Το κόστος δανεισμού της Γαλλίας εκτινάσσεται, καθώς οι επενδυτές σε ολόκληρο τον κόσμο αρχίζουν να συνειδητοποιούν τον κίνδυνο μιας γενικευμένης κρίσης δημόσιου χρέους στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης. Η ένταση στις χρηματοπιστωτικές αγορές έχει πλέον αρχίσει να ξεπερνά τα γαλλικά σύνορα, εντείνοντας τους φόβους ότι το πολιτικό αδιέξοδο στη Γαλλία θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ευρύτερο περιφερειακό πρόβλημα.
Οι μνήμες από την κρίση κρατικού χρέους της Ευρωζώνης, η οποία πριν από περίπου 15 χρόνια απείλησε ακόμη και την επιβίωση του ενιαίου νομίσματος, αρχίζουν να επιστρέφουν. Το ερώτημα σύμφωνα με το Politico, είναι εάν η κατάσταση μπορεί πραγματικά να γίνει τόσο σοβαρή όσο τότε.
Γιατί συμβαίνει αυτό;
Η Γαλλία δεν έχει καταφέρει να παρουσιάσει ισοσκελισμένο προϋπολογισμό εδώ και περισσότερα από 30 χρόνια.
Από το 2019 δεν έχει κατορθώσει να διατηρήσει το δημοσιονομικό της έλλειμμα εντός του ορίου που έχει συμφωνηθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς βρίσκεται αντιμέτωπη με το αυξανόμενο κόστος του συνταξιοδοτικού συστήματος αλλά και προκλήσεις όπως ο επανεξοπλισμός και η πράσινη μετάβαση.
Το βάρος του γαλλικού χρέους είναι πλέον τόσο μεγάλο —και αυξάνεται με τόσο γρήγορο ρυθμό— ώστε ορισμένοι αρχίζουν να ανησυχούν για το κατά πόσο η χώρα θα μπορέσει να το αποπληρώσει στο σύνολό του.
Τι θα συμβεί εάν τα προβλήματα της Γαλλίας επιδεινωθούν; Βρίσκεται η Ευρώπη μπροστά σε μια νέα υπαρξιακή κρίση; Θα σπεύσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να παρέμβει με ένα νέο «whatever it takes»; Και, εάν το κάνει, θα είναι αρκετό;
Πόσο σοβαρή είναι η κατάσταση;
Οι ανησυχίες των επενδυτών γύρω από το δημοσιονομικό και πολιτικό αδιέξοδο της Γαλλίας έχουν διογκωθεί σημαντικά. Για πολλά χρόνια, οι αγορές αντιμετώπιζαν τη Γερμανία και τη Γαλλία ως περίπου ισοδύναμους πιστωτικά εκδότες. Το πρόσθετο ασφάλιστρο που απαιτούσαν οι επενδυτές για να διακρατούν 10ετή γαλλικά ομόλογα αντί των αντίστοιχων γερμανικών ήταν εξαιρετικά μικρό.
Μετά την πανδημία, όμως, και ακόμη περισσότερο μετά το καταστροφικό πολιτικό στοίχημα του Προέδρου Εμανουέλ Μακρόν να προκηρύξει πρόωρες εκλογές πριν από δύο χρόνια, το spread άρχισε να αυξάνεται — αρχικά σταδιακά και πλέον απότομα.
Από τις 0,55 ποσοστιαίες μονάδες στα μέσα Σεπτεμβρίου, η διαφορά είχε εκτιναχθεί στις 1,45 ποσοστιαίες μονάδες το πρωί της Δευτέρας. Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο από την κρίση χρέους του 2012.
Σε απόλυτους αριθμούς, η απόδοση του 10ετούς γαλλικού ομολόγου πλησιάζει πλέον το 5%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2008.
Οι ανησυχίες έχουν γίνει τόσο σοβαρές, ώστε ο διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας, Εμανουέλ Μουλέν, προειδοποίησε ότι «πρέπει να γίνουν τα πάντα» προκειμένου να αποτραπεί μια κρίση χρέους πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2027.
