Οι εξαιρετικά υψηλές αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων δεν αποτελούν απλώς ακόμη ένα επεισόδιο αναταραχής στις αγορές, αλλά ενδέχεται να προαναγγέλλουν μια πολύ βαθύτερη κρίση προσιτότητας για τα αμερικανικά νοικοκυριά, σύμφωνα με τον οικονομολόγο Μοχάμεντ Ελ-Εριάν.
«Δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο sell-off στην αγορά ομολόγων», προειδοποίησε ο Ελ-Εριάν σε άρθρο γνώμης στους New York Times. Ο πρώην διευθύνων σύμβουλος της PIMCO υποστήριξε ότι, εάν συνεχιστούν οι πιέσεις στις τιμές των ομολόγων, η σημερινή κατάσταση «θα μπορούσε να σηματοδοτήσει την αρχή μιας διαρθρωτικής οικονομικής μεταβολής, πιο μακροχρόνιας και με μεγαλύτερες παγκόσμιες συνέπειες από τα περισσότερα προηγούμενα επεισόδια μεταβλητότητας στις αγορές».
Παρά την ανακοίνωση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών ότι θα αυξήσει στα 4 δισ. δολάρια το μέγεθος των επαναγορών μακροπρόθεσμων κρατικών τίτλων, οι πωλήσεις δεν έχουν σταματήσει.
Με το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ να έχει ξεπεράσει πλέον τα 40 τρισ. δολάρια, ακόμη και μικρές μεταβολές στα επιτόκια μεταφράζονται σε τεράστια ποσά για τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (CBO), οι καθαρές δαπάνες για τόκους του δημόσιου χρέους στο οικονομικό έτος 2026 ανέρχονται πλέον στα 963 δισ. δολάρια. Αυτό σημαίνει ότι η εξυπηρέτηση των τόκων αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη κατηγορία ετήσιων ομοσπονδιακών δαπανών, πίσω μόνο από την Κοινωνική Ασφάλιση.
«Αυτό σημαίνει ότι μεγαλύτερο μέρος των ομοσπονδιακών εσόδων –σχεδόν 20%– κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση του χρέους, αφήνοντας λιγότερα διαθέσιμα, για παράδειγμα, για την άμυνα ή την υγειονομική περίθαλψη», σημείωσε ο Ελ-Εριάν.
Όσο περισσότερο παραμένει άλυτο το πρόβλημα, τόσο αυξάνονται, κατά τον ίδιο, οι πιθανότητες να δημιουργηθούν «σημαντικοί κίνδυνοι για την ευημερία μας».
Ένα «ανησυχητικό» περιβάλλον
Δεν είναι μόνο το ύψος των αποδόσεων και το μέγεθος του αμερικανικού χρέους που προβληματίζουν τον Ελ-Εριάν. Ο οικονομολόγος εστιάζει στους ιδιαίτερους παράγοντες που βρίσκονται πίσω από τη σημερινή αναταραχή στην αγορά ομολόγων, οι οποίοι, κατά την εκτίμησή του, καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη μια γρήγορη λύση από τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής.
Σε αντίθεση με προηγούμενες περιόδους απότομης ανόδου των αποδόσεων, ο Ελ-Εριάν δεν θεωρεί ότι ο βασικός παράγοντας αυτή τη φορά είναι ο ανεξέλεγκτος πληθωρισμός.
«Αυτό που έχει εκτιναχθεί είναι η πραγματική απόδοση, δηλαδή η πρόσθετη, προσαρμοσμένη στον πληθωρισμό αποζημίωση που απαιτούν οι επενδυτές προκειμένου να αναλάβουν τον κίνδυνο αγοράς χρέους σε έναν πιο ασταθή κόσμο», εξηγεί.
Για τον λόγο αυτό, εκτιμά ότι το σημερινό περιβάλλον είναι «ανησυχητικό».
Η AI απορροφά εκατοντάδες δισ. από τις αγορές
Ένας από τους παράγοντες που ενισχύουν τη ζήτηση για κεφάλαια είναι, σύμφωνα με τον Ελ-Εριάν, ο τεράστιος δανεισμός των hyperscalers για την κατασκευή data centers τεχνητής νοημοσύνης.
