Η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Άντι Μπέρναμ, τον έβδομο πρωθυπουργό της Βρετανίας μέσα σε δέκα χρόνια, σηματοδοτεί μια νέα πολιτική περίοδο. Ωστόσο, το ενδιαφέρον των επενδυτών έχει στραφεί κυρίως στον νέο υπουργό Οικονομικών (Chancellor of the Exchequer), Τζον Χίλι, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του το βράδυ της Δευτέρας.
Ο νέος επικεφαλής του υπουργείου Οικονομικών καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην εφαρμογή της πιο αριστερόστροφης ατζέντας που έχει προαναγγείλει ο Μπέρναμ και στη διατήρηση της εμπιστοσύνης των χρηματοπιστωτικών αγορών.
Ανησυχία των αγορών για τη δημοσιονομική πορεία
Καθώς εντεινόταν η πίεση προς τον πρώην πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ και ο Μπέρναμ αναδεικνυόταν ως το φαβορί για τη διαδοχή του, η αγορά βρετανικών κρατικών ομολόγων βρέθηκε σε αναταραχή, καθώς οι επενδυτές ανησυχούσαν ότι μια νέα κυβέρνηση θα ακολουθούσε πιο χαλαρή δημοσιονομική πολιτική.
Η πρώην υπουργός Οικονομικών, Ρέιτσελ Ριβς, είχε θέσει ως βασική προτεραιότητα τη διατήρηση των λεγόμενων «δημοσιονομικών κανόνων», που αποσκοπούν στον περιορισμό των δημόσιων δαπανών και του κρατικού δανεισμού.
Στις τελευταίες της δημόσιες παρεμβάσεις υπερασπίστηκε το έργο της, υποστηρίζοντας ότι πέτυχε μείωση του δημόσιου δανεισμού και ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης.
Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι ο καθαρός δανεισμός του δημόσιου τομέα μειώθηκε κατά περίπου ένα τρίτο τον Ιούνιο σε σύγκριση με έναν χρόνο πριν, καθώς τα φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν και οι δαπάνες υποχώρησαν οριακά.
Παρά τη βελτίωση αυτή, ο δανεισμός κατά το οικονομικό έτος έως τον Ιούνιο παραμένει ο δέκατος υψηλότερος που έχει καταγραφεί για την περίοδο Απριλίου-Ιουνίου από τις αρχές της δεκαετίας του 1990.
Παράλληλα, τόσο η Ριβς όσο και ο Στάρμερ δέχθηκαν έντονη κριτική για επιλογές όπως η αύξηση των εργοδοτικών εισφορών (National Insurance) και οι υποχωρήσεις στις μεταρρυθμίσεις του κοινωνικού κράτους, προκειμένου να κατευνάσουν αντιδράσεις βουλευτών των Εργατικών.
Παρά τη μείωση του ετήσιου δανεισμού, το δημόσιο χρέος της Βρετανίας εξακολουθεί να αντιστοιχεί περίπου στο 95% του ΑΕΠ.
Οι πρώτες δεσμεύσεις του Μπέρναμ
Παρότι η συνολική οικονομική στρατηγική της νέας κυβέρνησης δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί, ο Μπέρναμ έχει δεσμευτεί να αντιμετωπίσει τα μεγάλα διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας.
Μεταξύ των προτεραιοτήτων του περιλαμβάνονται η μεταρρύθμιση της κοινωνικής φροντίδας, η κατασκευή αριθμού-ρεκόρ κοινωνικών κατοικιών και η στήριξη των νοικοκυριών που συνεχίζουν να πιέζονται από την κρίση του κόστους ζωής.
Την ίδια στιγμή, έχει διαμηνύσει ότι επιθυμεί να είναι ένας «φιλοεπιχειρηματικός» πρωθυπουργός.
Η πρώτη ουσιαστική οικονομική παρέμβαση της κυβέρνησης ανακοινώθηκε την Τρίτη, όταν ο Μπέρναμ και ο Χίλι γνωστοποίησαν ότι ο ΦΠΑ στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος θα μειωθεί από 5% σε 0% από τον Οκτώβριο.