Η πίεση αρχίζει να μεταδίδεται στην υπόλοιπη Ευρώπη
Η Γαλλία αποτέλεσε την εξαίρεση στην Ευρώπη τις τελευταίες εβδομάδες, όμως τα spreads των κρατικών ομολόγων —δηλαδή τα επιπλέον ασφάλιστρα κινδύνου που απαιτούν οι επενδυτές για κάθε χώρα— έχουν αρχίσει να διευρύνονται και για την Ιταλία, το Βέλγιο και την Ελλάδα.
Υπάρχουν, παράλληλα, ενδείξεις ότι οι αγορές αποκτούν συνολικά πιο αρνητική στάση απέναντι στην Ευρώπη. Το ευρώ υποχώρησε τη Δευτέρα σε χαμηλό 17 μηνών έναντι του δολαρίου.
Βρισκόμαστε ήδη σε κρίση;
Οι κινήσεις στις αγορές είναι απότομες, ωστόσο το ασφάλιστρο κινδύνου δεν βρίσκεται ακόμη σε επίπεδα που θα χαρακτηρίζονταν συνήθως ως επίπεδα κρίσης.
Το πρόβλημα είναι ότι οι τιμές των ομολόγων —οι οποίες κινούνται αντίστροφα από τις αποδόσεις— μπορούν να υποχωρήσουν πολύ γρήγορα όταν οι επενδυτές επανεκτιμούν τον κίνδυνο.
Η ίδια η δομή της ιδιοκτησίας του γαλλικού χρέους θα μπορούσε επίσης να ενισχύσει ένα ενδεχόμενο sell-off. Σε αντίθεση με την Ιταλία, όπου το μεγαλύτερο μέρος του κρατικού χρέους βρίσκεται σε εγχώρια χέρια, περισσότερο από το μισό γαλλικό χρέος κατέχεται από ξένους επενδυτές, οι οποίοι τείνουν να αποχωρούν ταχύτερα όταν οι συνθήκες γίνονται ασταθείς.
Η Sumitomo Mitsui DS Asset Management, ένας από τους μεγαλύτερους διαχειριστές κεφαλαίων της Ιαπωνίας, ανακοίνωσε το Σαββατοκύριακο ότι πούλησε το σύνολο των γαλλικών ομολόγων που κατείχε.
Σε περίπτωση επιτάχυνσης των πωλήσεων —ή, ακόμη χειρότερα, αναγκαστικών ρευστοποιήσεων— ο κίνδυνος μετάδοσης της κρίσης σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης αυξάνεται περαιτέρω.
Στο βλέμμα των αγορών η ΕΚΤ
Η διεύρυνση των spreads μεταξύ των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων έχει φέρει στο προσκήνιο το ερώτημα εάν και με ποιον τρόπο θα μπορούσε η ΕΚΤ να ανακόψει την αναταραχή.
Το Transmission Protection Instrument (TPI) επιτρέπει στην ΕΚΤ να αγοράζει κρατικά ομόλογα στη δευτερογενή αγορά προκειμένου να αντιμετωπίσει «αδικαιολόγητες και άτακτες» κινήσεις στις αγορές — αλλά μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Προτού ενεργοποιήσει το TPI, η ΕΚΤ πρέπει να κρίνει ότι η συγκεκριμένη χώρα ακολουθεί υγιείς και βιώσιμες δημοσιονομικές και οικονομικές πολιτικές.
Στην περίπτωση της Γαλλίας, αυτό θα απαιτούσε σημαντικά μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής, τα οποία θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να εφαρμοστούν πολιτικά πριν από τις εκλογές του 2027.
«Η βοήθεια πιθανότατα θα απαιτούσε πραγματική δέσμευση στη σταθερότητα, μέσω δημοσιονομικής πειθαρχίας, μεταρρυθμίσεων ή και των δύο. Η εξασφάλιση αυτής της στήριξης δεν θα είναι εύκολη πολιτικά», δήλωσε ο επικεφαλής οικονομολόγος της Allianz Global Investors, Κρίστιαν Σουλτς.
Θα μπορούσε να «παγώσει» η ποσοτική σύσφιγξη;
Η ΕΚΤ θα μπορούσε επίσης, θεωρητικά, να παρέμβει μέσω του ισολογισμού της.