Επικαλούμενος στοιχεία της Goldman Sachs, αναφέρει ότι οι μεγάλοι τεχνολογικοί όμιλοι έχουν ήδη εκδώσει σχεδόν 500 δισ. δολάρια σε ομόλογα μέσα στο 2026 και πιθανότατα θα δανειστούν τουλάχιστον άλλα 300 δισ. δολάρια μέχρι το τέλος του έτους.
Ο Ελ-Εριάν εκφράζει την ελπίδα ότι οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη θα οδηγήσουν σε υψηλότερη παραγωγικότητα και σημαντική αύξηση των εισοδημάτων, προειδοποιεί όμως ότι κάθε τόσο βαθιά οικονομική μετάβαση πρέπει να γίνεται με προσοχή.
Παράλληλα, θεωρεί ότι η προσπάθεια περιορισμού των εταιρικών επενδύσεων μέσω υψηλότερων επιτοκίων πιθανότατα δεν θα είναι αρκετή, καθώς ο φόβος ότι κάποιος θα μείνει εκτός της έκρηξης της AI– είναι ιδιαίτερα έντονο.
Την ίδια στιγμή που οι τεχνολογικές εταιρείες διεκδικούν τεράστιες ποσότητες κεφαλαίων, παραδοσιακοί αγοραστές αμερικανικών κρατικών ομολόγων εμφανίζονται λιγότερο πρόθυμοι να τοποθετηθούν, λόγω των δικών τους εσωτερικών προβλημάτων.
Ο Ελ-Εριάν αναφέρει ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την Ιαπωνία. Καθώς το γεν υποχώρησε σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από τη δεκαετία του 1990, ενισχύθηκαν οι φόβοι ότι η χώρα θα μπορούσε να αρχίσει να πουλά αμερικανικά κρατικά ομόλογα προκειμένου να στηρίξει το νόμισμά της.
Ποιοι θα πληρώσουν τον λογαριασμό
Η εκτίναξη των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων έχει ήδη προκαλέσει σημαντικές ανακατατάξεις στις παγκόσμιες αγορές.
Αξιοσημείωτη είναι η υποχώρηση της ισχύος του αμερικανικού νομίσματος με τον δείκτη δολαρίου να βρίσκεται περίπου στις 99 μονάδες, έναντι 101,53 λίγους μόλις μήνες νωρίτερα.
Στον αντίποδα, οι επενδυτές διοχετεύουν δισεκατομμύρια σε περιουσιακά στοιχεία που παραδοσιακά αντιμετωπίζονται ως αντιστάθμιση έναντι του πληθωρισμού. Ο χρυσός και το Bitcoin έχουν αμφότερα ενισχυθεί τον τελευταίο μήνα.
Οι σημαντικότερες συνέπειες, όμως, ενδέχεται να γίνουν αισθητές στην πραγματική οικονομία και στα νοικοκυριά.
Παρότι η Freddie Mac ανακοίνωσε μικρή αποκλιμάκωση του επιτοκίου των 30ετών στεγαστικών δανείων στο 6,65%, ο Ελ-Εριάν προειδοποιεί ότι η στέγαση, τα δάνεια αυτοκινήτων και τα υπόλοιπα των πιστωτικών καρτών βρίσκονται στο στόχαστρο της αναταραχής στην αγορά ομολόγων.
Κατά την εκτίμησή του, τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος είναι εκείνα που κινδυνεύουν να δεχθούν το ισχυρότερο πλήγμα.
Τα υψηλότερα επιτόκια, όπως προειδοποιεί, «θα αφήσουν ακόμη περισσότερους υποψήφιους αγοραστές πρώτης κατοικίας εκτός αγοράς και θα αυξήσουν το καθημερινό κόστος μετακίνησης».
Η ουσία της προειδοποίησης του Ελ-Εριάν συνοψίζεται στον τίτλο που επέλεξε για την παρέμβασή του: «Η Αμερική πρόκειται να γίνει ακριβότερη».
Διαβάστε ακόμη
Citi: Τρεις λόγοι που ευνοούν τις ευρωπαϊκές μετοχές – Περιθώριο ανόδου 8%
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
