search icon

Αγορές

CNBC: Οι 100 ημέρες του πολέμου στο Ιράν που άλλαξαν τις αγορές και την παγκόσμια οικονομία (διαγράμματα)

Εκατό ημέρες μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, οι παγκόσμιες αγορές συνεχίζουν να βρίσκονται εν μέσω θύελλας και να επηρεάζονται από τις υψηλές τιμές του πετρελαίου τον επίμονο πληθωρισμό και τις αυξημένες αποδόσεις ομολόγων

Εκατό ημέρες μετά την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, οι επιπτώσεις της σύγκρουσης εξακολουθούν να διαχέονται σε ολόκληρο το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Από τις αγορές μετοχών και ομολόγων έως τις τιμές της ενέργειας και τον πληθωρισμό, ο πόλεμος μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ και του Ιράν έχει μεταβάλει τις ισορροπίες στις διεθνείς αγορές, δημιουργώντας ένα νέο περιβάλλον αβεβαιότητας.

Παρά τις κατά καιρούς διπλωματικές πρωτοβουλίες, οι συνομιλίες μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης παραμένουν σε αδιέξοδο. Οι δύο πλευρές συνεχίζουν να ανταλλάσσουν αντικρουόμενα μηνύματα για την πορεία των διαπραγματεύσεων, ενώ οι στρατιωτικές ενέργειες δεν έχουν σταματήσει πλήρως. Αν και μια εύθραυστη εκεχειρία παραμένει σε ισχύ, η προοπτική μιας οριστικής ειρηνευτικής συμφωνίας εξακολουθεί να μοιάζει μακρινή.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι χρηματοπιστωτικές αγορές προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στον γεωπολιτικό κίνδυνο, τις ενεργειακές αναταράξεις και τις προσδοκίες για την πορεία της παγκόσμιας ανάπτυξης.

Η Wall Street συνεχίζει να γράφει ιστορικά υψηλά

Όταν ξεκίνησαν οι αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις κατά του Ιράν, οι διεθνείς αγορές αντέδρασαν με μαζικές ρευστοποιήσεις. Ωστόσο, η εικόνα άλλαξε γρήγορα, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι βασικοί δείκτες της Wall Street όχι μόνο ανέκτησαν τις αρχικές απώλειες, αλλά κατάφεραν να κινηθούν σε νέα ιστορικά υψηλά επίπεδα. Ο S&P 500 έχει καταγράψει διαδοχικά ρεκόρ, παρά το γεγονός ότι η πολεμική σύγκρουση συνεχίζεται και οι τιμές της ενέργειας παραμένουν σημαντικά υψηλότερες σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα.

Σύμφωνα με επενδυτές και αναλυτές, η ανθεκτικότητα της αμερικανικής αγοράς συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τη δυναμική της τεχνητής νοημοσύνης. Οι προσδοκίες για εκρηκτική ανάπτυξη των επενδύσεων σε υποδομές AI και η ισχυρή κερδοφορία των αμερικανικών επιχειρήσεων έχουν λειτουργήσει ως αντίβαρο στις ανησυχίες που προκαλεί ο πόλεμος.

Ιδιαίτερα ωφελημένες εμφανίζονται οι εταιρείες τεχνολογίας και ημιαγωγών, καθώς η παγκόσμια ζήτηση για υπολογιστική ισχύ αυξάνεται με ταχύτατους ρυθμούς. Η εξέλιξη αυτή έχει ευνοήσει όχι μόνο τις ΗΠΑ αλλά και ασιατικές οικονομίες όπως η Νότια Κορέα και η Ταϊβάν, οι οποίες αποτελούν βασικούς κρίκους στην αλυσίδα παραγωγής προηγμένων τσιπ.

Αντίθετα, οι ευρωπαϊκές αγορές εμφανίζουν πιο συγκρατημένη εικόνα, καθώς η εξάρτησή τους από τις εισαγωγές ενέργειας τις καθιστά πιο ευάλωτες στην άνοδο των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.

Ομόλογα: Η αγορά προεξοφλεί υψηλότερο πληθωρισμό

Η δεύτερη μεγάλη συνέπεια του πολέμου αποτυπώνεται στις αγορές κρατικών ομολόγων.

Οι αποδόσεις των κρατικών τίτλων έχουν κινηθεί ανοδικά σε πολλές ανεπτυγμένες οικονομίες, καθώς οι επενδυτές προεξοφλούν ότι η άνοδος των τιμών της ενέργειας θα διατηρήσει τον πληθωρισμό σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η απόδοση του 30ετούς ομολόγου άγγιξε τον περασμένο μήνα τα υψηλότερα επίπεδα από πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, αντανακλώντας τις ανησυχίες για τη μελλοντική πορεία των επιτοκίων.

Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στην Ευρώπη, ενώ ιδιαίτερα έντονες πιέσεις έχουν δεχθεί τα βρετανικά κρατικά ομόλογα, σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα αντιμετωπίζει παράλληλα πολιτική και δημοσιονομική αβεβαιότητα.

Οι αγορές θεωρούν πλέον ότι ο συνδυασμός υψηλότερου πληθωρισμού, επιβράδυνσης της ανάπτυξης και διαταραχών στις εφοδιαστικές αλυσίδες αποτελεί έναν πραγματικό και διαρκή κίνδυνο για την παγκόσμια οικονομία.

