προειδοποιούν ότι η τρέχουσα στρατηγική επαναλαμβάνει τα σφάλματα που οδήγησαν στην πληθωριστική κρίση της περιόδου 2021-2023. Μετά την υγειονομική κρίση, τεράστια κεφάλαια διοχετεύθηκαν στην αγορά μέσω επιδομάτων και νομισματικής χαλάρωσης, με τους κεντρικούς τραπεζίτες να χαρακτηρίζουν αρχικά την άνοδο των τιμών ως «παροδικό» φαινόμενο, προτού αναγκαστούν να αναθεωρήσουν δραματικά τις εκτιμήσεις τους.

Η κρίσιμη διαφορά σήμερα είναι ότι τα νέα κεφάλαια δεν παραμένουν εγκλωβισμένα εντός του τραπεζικού συστήματος για να ενισχύσουν τους ισολογισμούς, όπως συνέβη μετά το 2008, αλλά διοχετεύονται άμεσα στην πραγματική οικονομία μέσω του τραπεζικού δανεισμού, των μεγάλων επενδυτικών προγραμμάτων και των τεχνολογικών υποδομών.

Αυτή ακριβώς η άμεση διοχέτευση στην αγορά εντείνει τις ανησυχίες των οικονομολόγων, ειδικά σε μια περίοδο που σημαδεύεται από οξείες γεωπολιτικές αναταράξεις και υψηλό ενεργειακό κόστος. Η ιστορική εμπειρία της δεκαετίας του 1970 έχει αποδείξει ότι αν μια ήδη επιβαρυμένη από την υπερβολική ρευστότητα οικονομία δεχθεί ένα εξωτερικό σοκ, οι πληθωριστικές τάσεις μπορούν να λάβουν ανεξέλεγκτες διαστάσεις.

Η ιστορία διδάσκει ότι η υπερβολική προσφορά χρήματος μπορεί να μην γίνεται άμεσα αισθητή, αλλά ποτέ δεν εξανεμίζεται χωρίς να αφήσει το αποτύπωμά της. Οι μεγαλύτερες οικονομικές ανατροπές εκδηλώνονται πάντα τη στιγμή που η πλειοψηφία των παικτών της αγοράς πιστεύει ότι οι κίνδυνοι έχουν εξαλειφθεί πλήρως.

Διαβάστε ακόμη

Πλειστηριασμοί: Εβδομάδα… Σαλιαρέλη και εφοπλιστικών ακινήτων (pics)

Ακρίβεια: Στο Μαξίμου κρίνεται η «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία» για μειώσεις τιμών

Ρεύμα: Άνω-κάτω, ξανά, οι τιμές στο Χρηματιστήριο Ενέργειας (pics)

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα