Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η ελληνική ενεργειακή αγορά ζει σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα της σύγχρονης οικονομίας. Από τη μία πλευρά, η χώρα μας έχει καταφέρει μέσα σε λίγα χρόνια να μετατραπεί σε μια δύναμη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, εγκαθιστώντας περίπου 18.000 MW «πράσινης» ισχύος από φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα. Από την άλλη, τα ελληνικά νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να πληρώνουν από τις υψηλότερες τιμές ηλεκτρικού ρεύματος στην Ευρώπη.

Το πρόβλημα δεν είναι η παραγωγή. Η Ελλάδα παράγει πλέον άφθονη ηλεκτρική ενέργεια από τον ήλιο και τον άνεμο, σε βαθμό που όχι μόνο καλύπτει μεγάλο μέρος των αναγκών της, αλλά εξάγει και σημαντικές ποσότητες. Από το 2024 έχει μετατραπεί σε καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ από τις αρχές του 2026 οι εξαγωγές αγγίζουν περίπου μία τεραβατώρα τον μήνα. Η επίδοση αυτή κατατάσσει τη χώρα μεταξύ των μεγαλύτερων καθαρών εξαγωγέων ηλεκτρισμού στην Ευρώπη.
Η εικόνα αυτή θα έπρεπε θεωρητικά να μεταφράζεται σε χαμηλότερους λογαριασμούς για τους πολίτες. Ωστόσο, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Παρά την πλημμυρίδα φθηνής πράσινης ενέργειας που παράγεται καθημερινά, η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει από τις ακριβότερες λιανικές τιμές ηλεκτρισμού στην Ευρωπαϊκή Eνωση. Σε όρους αγοραστικής δύναμης, μάλιστα, το κόστος είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη.

Το ερώτημα είναι απλό: Πώς γίνεται μια χώρα που παράγει τόσο φθηνή ενέργεια να εξακολουθεί να έχει τόσο ακριβό ρεύμα;

Η απάντηση βρίσκεται στις αδυναμίες του ίδιου του συστήματος. Τα φωτοβολταϊκά παράγουν τεράστιες ποσότητες ενέργειας τις μεσημεριανές ώρες. Τότε οι τιμές στη χονδρεμπορική αγορά συχνά καταρρέουν, φτάνοντας ακόμη και στο μηδέν. Θεωρητικά αυτό θα έπρεπε να αποτελεί τεράστιο πλεονέκτημα για τη χώρα. Στην πράξη, όμως, η Ελλάδα δεν διαθέτει τις αναγκαίες υποδομές αποθήκευσης ώστε να κρατά αυτή τη φθηνή ενέργεια και να τη χρησιμοποιεί όταν τη χρειάζεται περισσότερο, δηλαδή τις βραδινές ώρες.
Έτσι, το πλεόνασμα ηλεκτρισμού διοχετεύεται στο εξωτερικό. Και εδώ εμφανίζεται μια ακόμη μεγαλύτερη ειρωνεία. Οι γειτονικές χώρες εκμεταλλεύονται την κατάσταση καλύτερα από την ίδια την Ελλάδα. Για παράδειγμα, η Βουλγαρία έχει ήδη εγκαταστήσει συστήματα αποθήκευσης περίπου 2,5 GW και απορροφά σημαντικές ποσότητες ελληνικής ενέργειας όταν οι τιμές είναι μηδενικές. Την αποθηκεύει και την αξιοποιεί αργότερα, όταν οι τιμές ανεβαίνουν. Με αυτόν τον τρόπο μειώνει το κόστος του δικού της συστήματος και προσφέρει μεγαλύτερη σταθερότητα στους δικούς της καταναλωτές. Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα μόλις πρόσφατα έθεσε σε δοκιμαστική λειτουργία μονάδες αποθήκευσης μόλις 72 MW, μέγεθος εξαιρετικά μικρό σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες του συστήματος.

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, λιγότερο ορατή αιτία που κρατά τους λογαριασμούς ψηλά.

Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας δεν παράγουν σταθερά. Ο ήλιος δεν λάμπει όλο το εικοσιτετράωρο και ο άνεμος δεν φυσά πάντα με την ίδια ένταση. Για να παραμένει ασφαλές το ηλεκτρικό σύστημα, πρέπει να υπάρχουν διαθέσιμες συμβατικές μονάδες, κυρίως φυσικού αερίου, οι οποίες μπορούν να μπουν άμεσα σε λειτουργία όταν χρειαστεί. Οι μονάδες αυτές πληρώνονται για να βρίσκονται σε ετοιμότητα. Το κόστος αυτό μεταφέρεται στην αγορά μέσω των χρεώσεων εξισορρόπησης και τελικά επιβαρύνει τον τελικό καταναλωτή. Ετσι, το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό: Ακόμη και όταν η χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας μηδενίζεται, ο λογαριασμός του καταναλωτή δεν ακολουθεί την ίδια πορεία. Αντίθετα, παραμένει υψηλός εξαιτίας των πρόσθετων χρεώσεων που ενσωματώνονται στο σύστημα.

Η Ελλάδα πέτυχε να εγκαταστήσει χιλιάδες μεγαβάτ ΑΠΕ και να μετατραπεί σε εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτή είναι μια πραγματική επιτυχία. Όμως η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ολοκληρωμένη όσο το βασικό της όφελος δεν φτάνει στους τελικούς αποδέκτες: τους πολίτες και τις επιχειρήσεις. Η λύση δεν βρίσκεται στην επιβράδυνση των επενδύσεων στις ΑΠΕ, αλλά στην επιτάχυνση των επενδύσεων σε αποθήκευση, δίκτυα και μηχανισμούς που θα επιτρέψουν στη φθηνή πράσινη ενέργεια να μεταφραστεί σε χαμηλότερους λογαριασμούς.

Διαφορετικά, η χώρα θα συνεχίσει να παράγει άφθονο φθηνό ρεύμα, να το εξάγει στους γείτονές της και να βλέπει τους δικούς της καταναλωτές να πληρώνουν ακριβά ένα αγαθό που παράγεται σε αφθονία μέσα στα σύνορά της.
Αυτό είναι (άλλο) ένα (ελληνικό) παράδοξο που δεν μπορεί να διαρκέσει για πάντα.