Νέα έρευνα της Wall Street Journal δείχνει ότι οι οικονομολόγοι αναμένουν πως ο πληθωρισμός, οι αυξήσεις επιτοκίων από τη Fed και το αυξανόμενο δημόσιο χρέος θα διατηρήσουν το κόστος δανεισμού σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ορισμένες οικονομικές αναταράξεις μοιάζουν με προσωρινά εμπόδια: οι δασμοί, στους οποίους οι επιχειρήσεις σταδιακά προσαρμόζονται, ή ένας πόλεμος με το Ιράν, που προκαλεί πρόσκαιρη άνοδο των τιμών του πετρελαίου. Ωστόσο, ολοένα και περισσότεροι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι τα υψηλότερα επιτόκια στις Ηνωμένες Πολιτείες θα αποτελέσουν μόνιμο χαρακτηριστικό της οικονομίας για το υπόλοιπο της δεκαετίας.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της τελευταίας έρευνας της Wall Street Journal μεταξύ οικονομικών αναλυτών. Οι συμμετέχοντες δεν θεωρούν ότι η πρόσφατη εκτίναξη των μακροπρόθεσμων αποδόσεων σε υψηλά 25ετίας αποτελεί μια προσωρινή αναταραχή που θα υποχωρήσει καθώς αποκλιμακώνεται ο πληθωρισμός. Αντίθετα, αναμένουν ότι οι υψηλές αποδόσεις θα διατηρηθούν.
Τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το κόστος δανεισμού σε ολόκληρη την οικονομία. Οι υψηλότερες αποδόσεις συνεπάγονται ακριβότερα στεγαστικά δάνεια και αυξημένο κόστος χρηματοδότησης για τις επιχειρήσεις.
Παράλληλα, επιβαρύνουν τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, καθώς οι τόκοι για την εξυπηρέτηση του αμερικανικού δημόσιου χρέους υπερβαίνουν πλέον τις στρατιωτικές δαπάνες.
Οι 71 αναλυτές που υπέβαλαν προβλέψεις στην έρευνα, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 2 έως τις 7 Οκτωβρίου, αναμένουν πλέον ότι η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς ομολόγου αναφοράς θα διαμορφωθεί στο 5,1% στο τέλος του 2026, έναντι πρόβλεψης 4,4% στην προηγούμενη έρευνα του Ιουλίου. Δεν απάντησαν όλοι οι συμμετέχοντες σε κάθε ερώτηση.
Οι υψηλές αποδόσεις εκτιμάται ότι θα διατηρηθούν και τα επόμενα χρόνια. Οι οικονομολόγοι προβλέπουν ότι η απόδοση του 10ετούς θα βρίσκεται στο 4,96% στα μέσα του 2027 και στο 4,78% στο τέλος του ίδιου έτους, έναντι προηγούμενων προβλέψεων 4,3% και 4,26%, αντίστοιχα.
Τι οδηγεί τις αποδόσεις των ομολόγων σε υψηλά 25ετίας
Ο συνδυασμός της βελτίωσης των προοπτικών ανάπτυξης, των νέων πληθωριστικών πιέσεων και των ανησυχιών για τη δημοσιονομική πορεία των Ηνωμένων Πολιτειών έχει ωθήσει τις αποδόσεις των ομολόγων υψηλότερα από τις αρχές του καλοκαιριού.
Πολλοί οικονομολόγοι αναφέρουν ότι αυτή η συγκυρία τούς ανάγκασε να επανεξετάσουν τις παραδοχές τους σχετικά με τη ζήτηση των επενδυτών για αμερικανικά κρατικά ομόλογα, των οποίων οι αποδόσεις αυξάνονται όταν οι τιμές τους υποχωρούν.
«Έχει συντελεστεί μια θεμελιώδης αλλαγή στα δεδομένα που καθορίζουν την αγορά σταθερού εισοδήματος και την οικονομία», δήλωσε σε συνέντευξή του ο Άλεν Σινάι, πρόεδρος της συμβουλευτικής εταιρείας Decision Economics.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ακόμη και μετά την πρώτη αύξηση επιτοκίων από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) έπειτα από τρία χρόνια, τον περασμένο μήνα, η κεντρική τράπεζα εξακολουθεί να βρίσκεται πίσω από τις εξελίξεις στη μάχη κατά του πληθωρισμού.