Το πετρέλαιο υποχώρησε από τα υψηλά, αλλά η κρίση παραμένει

Στο επίκεντρο των εξελίξεων παραμένουν τα Στενά του Ορμούζ, η σημαντικότερη ενεργειακή αρτηρία του πλανήτη.

Η περιορισμένη λειτουργία της θαλάσσιας οδού κατά τη διάρκεια του πολέμου έχει προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας. Παρότι οι τιμές του πετρελαίου έχουν αποκλιμακωθεί από τα υψηλά που καταγράφηκαν τους πρώτους μήνες της σύγκρουσης, εξακολουθούν να κινούνται αισθητά υψηλότερα από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο.

Το Brent παραμένει περίπου 36% υψηλότερα σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα, ενώ το αμερικανικό αργό WTI καταγράφει άνοδο σχεδόν 50%.

Οι ζημιές σε ενεργειακές εγκαταστάσεις της Μέσης Ανατολής και οι περιορισμοί στις μεταφορές έχουν δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα στην παγκόσμια προσφορά, αναγκάζοντας πολλές χώρες να αναζητήσουν εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Μία από τις βασικές εξελίξεις των τελευταίων μηνών είναι η σημαντική αύξηση των αμερικανικών εξαγωγών πετρελαίου, οι οποίες έχουν συμβάλει στην απορρόφηση μέρους των κραδασμών της αγοράς.

Παράλληλα, οι αποδεσμεύσεις στρατηγικών αποθεμάτων, οι εξαιρέσεις από ορισμένες κυρώσεις σε ιρανικό και ρωσικό πετρέλαιο, καθώς και η επιβράδυνση της κινεζικής ζήτησης έχουν περιορίσει την ανοδική πίεση στις τιμές.

Ωστόσο, αναλυτές προειδοποιούν ότι εάν τα παγκόσμια αποθέματα συνεχίσουν να μειώνονται με τον σημερινό ρυθμό, οι αγορές ενδέχεται να βρεθούν σύντομα αντιμέτωπες με νέα κρίση προσφοράς. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η επιστροφή του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι θεωρείται πιθανή.

Ο πληθωρισμός επιστρέφει στο προσκήνιο

Τα πρώτα στοιχεία από τις μεγάλες οικονομίες δείχνουν ήδη ότι ο πόλεμος αρχίζει να αφήνει ισχυρό αποτύπωμα στην πραγματική οικονομία.

Η αύξηση του κόστους της ενέργειας μεταφέρεται σταδιακά σε ολόκληρη την παραγωγική αλυσίδα, επηρεάζοντας τις τιμές των καυσίμων, των μεταφορών, της βιομηχανίας και των καταναλωτικών αγαθών.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο πληθωρισμός ανήλθε τον Απρίλιο στο 3,8%, το υψηλότερο επίπεδο σχεδόν τριών ετών, ενώ παρόμοιες πιέσεις καταγράφονται σε αρκετές ευρωπαϊκές και ασιατικές οικονομίες.

Κυβερνήσεις όπως της Γερμανίας και της Ινδίας έχουν ήδη προχωρήσει σε παρεμβάσεις για να περιορίσουν το κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ωστόσο οι αγορές εκτιμούν ότι οι πληθωριστικές πιέσεις θα παραμείνουν για όσο διάστημα η ενεργειακή κρίση δεν αποκλιμακώνεται ουσιαστικά.

Οι αγορές ποντάρουν σε πολιτική λύση

Παρά τις συνεχιζόμενες εχθροπραξίες, ένα σημαντικό τμήμα των επενδυτών εξακολουθεί να πιστεύει ότι καμία από τις δύο πλευρές δεν επιθυμεί τη μακροχρόνια παράταση της σύγκρουσης.

Αυτός είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο οι χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν αποφύγει μέχρι στιγμής ένα νέο κύμα πανικού. Η κυρίαρχη εκτίμηση είναι ότι τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Τεχεράνη αναζητούν μια διέξοδο που θα επιτρέψει τον τερματισμό της κρίσης χωρίς σημαντικές πολιτικές απώλειες.

Ωστόσο, όσο ο πόλεμος συνεχίζεται  οι κίνδυνοι για την παγκόσμια ανάπτυξη, τον πληθωρισμό και τις αγορές παραμένουν υπαρκτοί. Εκατό ημέρες μετά την έναρξη της σύγκρουσης, το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον αν ο πόλεμος επηρεάζει την οικονομία, αλλά πόσο ακόμη μπορεί να αντέξει η παγκόσμια οικονομία να λειτουργεί υπό τη σκιά του.

Διαβάστε ακόμη

Ματιέ Πιγκάς: Ο εκδότης που θέλει να γίνει πρόεδρος της Γαλλίας

Πορτογαλία: Πώς μια χώρα 10 εκατομμυρίων κατοίκων έγινε ο φόβος των Big Tech

Πώς οι Δήμοι γίνονται Smart Cities – Από τους ψηφιακούς βοηθούς στα droneports και τα GR-eco Islands

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα

Exit mobile version