Το μέτρο αναμένεται να κοστίσει περίπου 850 εκατ. λίρες κατά το οικονομικό έτος 2026-2027 και θα χρηματοδοτηθεί από την κατάργηση του προγράμματος Digital ID της προηγούμενης κυβέρνησης, το οποίο υπολογιζόταν ότι θα κόστιζε 1,8 δισ. λίρες μέσα στην επόμενη τριετία.
«Για πολύ καιρό, πάρα πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στο αυξημένο κόστος ζωής. Η σημερινή μείωση του φόρου στην ενέργεια θα δώσει στις οικογένειες μεγαλύτερη ανάσα στους λογαριασμούς τους και μεγαλύτερη ασφάλεια ενόψει του χειμώνα», δήλωσε ο Χίλι.
Περισσότερες λεπτομέρειες για τις βασικές μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης αναμένεται να παρουσιαστούν εντός της ημέρας.
Άμυνα και δημόσιες δαπάνες στο επίκεντρο
Ο Χίλι θεωρείται ένθερμος υποστηρικτής της αύξησης των αμυντικών δαπανών.
Η ανάληψη του υπουργείου Οικονομικών έρχεται λίγες εβδομάδες μετά την παραίτησή του από το υπουργείο Άμυνας της κυβέρνησης Στάρμερ, όταν είχε δηλώσει ότι η τότε κυβέρνηση «δεν ήταν διατεθειμένη να διαθέσει τους απαραίτητους πόρους για την άμυνα της χώρας».
Υπενθυμίζεται ότι πέρυσι ο Στάρμερ είχε δεσμευτεί για σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών, λίγο πριν το ΝΑΤΟ αναθεωρήσει προς τα πάνω τους στόχους στρατιωτικών δαπανών των κρατών-μελών.
Τα ομόλογα θα καθορίσουν τα όρια της πολιτικής
Οι αγορές κρατικών ομολόγων είχαν αντιμετωπίσει θετικά την παραμονή των Στάρμερ και Ριβς στις θέσεις τους, ενώ κάθε σενάριο αποχώρησής τους προκαλούσε έντονες διακυμάνσεις στις αποδόσεις των βρετανικών ομολόγων (gilts).
Μετά τις τοπικές εκλογές του Μαΐου, όταν ενισχύθηκαν οι φήμες περί αποχώρησης του Στάρμερ, το κόστος δανεισμού της Βρετανίας εκτινάχθηκε στο υψηλότερο επίπεδο μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.
Την Τρίτη, πάντως, οι αποδόσεις των βρετανικών ομολόγων υποχώρησαν σε όλες τις διάρκειες, ένδειξη ότι οι επενδυτές υποδέχθηκαν θετικά τις επιλογές του Μπέρναμ για το νέο υπουργικό συμβούλιο.
Σε ορίζοντα ενός μήνα, όμως, η απόδοση του 10ετούς βρετανικού ομολόγου έχει αυξηθεί κατά περίπου 19 μονάδες βάσης, ενώ εκείνη του 30ετούς κατά περίπου 21 μονάδες βάσης.
Μέρος της ανόδου αποδίδεται στις οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν, που αύξησε το κόστος δανεισμού διεθνώς, ωστόσο τα βρετανικά ομόλογα εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με αισθητά υψηλότερες αποδόσεις σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της G7.
«Οι αγορές θα επιβάλουν δημοσιονομική πειθαρχία»
Ο διαχειριστής του Polar Capital UK Value Opportunities Fund, Τζορτζ Γκόντμπερ, εκτίμησε ότι σημαντικό μέρος της πρόσφατης ανόδου των αποδόσεων οφείλεται στις προσδοκίες γύρω από τον Μπέρναμ.
