Στις αγορές με τις πιο αυξημένες τοποθετήσεις των επενδυτικών κεφαλαίων σε σχέση με την ιστορική τους εικόνα συγκαταλέγεται η Ελλάδα, σύμφωνα με την HSBC. Ωστόσο, ο συνδυασμός υψηλών θέσεων και εξασθένησης της δυναμικής των εκτιμήσεων κερδοφορίας τοποθετεί την ελληνική αγορά στο λιγότερο ευνοϊκό τμήμα της σχετικής ανάλυσης, μαζί με τη Γερμανία και την Ιταλία, σε μια περίοδο κατά την οποία ο οίκος διαπιστώνει αυξανόμενη επιφυλακτικότητα διεθνώς.
Η HSBC στην τελευταία της έκθεση για την κατανομή των επενδυτικών κεφαλαίων περιγράφει μια αγορά δύο ταχυτήτων, καθώς οι εισροές προς τις μετοχές παραμένουν ανθεκτικές, αλλά η διάθεση των διαχειριστών γίνεται πιο προσεκτική. Οι υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων, οι ανοιχτοί κίνδυνοι στη Μέση Ανατολή και οι νέες αμφιβολίες για την ηγετική θέση των μετοχών τεχνητής νοημοσύνης περιορίζουν την επενδυτική ορμή ενόψει του τέλους του έτους.
Για την Ελλάδα, τα στοιχεία τοποθετήσεων του Σεπτεμβρίου αποτυπώνουν ισχυρή παρουσία στα χαρτοφυλάκια. Στα παγκόσμια funds, η χώρα βρίσκεται μαζί με τη Νότια Κορέα στις αγορές με την υψηλότερη σχετική υπερστάθμιση έναντι του πενταετούς μέσου όρου τους. Στα ευρωπαϊκά funds, Ελλάδα και Αυστρία εμφανίζουν τις περισσότερο αυξημένες θέσεις σε σύγκριση με την ιστορία τους, με την Ελλάδα να βρίσκεται στην κορυφή.
Η μέτρηση αφορά την απόκλιση των ενεργών σταθμίσεων από τα ιστορικά τους επίπεδα. Επομένως, αποτυπώνει πόσο ασυνήθιστα υψηλές είναι οι σημερινές τοποθετήσεις για κάθε αγορά και δεν αποτελεί κατάταξη με βάση το συνολικό ύψος των επενδεδυμένων κεφαλαίων. Η διάκριση έχει σημασία για την ερμηνεία της ισχυρής ελληνικής παρουσίας στα ευρήματα της HSBC.
Το πιο επιφυλακτικό μήνυμα προκύπτει όταν οι θέσεις συνδυάζονται με τις αναθεωρήσεις των προβλέψεων για τα κέρδη ανά μετοχή. Ελλάδα, Γερμανία και Ιταλία κατατάσσονται στην κατηγορία των αγορών με «συνωστισμένες» τοποθετήσεις και επιδείνωση της δυναμικής των εκτιμήσεων. Πρόκειται για ένδειξη λιγότερο ευνοϊκού συνδυασμού θέσεων και προσδοκιών, χωρίς η συγκεκριμένη αναφορά να συνιστά αυτοτελή σύσταση υποστάθμισης της ελληνικής αγοράς.
Στον αντίποδα, Ελβετία, Δανία, Φινλανδία, Σουηδία και Ισπανία εμφανίζουν τον περισσότερο ευνοϊκό συνδυασμό, με σχετικά χαμηλές τοποθετήσεις και βελτιούμενη δυναμική προβλέψεων κερδοφορίας. Η εικόνα αυτή αναδεικνύει τη σημασία της επιλεκτικότητας, καθώς οι διαφοροποιήσεις μεταξύ ευρωπαϊκών αγορών και κλάδων παραμένουν μεγάλες. Για την Ελλάδα, το στοιχείο που απαιτεί προσοχή είναι ότι οι ήδη υψηλές θέσεις συναντούν ασθενέστερη δυναμική στις εκτιμήσεις.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, πάντως, οι επενδυτές συνεχίζουν να διοχετεύουν κεφάλαια στις μετοχές. Οι σωρευτικές εισροές από την αρχή του έτους έχουν φτάσει στο 5,2% του υπό διαχείριση ενεργητικού, το υψηλότερο επίπεδο από το 2021. Τον Οκτώβριο ανήλθαν σε 163 δισ. δολάρια, καταγράφοντας την ισχυρότερη επίδοση από τον Ιούλιο του 2026, παρά τη σχεδόν στάσιμη πορεία των διεθνών μετοχών.