Ο Σινάι εκτιμά ότι θα χρειαστούν περισσότερες από μία αυξήσεις επιτοκίων για να περιοριστούν οι πληθωριστικές πιέσεις, κάτι που φάνηκε να αναγνωρίζει και η ίδια η Fed στις προβλέψεις της τον Σεπτέμβριο.
Οι προβλέψεις αυτές έδειξαν ότι το βασικό βραχυπρόθεσμο επιτόκιο της Fed, το federal funds rate, θα ξεπεράσει το 4% φέτος και θα παραμείνει πάνω από αυτό το επίπεδο έως το 2027.
«Η θεμελιώδης αλλαγή για μένα ήταν η αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας από τη Fed», ανέφερε ο Σινάι.
Ο ίδιος προβλέπει ότι η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς ομολόγου θα μπορούσε να πλησιάσει το 6% το επόμενο έτος και να παραμείνει πάνω από το 5% για το υπόλοιπο της δεκαετίας.
Οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών τίτλων επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από τις προσδοκίες των επενδυτών για την πορεία που θα ακολουθήσουν τα επιτόκια της Fed τα επόμενα χρόνια.
Πληθωρισμός και πετρέλαιο: Τι προβλέπουν οι οικονομολόγοι
Η άνοδος των αποδόσεων σημειώνεται παρά το γεγονός ότι οι εκτιμήσεις για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό δεν έχουν μεταβληθεί σημαντικά. Μεγάλο μέρος της πρόσφατης αύξησης του πληθωρισμού οφείλεται στις υψηλότερες τιμές του πετρελαίου, οι οποίες, σύμφωνα με τους οικονομολόγους, αναμένεται να αποκλιμακωθούν.
Οι αναλυτές προβλέπουν ότι η τιμή του αμερικανικού αργού πετρελαίου θα διαμορφωθεί στα 88 δολάρια το βαρέλι στο τέλος του έτους, έναντι 91,85 δολαρίων την Παρασκευή, και θα υποχωρήσει κάτω από τα 80 δολάρια έως τον Ιούλιο.
Ως αποτέλεσμα, εκτιμούν ότι ο πληθωρισμός, με βάση τον δείκτη τιμών καταναλωτή, θα διαμορφωθεί στο 3,5% τον Δεκέμβριο, θα υποχωρήσει στο 2,6% τον επόμενο Ιούνιο και θα φτάσει στο 2,3% στο τέλος του 2027.
Οι προβλέψεις αυτές έχουν μεταβληθεί ελάχιστα σε σχέση με τρεις μήνες νωρίτερα.
Ο δείκτης τιμών προσωπικών καταναλωτικών δαπανών (PCE), τον οποίο παρακολουθεί στενά η Fed, προβλέπεται να υποχωρήσει στο 2,4% έως το τέλος του 2027, από 3,5% στο τέλος του τρέχοντος έτους.
Ο Καρλ Τάνενμπαουμ, επικεφαλής οικονομολόγος της Northern Trust στο Σικάγο, υποστηρίζει ότι οι προσδοκίες για υψηλότερες αποδόσεις δεν οφείλονται αποκλειστικά στις προοπτικές του πληθωρισμού.
Όπως εξηγεί, οι πληθωριστικές πιέσεις από τον πόλεμο στο Ιράν θα μπορούσαν να περιοριστούν εάν η σύγκρουση αποκλιμακωθεί, γεγονός που, υπό τις ίδιες λοιπές συνθήκες, θα βοηθούσε στη μείωση των αποδόσεων.
Ωστόσο, οι επενδυτές θα συνεχίσουν να ανησυχούν για το μεγάλο και αυξανόμενο δημόσιο χρέος των Ηνωμένων Πολιτειών.