Όπως σημείωσε, η αύξηση κατά περίπου 50 μονάδες βάσης στις αποδόσεις των ομολόγων τον τελευταίο μήνα μεταφράζεται σε περίπου 80 λίρες επιπλέον ετήσιο κόστος στεγαστικού δανείου για ένα μέσο νοικοκυριό, ποσό που υπερβαίνει το όφελος από τη μείωση του ΦΠΑ στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος.
Ο ίδιος εκτίμησε ότι η κυβέρνηση Μπέρναμ πιθανότατα θα κινηθεί πιο αριστερά από εκείνη του Στάρμερ, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλότερη φορολογία και χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης.
Ωστόσο, θεωρεί ότι, όπως συνέβη και με προηγούμενες κυβερνήσεις, οι αγορές ομολόγων θα λειτουργήσουν ως μηχανισμός δημοσιονομικής πειθαρχίας.
«Όταν το δημόσιο χρέος φτάνει τα 3 τρισ. λίρες, είναι οι δανειστές που καθορίζουν τελικά την οικονομική πολιτική. Δεν μπορείς να εφαρμόσεις μη χρηματοδοτούμενες δαπάνες χωρίς συνέπειες», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στο μικροσκόπιο ο προϋπολογισμός του φθινοπώρου
Η διευθύντρια πολιτικής των Βρετανικών Εμπορικών Επιμελητηρίων, Κέιτ Σούσμιθ, υποστήριξε ότι οι διαδοχικές κυβερνητικές αποφάσεις έχουν αυξήσει κατά 72% το συνολικό κόστος λειτουργίας μιας μέσης μικρομεσαίας επιχείρησης.
Ζήτησε από τη νέα κυβέρνηση να επανεξετάσει μέτρα προηγούμενων κυβερνήσεων, συμπεριλαμβανομένων των φορολογικών παρεμβάσεων που είχαν ανακοινωθεί στον προϋπολογισμό του φθινοπώρου του 2024.
Από την πλευρά του, ο σκιώδης υπουργός Επιχειρήσεων των Συντηρητικών Γκάρεθ Ντέιβις εκτίμησε ότι ο φθινοπωρινός προϋπολογισμός θα πρέπει να εξασφαλίσει σχεδόν 5 δισ. λίρες επιπλέον για τις αμυντικές δαπάνες.
Θετική πρώτη αντίδραση για τον Χίλι
Η Citi εκτιμά ότι η επιλογή του Χίλι θα αντιμετωπιστεί θετικά από τις αγορές, ιδιαίτερα για τις μετοχές του αμυντικού κλάδου.
Ωστόσο, επισημαίνει ότι ως υπουργός Οικονομικών θα βρεθεί αντιμέτωπος με πολλές ανταγωνιστικές διεκδικήσεις για δημόσιες δαπάνες και μένει να φανεί πόσους πόρους θα μπορέσει τελικά να κατευθύνει στην άμυνα.
Στη συζήτηση παρενέβη και ο διευθύνων σύμβουλος της JPMorgan, Τζέιμι Ντάιμον, ο οποίος δήλωσε ότι επιθυμεί να πετύχει η νέα κυβέρνηση, τονίζοντας όμως πως προϋπόθεση είναι η εφαρμογή πολιτικών που θα ενισχύσουν την οικονομική ανάπτυξη.
«Θέλω να δω το Ηνωμένο Βασίλειο να ευημερεί. Αυτό όμως απαιτεί μια ισχυρή οικονομία. Ο νέος υπουργός Οικονομικών θα χρειαστεί πολιτικές που θα δημιουργούν ανάπτυξη. Ελπίζω πραγματικά να κάνουν τις σωστές επιλογές, γιατί πολλές κυβερνήσεις διαχρονικά δεν τα κατάφεραν», ανέφερε.
Διαβάστε ακόμη
Καύσωνας και Περσικός ανεβάζουν τον λογαριασμό της ενέργειας – Αύξηση 22% στο ρεύμα τον Ιούλιο
Το Δημόσιο χρωστάει 3,7 δισ. ευρώ – Ποιοι περιμένουν να πληρωθούν
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