Τα τελευταία δύο χρόνια επιτρέπει στα ομόλογα που είχε αγοράσει κατά την περίοδο της ποσοτικής χαλάρωσης (QE) να λήγουν χωρίς να επανεπενδύει τα κεφάλαια. Αυτό αναγκάζει τις κυβερνήσεις να αναχρηματοδοτούν το χρέος που λήγει απευθείας από τις αγορές.
Με τον τρόπο αυτό αυξάνεται η καθαρή προσφορά ομολόγων στην αγορά και ενισχύονται οι ανοδικές πιέσεις στις αποδόσεις.
Ο Κάρστεν Μπρζέσκι, επικεφαλής μακροοικονομικής έρευνας της ING, υποστήριξε ότι η ΕΚΤ θα μπορούσε να «διακόψει προσωρινά την ποσοτική σύσφιγξη και να επανεπενδύσει με ευέλικτο τρόπο τα ομόλογα που λήγουν στο χαρτοφυλάκιό της, στέλνοντας ένα θετικό μήνυμα στις αγορές ομολόγων».
Το ενδεχόμενο αυτό έθεσε τη Δευτέρα και ο Λορέντσο Μπίνι Σμάγκι, πρώην μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ.
Η ίδια λογική βρίσκεται και στον πυρήνα της έκκλησης του υποψηφίου της γαλλικής ριζοσπαστικής Αριστεράς για την προεδρία, Ζαν-Λικ Μελανσόν, ο οποίος ζητεί από την ΕΚΤ να βάλει ένα μέρος του κρατικού χρέους «στην κατάψυξη».
Τι μπορεί να γίνει με τα επιτόκια;
Εάν οι πιέσεις εξαπλωθούν στην ευρύτερη Ευρωζώνη, η ΕΚΤ θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει και το άλλο μεγάλο —αλλά λιγότερο στοχευμένο— όπλο της: τα επιτόκια, προκειμένου να συγκρατήσει το κόστος δανεισμού, σύμφωνα με αναλυτές.
«Η παρέμβαση της ΕΚΤ εξακολουθεί να φαίνεται αρκετά μακριά, όμως ένα πρώτο βήμα θα ήταν να περιορίσει τις προσδοκίες για τις αυξήσεις επιτοκίων που έχουν ήδη τιμολογηθεί στις αγορές», ανέφεραν αναλυτές της Mitsubishi UFJ Financial Group.
Οι αγορές έχουν ήδη περιορίσει σημαντικά τα στοιχήματά τους για πρόσθετη νομισματική σύσφιγξη. Ωστόσο, η Πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ φρόντισε στην τελευταία συνέντευξη Τύπου να αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο περαιτέρω αυξήσεων των επιτοκίων.
Και με τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη να έχει φθάσει στο 3,8% τον Σεπτέμβριο, στο υψηλότερο επίπεδο τριών ετών, τα περιθώρια χαλάρωσης της Φρανκφούρτης παραμένουν περιορισμένα.
Ποιο είναι το χειρότερο σενάριο;
Όπως σημείωσε πρόσφατα ο Ρόμπιν Μπρουκς, senior fellow του Brookings Institution, η ΕΚΤ δεν μπορεί να σπεύδει αμέσως σε κάθε διάσωση.
«Πρέπει να υπάρξει μια περίοδος δισταγμού, σαν μια ντεμπιτάντ σε χορό που παριστάνει τη δύσκολη», υποστήριξε. «Σε αυτήν ακριβώς την περίοδο βρισκόμαστε τώρα».
Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι εάν η στήριξη της Γαλλίας αποδειχθεί ο μοναδικός τρόπος για να διατηρηθεί ενωμένη η Ευρωζώνη, τότε η ΕΚΤ θα προχωρήσει στην παρέμβαση — ακόμη και με τίμημα την «απόλυτη φρίκη στη Γερμανία και την υπόλοιπη Βόρεια Ευρώπη».
Διαβάστε ακόμη
Πληροφορική: Προς νέο κύμα εισαγωγών και μετατάξεων στο Euronext Athens – Οι 7 περιπτώσεις
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