Παράλληλα, η ανάπτυξη υποδομών τεχνητής νοημοσύνης (AI) θα μπορούσε να ενισχύσει τις προσδοκίες για την οικονομική ανάπτυξη και να αυξήσει τη ζήτηση για κεφάλαια, διατηρώντας ανοδικές πιέσεις στο κόστος δανεισμού.
Ο Τάνενμπαουμ προβλέπει ότι η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου θα κινηθεί κοντά στο 5,2% έως το 2028, προτού υποχωρήσει στο 5% στο τέλος του 2029.
Η μεγάλη απειλή για τον αμερικανικό προϋπολογισμό
Αποδόσεις αυτού του ύψους θα ασκούσαν σημαντικές πιέσεις στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Τον Φεβρουάριο, το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (CBO) είχε προβλέψει ότι η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου δεν θα ξεπερνούσε το 4,3% για το υπόλοιπο της δεκαετίας.
Ακόμη πιο αισιόδοξο εμφανίζεται το Γραφείο Διαχείρισης και Προϋπολογισμού του Λευκού Οίκου (OMB), το οποίο προβλέπει ότι οι αποδόσεις θα υποχωρήσουν κοντά στο 3,5% προς το τέλος της δεκαετίας.
Οι οικονομολόγοι αναθεώρησαν παράλληλα ανοδικά τις εκτιμήσεις τους για την ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας φέτος.
Πλέον αναμένουν ότι το ΑΕΠ των ΗΠΑ θα αυξηθεί κατά 2,4% το 2026, έναντι πρόβλεψης 2,1% τον Ιούλιο.
Η αναθεώρηση αυτή αντανακλά κυρίως τις υψηλότερες εκτιμήσεις για την ανάπτυξη του δεύτερου τριμήνου, καθώς και τα ενδιάμεσα στοιχεία που υποδηλώνουν ότι η οικονομία ενδέχεται να αναπτύχθηκε με ετήσιο ρυθμό άνω του 3% το τρίτο τρίμηνο.
Στη συνέχεια, οι συμμετέχοντες στην έρευνα προβλέπουν ότι ο ρυθμός ανάπτυξης θα υποχωρήσει και θα κινηθεί μεταξύ 2,1% και 2,2% για το υπόλοιπο της δεκαετίας. Αντίστοιχα, οι οικονομολόγοι δεν αναμένουν σημαντικές αναταράξεις στην αγορά εργασίας.
Κατά μέσο όρο, προβλέπουν ότι η ανεργία θα παραμείνει κοντά στο 4,2% έως το 2029, ουσιαστικά αμετάβλητη σε σχέση με το ποσοστό του Σεπτεμβρίου. Η πιθανότητα ύφεσης μέσα στους επόμενους 12 μήνες εκτιμάται στο 24%, έναντι 25% στην έρευνα του Ιουλίου. Η αντίθετη άποψη: Γιατί ορισμένοι προβλέπουν νέα μείωση επιτοκίων
Δεν συμφωνούν όλοι οι οικονομολόγοι ότι οι αποδόσεις των ομολόγων θα παραμείνουν υψηλές. Ο Ρατζίβ Ντάουαν, οικονομολόγος στο Georgia State University, θεωρεί ότι η αμερικανική αγορά εργασίας είναι πιο εύθραυστη από όσο φαίνεται.
Κατά τους τελευταίους έξι μήνες, η αμερικανική οικονομία δημιούργησε κατά μέσο όρο 66.000 θέσεις εργασίας τον μήνα, ένας σχετικά ικανοποιητικός αριθμός. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Ντάουαν, ελάχιστες από αυτές τις θέσεις δημιουργήθηκαν στους πιο καλοπληρωμένους κλάδους, όπως οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και η τεχνολογία.
Κατά την εκτίμησή του, μια περαιτέρω αποδυνάμωση της αγοράς εργασίας θα μπορούσε να αναγκάσει τη Fed να αλλάξει κατεύθυνση και να προχωρήσει εκ νέου σε μειώσεις επιτοκίων στο άμεσο μέλλον, οδηγώντας χαμηλότερα και τις αποδόσεις των ομολόγων.