Κατά την HSBC, η απόσταση μεταξύ ανθεκτικών εισροών και υποτονικών χρηματιστηριακών επιδόσεων υποδηλώνει ότι το μακροοικονομικό περιβάλλον παραμένει περισσότερο υποστηρικτικό από όσο δείχνουν οι τιμές. Παρ’ όλα αυτά, ο δείκτης επενδυτικού κλίματος BSSI έχει υποχωρήσει από τα πρόσφατα υψηλά του, παραμένοντας θετικός. Ο οίκος υιοθετεί έτσι ελαφρώς πιο προσεκτική τακτική στάση μέχρι το τέλος του έτους.
Η στροφή προς μεγαλύτερη άμυνα αποτυπώνεται στον κλάδο υγείας, όπου οι τοποθετήσεις αυξάνονται σε ευρωπαϊκά, αμερικανικά και funds αναδυόμενων αγορών. Από την αρχή του τέταρτου τριμήνου, ο κλάδος ενισχύεται κατά περίπου 6% παγκοσμίως και 7,8% στην Ευρώπη, έναντι μόλις 0,1% για τον FTSE All-World. Παρά την υπεραπόδοση, οι θέσεις δεν θεωρούνται ακραίες ιστορικά, αφήνοντας περιθώριο περαιτέρω ενίσχυσης.
Στη Γαλλία, αντίθετα, παγκόσμια και ευρωπαϊκά funds έχουν μειώσει τις τοποθετήσεις τους στα χαμηλότερα επίπεδα τουλάχιστον πενταετίας. Οι ασθενέστερες μακροοικονομικές προβλέψεις, η επιδείνωση των συναινετικών εκτιμήσεων και το λιγότερο υποστηρικτικό δημοσιονομικό περιβάλλον περιορίζουν, σύμφωνα με την HSBC, τα περιθώρια ανάκαμψης. Ο οίκος διατηρεί σύσταση underweight για τη γαλλική αγορά και θεωρεί ότι παραμένει ευάλωτη σε περαιτέρω μείωση της έκθεσης των επενδυτών.
Στα χρηματοοικονομικά, οι τοποθετήσεις μειώθηκαν κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες στο τελευταίο τρίμηνο, με τις τράπεζες να ευθύνονται για το μεγαλύτερο μέρος της υποχώρησης. Η HSBC παραμένει overweight στον ευρύτερο κλάδο, καθώς η αυστηρότερη νομισματική πολιτική μπορεί να εξακολουθήσει να τον στηρίζει. Επισημαίνει, όμως, ότι η παραμονή των επιτοκίων σε υψηλά επίπεδα μπορεί σταδιακά να επιβαρύνει την οικονομική δραστηριότητα και τη ζήτηση πιστώσεων.
Στα βασικά καταναλωτικά αγαθά, η βελτίωση των αναθεωρήσεων κερδοφορίας συνοδεύεται από ήδη αυξημένες θέσεις και αναμενόμενη ανάπτυξη κερδών για το 2027 χαμηλότερη της αγοράς, διατηρώντας τη σύσταση underweight. Παράλληλα, η ανάλυση μεμονωμένων μετοχών αναδεικνύει τις UPM-Kymmene, Alcon, LEG Immobilien, Hiscox και Prysmian ως περιπτώσεις χαμηλών ιστορικά τοποθετήσεων με βελτιούμενες εκτιμήσεις. Αντίθετα, Helvetia Baloise, Pirelli, Vend Marketplaces, Lufthansa και Weir συνδυάζουν υψηλές θέσεις με ασθενέστερη δυναμική προβλέψεων, προσφέροντας ενδείξεις για πιθανές επενδυτικές επιλογές αντίθετες στο κυρίαρχο ρεύμα.