«Η αγορά εργασίας αντιμετωπίζει πρόβλημα στις θέσεις εργασίας γραφείου», ανέφερε. «Μόλις η Fed συνειδητοποιήσει ότι η αγορά εργασίας δεν είναι τόσο ισχυρή, θα στραφεί στις μειώσεις επιτοκίων», πρόσθεσε.
Οι ενδιάμεσες εκλογές και ο κίνδυνος νέου πληθωρισμού
Οι οικονομολόγοι κλήθηκαν επίσης να αξιολογήσουν πώς θα μπορούσαν να επηρεάσουν τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη οι ενδιάμεσες εκλογές του επόμενου μήνα στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Από τους 52 συμμετέχοντες που απάντησαν στη συγκεκριμένη ερώτηση, το 48% εκτίμησε ότι οι πληθωριστικοί κίνδυνοι θα είναι μεγαλύτεροι εάν οι Ρεπουμπλικανοί διατηρήσουν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου.
Αντίθετα, μόλις το 10% θεωρεί ότι ο πληθωρισμός θα ενισχυθεί περισσότερο σε περίπτωση που οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου.
Οι υπόλοιποι δεν διακρίνουν ουσιαστική διαφορά μεταξύ των δύο σεναρίων.
Ο Τάνενμπαουμ εξήγησε ότι, εάν οι Ρεπουμπλικανοί διατηρήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου, θα μπορούσαν να συνεργαστούν με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ για την έγκριση νέων φορολογικών περικοπών ή αυξήσεων των κρατικών δαπανών, ενισχύοντας ενδεχομένως τον πληθωρισμό.
«Μια πλήρης επικράτηση των Ρεπουμπλικανών θα άνοιγε ασφαλώς τον δρόμο για πρόσθετη δημοσιονομική επέκταση μέσα στα επόμενα δύο χρόνια», σημείωσε. Όσον αφορά την οικονομική ανάπτυξη, το 25% των συμμετεχόντων εκτίμησε ότι θα ήταν υψηλότερη με ένα Κογκρέσο υπό τον έλεγχο των Ρεπουμπλικανών.
Το 13% θεωρεί ότι η ανάπτυξη θα ήταν ισχυρότερη εάν οι Δημοκρατικοί επικρατούσαν και στα δύο σώματα, ενώ το 19% εκτιμά ότι το καλύτερο αποτέλεσμα για την οικονομία θα προέκυπτε εάν οι Δημοκρατικοί αποκτούσαν τον έλεγχο μόνο της Βουλής των Αντιπροσώπων ή μόνο της Γερουσίας.
Οι υπόλοιποι δεν θεωρούν ότι το εκλογικό αποτέλεσμα θα προκαλούσε ουσιαστική διαφοροποίηση.
Πώς αξιολογούν οι οικονομολόγοι τον νέο πρόεδρο της Fed
Η έρευνα περιλάμβανε επίσης ερώτηση για την αξιολόγηση του Κέβιν Γουόρς, ο οποίος ανέλαβε την προεδρία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ τον Μάιο. Το 36% των συμμετεχόντων απάντησε ότι είναι ακόμη πολύ νωρίς για να αξιολογηθεί η θητεία του.
Περίπου το 31% του έδωσε βαθμολογία Β, το 20% βαθμολογία C και το 9% τον αξιολόγησε με Α.
Η εικόνα που προκύπτει από την έρευνα της Wall Street Journal είναι ότι, παρά τις προσδοκίες για σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, οι υψηλές αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων ενδέχεται να αποτελέσουν μια νέα, διαρκή πραγματικότητα για την οικονομία, επηρεάζοντας το κόστος δανεισμού των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων και της ίδιας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
Διαβάστε ακόμη
Aπό τη Βίσση έως τον Κλασικό Μαραθώνιο: Η Αθήνα ποντάρει στον live τουρισμό
Οι «κομάντος» της εποπτείας μπαίνουν στις τράπεζες – Στο μικροσκόπιο τα δάνεια υψηλού κινδύνου
Στα 1.000 ευρώ η μέση σύνταξη από τον Δεκέμβριο
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
